Αποστ. Ανάγνωσμα: Β΄ Κορ θ 6-11
Πρωτότυπο Κείμενο

Ἀδελφοί, ὁ σπείρων φειδομένως φειδομένως καὶ θερίσει, καὶ ὁ σπείρων ἐπ᾿ εὐλογίαις ἐπ᾿ εὐλογίαις καὶ θερίσει. ἕκαστος καθὼς προαιρεῖται τῇ καρδία, μὴ ἐκ λύπης ἢ ἐξ ἀνάγκης· ἱλαρὸν γὰρ δότην ἀγαπᾷ ὁ Θεός.
Δυνατὸς δὲ ὁ Θεὸς πᾶσαν χάριν περισσεῦσαι εἰς ὑμᾶς, ἵνα ἐν παντὶ πάντοτε πᾶσαν αὐτάρκειαν ἔχοντες περισσεύητε εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν, καθὼς γέγραπται· ἐσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησιν· ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα.
Ὁ δὲ ἐπιχορηγῶν σπέρμα τῷ σπείροντι καὶ ἄρτον εἰς βρῶσιν χορηγήσαι καὶ πληθύναι τὸν σπόρον ὑμῶν καὶ αὐξήσαι τὰ γενήματα τῆς δικαιοσύνης ὑμῶν· ἐν παντὶ πλουτιζόμενοι εἰς πᾶσαν ἁπλότητα, ἥτις κατεργάζεται δι᾿ἡμῶν εὐχαριστίαν τῷ Θεῷ

Ἀπόδοση στη νεοελληνική:
Ἀδελφοί, νὰ ἔχετε τοῦτο ὑπ’ ὄψιν: ὅτι ἐκεῖνος ποὺ σπέρνει μὲ οἰκονομίαν, θὰ θερίσῃ καὶ μὲ οἰκονομίαν, καὶ ἐκεῖνος ποὺ σπέρνει μὲ ἀφθονίαν, θὰ θερίσῃ καὶ μὲ ἀφθονίαν. Ὁ καθένας ἂς δίνῃ ὅ,τι τοῦ λέγει ἡ καρδιά του, ὄχι μὲ λύπην ἢ ἀναγκαστικά, διότι ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ τὸν χαρωπὸν δωρητήν.
Καὶ ὁ Θεὸς εἶναι δυνατὸς νὰ σᾶς χορηγήσῃ κάθε δῶρον μὲ ἀφθονίαν ὥστε, ἔχοντες πάντοτε αὐτάρκειαν εἰς τὸ κάθε τι, νὰ δίνετε μὲ ἀφθονίαν γιὰ κάθε καλὸν ἔργον, καθὼς εἶναι γραμμένον, Ἐσκόρπισε, ἔδωκε εἰς τοὺς πτωχούς, ἡ ἀγαθοεργία του μένει αἰωνίως.
Ἐκεῖνος δὲ ποὺ χορηγεῖ σπόρον εἰς τὸν σπορέα καὶ ψωμὶ διὰ τροφήν, θὰ χορηγήσῃ καὶ θὰ πληθύνῃ τὸν σπόρον σας καὶ θὰ αὐξήσῃ τοὺς καρποὺς τῆς ἀγαθοεργίας σας, ὥστε πλουτιζόμενοι μὲ κάθε τρόπον θὰ μπορῆτε νὰ ἀσκῆτε κάθε εἴδους γενναιοδωρίαν, ἡ ὁποία διὰ μέσου ἡμῶν παράγει εὐχαριστίαν εἰς τὸν Θεόν.


Κυριακή Γ’ Λουκά, Ευαγγ. Ανάγνωσμα: Λουκ. 7, 11-16
Πρωτότυπο Κείμενο

Τω καιρώ εκείνω, επορεύετο ο Ιησούς εις πόλιν καλουμένην Ναΐν˙ και συνεπορεύοντο αυτώ οι μαθηταί αυτού ικανοί και όχλος πολύς. Ως δε ήγγισε τη πύλη της πόλεως, και ιδού εξεκομίζετο τεθνηκώς υιός μονογενής τη μητρί αυτού, και αύτη ην χήρα, και όχλος της πόλεως ικανός ην συν αυτή. Και ιδών αυτήν ο Κύριος εσπλαγχνίσθη επ’ αυτή και είπεν αυτή· Μη κλαίε· και προσελθών ήψατο της σορού, οι δε βαστάζοντες έστησαν, και είπε· Νεανίσκε, σοι λέγω, εγέρθητι. Και ανεκάθισεν ο νεκρός και ήρξατο λαλείν, και έδωκεν αυτόν τη μητρί αυτού. Έλαβε δε φόβος πάντας και εδόξαζον τον Θεόν, λέγοντες οτι προφήτης μέγας εγήγερται εν ημίν, και οτι επεσκέψατο ο Θεός τον λαόν αυτού.

Νεοελληνική Απόδοση
Εκεινό τον καιρό, πήγε ο Ιησούς σε μια πόλη που λεγόταν Ναΐν. Μαζί του ήταν αρκετοί μαθητές του και πολύ πλήθος. Την ώρα που πλησίαζαν στην πύλη της πόλης, έβγαζαν έναν νεκρό, τον μονάκριβο γιο μιας μάνας, που μάλιστα ηταν χήρα. Κόσμος πολύς απο την πόλη τη συνόδευε. Όταν είδε τη χήρα ο Κύριος, τη σπλαχνίστηκε και της είπε: «Μην κλαίς». Έπειτα προχώρησε, ακούμπησε τη σορό, και αφού στο μεταξύ αυτοί που βαστούσαν το φέρετρο σταμάτησαν, είπε: «Νεαρέ, σε διατάζω να σηκωθείς». Ο νεκρός ανακάθισε κι άρχισε να μιλάει. Ο Ιησούς τότε τον παρέδωσε στη μητέρα του. Όλους τους κυρίευψε δέος και δόξαζαν τον Θεό: «Μεγάλος προφήτης», έλεγαν, «εμφανίστηκε ανάμεσα μας!» και: «Ο Θεός ήρθε να σώσει τον λαό του!».