Έχω ήδη δημοσιεύσει αρκετό υλικό στην φιλόξενη «Πεμπτουσία» για τον αείμνηστο Γέροντά μας π. Ιγνάτιο Καπνίση και αισθάνομαι βαθιά ευγνωμοσύνη για αυτό. Τώρα όμως, επτά χρόνια μετά την κοίμηση του Γέροντα, οφείλω να πω ότι πρέπει να μιλήσω πιο ανοιχτά για τις εμπειρίες μου και τα βιώματά μου σχετικά με αυτόν, αναγκαστικά αναφέροντας και προσωπικά μου στοιχεία. Θέλω να έχω ακέραια την ευθύνη της μαρτυρίας για αυτόν.

Είχα εξομολογηθεί λοιπόν δυο-τρεις φορές στον Γέροντα, την πρώτη φορά όταν μας είχε επισκεφθεί στο δημοτικό, οπότε και ως παιδί εξομολογήθηκα κάτι ασήμαντο, αλλά αισθάνθηκα τρομερή ανακούφιση για αυτό. Τότε πρωτοένοιωσα ότι και η παραμικρή αμαρτία μπορεί να διώξει την χάρη από την ψυχή και να γίνει ο Θεός ένας ξένος. Οφείλω πάντως να πω ότι όχι μόνο δεν ήταν ενοχικό το κλίμα στην εξομολόγηση, αλλά ένα κύμα ασφάλειας και βαθιάς γαλήνης με κατέκλυσε. Έκτοτε, στο κατηχητικό, εξομολογήθηκα μια δυο φορές ακόμη στον Γέροντα, και μετά άρχισε η μακρά περίοδος της αθεΐας. Διάβαζα Νίτσε, Φρόυντ κ.λπ., βιβλία που τα έβρισκα σε πλανόδιους καλοκαιρινούς βιβλιοπώλες, και αισθανόμουν βαθιά ευχαρίστηση από αυτά. Με τον Νίτσε ένιωθα ότι είχα μια μεγάλη συγγένεια: ο Νίτσε ήταν εχθρός του εαυτού, πίστευε ότι ο εαυτός ήταν μια αυταπάτη, ότι είμαστε ένα συνονθύλευμα από πάθη, ένστικτα, επιθυμίες, ενορμήσεις, βουλήσεις κ.λπ., και όχι πραγματικά κάτι ενιαίο: ο εαυτός. Ήταν ακόμη νωρίς, αλλά και εγώ αισθανόμουν βολικά με αυτή την ιδέα. Μολονότι ακόμη δεν υπήρχε κάποια παρόμοια πραγματικότητα μέσα μου με αυτήν του Νίτσε, αυτή η πρωτοδιάσπαση του εαυτού άρχισε να διαφαίνεται. Και μπορούσα να καυχιέμαι για αυτό. Ο Φρόυντ ενίσχυσε όσα έλεγε ο Νίτσε, με την έμφαση που έδινε στα ορμέμφυτα.

Βαθμιαία άρχισα να διαβάζω όλο και πιο πολύ λογοτεχνία, αλλά κάποια στιγμή αισθάνθηκα, στα μετεφηβικά χρόνια, ότι δεν μπορούσα να δω τον εαυτό μου ως μια «ενιαία αφήγηση». Κάτι έσπασε μέσα μου, που δεν μπορούσα να το εντοπίσω, και, όπως είπα, ξαφνικά το νήμα της συνέχειας του εαυτού. Βαθμιαία αυτό το αίσθημα δυνάμωσε, πέρασαν χρόνια όπου υπήρχε απλά ένας «διανοητικός εαυτός», αλλά εγώ, παρόλο που αυτό στα νιτσεϊκά διαβάσματά μου δεν θεωρούνταν κακό, αλλά πρόοδος- ο Νίτσε υποσχόταν μια ριζική απαρχή ενός νέου εαυτού, του Υπερανθρώπου-, αισθανόμουν πολύ άβολα με αυτό. Παρεμπιπτόντως, όλα αυτά τα βιώματα είχαν μεγάλη σχέση και με τον βουδισμό, ο οποίος θεωρεί ότι ο «εαυτός» είναι μια ψευδαίσθηση, που πρέπει να ξεπεραστεί ώστε τελικά η εναπομείνασα συνείδηση να διαχυθεί στο σύμπαν.

Τελικά, αφού πια σχεδόν κατέρρευσα, αποφάσισα να πάω στον Γέροντα π. Ιγνάτιο και όχι απλά να εξομολογηθώ, αλλά να τον κάνω πνευματικό μου πατέρα, να μπω στην υπακοή του. Μόλις είπα στον Γέροντα τι μου συμβαίνει, γέλασε και μου έδωσε ένα βιβλίο του π. Συμεών Κραγιόπουλου με τίτλο «Πάντα συνεργεί εις αγαθόν: το σύμπλεγμα κατωτερότητας και άλλες ψυχοπαθολογικές καταστάσεις μέσα στο μυστήριο της σωτηρίας». Ο Γέροντας είχε υπογραμμίσει μόνος του, πριν του πω  οτιδήποτε, τα σημεία που έπρεπε να προσέξω ιδιαίτερα.

Το βιβλίο του π. Συμεών έλεγε ότι πρέπει να αρχίσω να μην δίνω σημασία σε όλα αυτά που μου συμβαίνουν και με τον καιρό, με την υπακοή, θα έρχονταν στο φως όλα αυτά τα παράδοξα που μου θρυμμάτιζαν τον εαυτό. Περιττό να πω ότι ταυτόχρονα άρχισα να βλέπω ότι η ζωή μου όλη είναι μάλλον μια «ταινία» παρά η πραγματική μου ζωή και τέλος έχασα την αίσθηση του «mineness», ότι δηλαδή οι πράξεις μου είναι δικές μου πράξεις και τα βιώματά μου δικά μου βιώματα.

Βρέθηκα σε μια πολύ κρίσιμη καμπή. Θυμάμαι ότι πριν πάω στον Γέροντα στράφηκα σε αναγνώσεις βιβλίων ανατολικών θρησκευμάτων, οι οποίες όμως κατέληξαν σε παταγώδη αποτυχία. Ο π. Συμεών Κραγιόπουλος έλεγε ότι έπρεπε να προσπαθήσουμε να ψάξουμε τι περίπου μας συνέβη, ώστε να έχουμε ένα ελάχιστο «minimum» γνώσεων, για το πώς βρεθήκαμε στην θέση που βρεθήκαμε. Περίπου ήξερα τι είχε συμβεί. Σε ανθρώπους που δέχονται κακοποίηση στην παιδική τους ηλικία, όπως ξυλοδαρμοί, πρώτα από όλα το σώμα αρχίζει να «αναισθητοποιείται», για να μην πονά όταν το χτυπάνε. Το σώμα μου ήταν νεκρό στον πόνο- και αυτό μείωνε την αίσθηση του «εαυτού». Περαιτέρω, τέτοια άτομα, για να αποφύγουν τον φόβο του προσώπου που τους προξενεί φόβο, αρχίζουν να φαντάζονται ότι, την στιγμή του ξυλοδαρμού, στέκεται δίπλα τους μια αόρατη δυνατή φιγούρα κάποιου «φίλου», με τον οποίο και ταυτίζονται. Βαθμιαία αρχίζουν να κουβαλούν διαρκώς μαζί τους αυτόν τον «φίλο», σε σημείο που αυτός να γίνεται το «υποκείμενο» των δικών τους πράξεων. Έτσι γίνονται ένας «άλλος», και για την ακρίβεια αισθάνονται όχι «άλλος», αλλά ο «άλλος του άλλου»- κάτι απίστευτα παράξενο.

Όλα αυτά άρχισα να τα καταλαβαίνω καθώς έκανα υπακοή στον Γέροντα. Πρέπει να πω όμως, ότι όπως ακριβώς έλεγε ο π. Συμεών Κραγιόπουλος, λειτουργούσε ο «ηγεμών νους», ο οποίος και καταλάβαινε ότι όλα αυτά είναι αλλοιώσεις και στρεβλώσεις, τα οποία και απαιτούσαν θεραπεία.

Ο Γέροντας ήταν αντίθετος στην θεραπεία μέσω ύπνωσης- την θεωρούσε μάλλον επιρρεπή σε δαιμονική ενεργεία. Πίστευε ακράδαντα ότι η πατερική φιλοκαλική θεολογία μπορούσε να λύσει το πρόβλημα. Και  έτσι έγινε. Ψυχοθεραπεία δεν έκανα σχεδόν καθόλου. Ο Γέροντας άρχισε βαθμιαία να με θεραπεύει. Για να δώσω ένα παράδειγμα, αφού τέλειωσαν οι ξυλοδαρμοί, μετά άρχισα παραδόξως να χτυπώ ο ίδιος τον εαυτό μου. Είχα διαβάσει σε βίους αγίων ότι χτυπούσαν τον εαυτό τους σε περιπτώσεις που δέχονταν ακραίους σαρκικούς πειρασμούς, και άρχισα να τους μιμούμαι. Ωστόσο, επειδή ακριβώς το σώμα μου είχε αναισθητοποιηθεί απέναντι στον ξυλοδαρμό, αντί με τα χτυπήματα να κατευνάζονται οι πειρασμοί, γίνονταν, όπως μου φαίνονταν, ισχυρότεροι. Στην πραγματικότητα αυτό που συνέβαινε ήταν ότι ζητούσα μια καθαρή αγγελική ζωή, απαλλαγμένη ακόμη και από τους πειρασμούς, και επειδή φυσικά κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο να συμβεί, συνέχισα να «μιμούμαι» τους αγίους. Σε κάποιο άλλο βιβλίο είχα διαβάσει πως ένας άγιος χτυπούσε τον εαυτό του όταν ο νους του ξέφευγε στην προσευχή, ιδίως στην Θεία Λειτουργία, και άρχισα να τον μιμούμαι και αυτόν. Σε άσχημη κατάσταση έφτασα πάλι στον Γέροντα και του είπα τι συνέβαινε, νομίζοντας ότι θα μου έδινε τα «εύσημα» για τον μεγάλο πνευματικό αγώνα που έκανα. Ο Γέροντας, όταν του είπα το γεγονός, μου απάντησε ότι απαγορεύεται να χτυπώ τον εαυτό μου, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Ο λόγος, όπως διάβασα στον π. Συμεών Κραγιόπουλο, ο σημερινός άνθρωπος έχει γίνει πιο ευαίσθητος και μπορεί να τρομάξει.

Η απάντηση του Γέροντα ήταν για μένα τρομερά απελευθερωτική. Κατάλαβα ότι η κακοποίηση ήταν πια για μένα παρελθόν. Αισθάνθηκα φοβερή ανακούφιση. Περαιτέρω, και για να πω κάτι που διάβασα στον π. Συμεών Κραγιόπουλο, στο βιβλίο που μου δάνεισε ο Γέροντας, ήταν λάθος σε περιπτώσεις «πειρασμών» (ή μάλλον υποτιθέμενων «πειρασμών») να λέω με φόβο την ευχή, το γνωστό «Κύριε Ιησού ελέησόν με». Ο λόγος είναι ότι όταν λες με φόβο αυτήν την προσευχή, ο φόβος αντί να υποχωρεί, εισέρχεται για τα καλά μέσα σου. Μπορούσα να μην λέω τίποτα. Πρώτη φορά αισθάνθηκα ότι ο Κύριος μου έδινε το τρομερό δικαίωμα να τα βγάλω πέρα μόνος μου, χωρίς την δική Του βοήθεια- που την ζητούσα με αρρωστημένο τρόπο. Ο Θεός στην πραγματικότητα με βοηθούσε, αλλά δεν ήθελε, όπως πάλι λέγει ο π. Συμεών, αρρωστημένη εξάρτηση από Αυτόν. Γιατί γίνεται να αναπτύξει κανείς, γράφει, αρρωστημένη εξάρτηση από τον ίδιο τον Θεό!

Για να μην πολυλογώ, βαθμιαία εξαφανίσθηκαν όλες οι παθογένειες που αφορούσαν τον εαυτό. Πρώτα από όλα αποκαταστάθηκε η αίσθηση της συνέχειας του εαυτού και μπορούσα, όπως λέγει και ο φιλόσοφος Ρικέρ, να δώσω μια ενιαία «αφήγηση» του εαυτού μου. Η εντύπωση επίσης ότι δεν ζω μια πραγματική ζωή, αλλά «ταινία», εξαφανίστηκε και αυτή. Και τέλος, το πιο σημαντικό, επανήλθε η αίσθηση του «mineness», δηλαδή ένιωθα πια ότι εγώ και μόνο εγώ ήμουν το υποκείμενο των πράξεών μου, των λογισμών μου, των εντυπώσεών μου κ.λπ. Επανήλθε για τα καλά ο «εαυτός».

**************

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να πω ότι σύμφωνα με ορισμένους φιλοσόφους και τον Βουδισμό όλα αυτά που ένιωθα ήταν μια απόδειξη ότι αυτό που λέμε «εαυτός» είναι αυταπάτη. Μπορώ εδώ να αναφέρω το βιβλίο της Miri Albahari: «Analytical Buddism: The Two-Tiered illusion of Self», στο οποίο η συγγραφέας προσπαθεί να αποδείξει ότι ο εαυτός είναι ακριβώς μια αυταπάτη. Τα επιχειρήματα που χρησιμοποιεί ταυτίζονται σχεδόν απόλυτα με όσα ανέφερα παραπάνω: η αίσθηση ότι δεν μπορείς να αναγνωρίσεις τον εαυτό σου ως τον προσωπικό κάτοχο μιας εμπειρίας, η αδυναμία να συνθέσεις μια αφηγηματική εικόνα του εαυτού σου, και περαιτέρω, η αίσθηση της «depersonalization», που πλήττει κάποιους ψυχωτικούς, και επίσης περιπτώσεις του «epileptic automatism», την υπνοβασία, την «hypothetical case of global depersonalization» κ.λπ. Όλα αυτά θεωρούνται μη ιάσιμες περιπτώσεις, και ίσα ίσα εκτιμώνται ως θετικά στοιχεία της επαναφοράς στην πραγματικότητα, της εννόησης δηλαδή ότι δεν υπάρχει αντικειμενικά ο εαυτός («self»). Ωστόσο τελικά αποδείχτηκε, μέσα από την δική μου επώδυνη διαδρομή να επανεύρω τον εαυτό μου, ότι όλα αυτά δεν είναι παρά μια παθολογία, που η ορθόδοξη πνευματικότητα, με πρώτιστο στοιχείο την υπακοή σε απλανή Γέροντα, μπορεί να διορθώσει! Ο Βουδισμός δεν έχει δίκιο: η φιλοκαλική θεολογία έχει τα εργαλεία να αποδείξει ότι η υπέρτατη αρχή του κόσμου είναι προσωπική. Ο Θεός είπε ότι «Εγώ ειμί ο Ων».

Ωστόσο και φιλόσοφοι εχουν βαλθεί να στηρίξουν τον Βουδισμό με τα ίδια πάνω κάτω επιχειρήματα. Πιο συγκεκριμένα, ο φιλόσοφος Metzinger στο έργο του «Being No One» (=Όντας Κανένας) υποστηρίζει και αυτός ότι ο εαυτός είναι μια «αυταπάτη» και δίνει επιχειρήματα στα οποία μια καλή απάντηση δίνει η Φαινομενολογία (για τον αναγνώστη που θέλει να ενημερωθεί περαιτέρω μπορώ εδώ να αναφέρω τις εργασίες του Dan Zahavi και ακόμη καλύτερα το έργο του Jean-Luc Marion πάνω στην σημασία του εαυτού. Ο τελευταίος είναι ιδιαίτερα σημαντικός γιατί χρησιμοποιεί, αν και καθολικός, σε μεγάλο βαθμό τις απόψεις των Ελλήνων Πατέρων).

**************

Τελειώνοντας, θα ήθελα να αναφέρω και το εξής γεγονός, από την περίοδο της μεγάλης δοκιμασίας και του πρώτου καιρού επαφής με τον Γέροντα: αισθανόμουν πράγματι όπως περιέγραψα πριν, και, περιπλανώμενος μέσα στο δάσος, αδυνατώντας να σκεφθώ οτιδήποτε (η σκέψη μου είχε παραλύσει από τα γεγονότα που ανέφερα), δεν έβρισκα κανένα άλλο καταφύγιο παρά να λέω την ευχή του Ιησού, το γνωστό «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Αυτή η σκέψη με κρατούσε κυριολεκτικά στη ζωή και με έκανε να καταλάβω ότι, ακόμη κι αν στερηθεί κανείς τα πάντα, στον πιο ακραίο βαθμό, το όνομα του Κυρίου μας «Ιησούς» είναι ικανό να μας φέρει στην πληρότητα της ζωής.

Αναγκάστηκα, για να έχω ακέραια την ευθύνη της μαρτυρίας για τον Γέροντα, να αναφέρω και πράγματα που, υπό άλλες συνθήκες, δεν θα περιέγραφα. Αισθάνομαι απέραντη ευγνωμοσύνη για τον Γέροντα π. Ιγνάτιο, αλλά και τον π. Συμεών Κραγιόπουλο, και θα ήθελα, χωρίς να θέλω να επιβάλω τίποτα σε κανέναν, να τελειώσω τον λόγο μου με την αυθόρμητη προσευχή: «Όσιοι Πατέρες Ιγνάτιε και Συμεών, πρεσβεύσατε υπέρ ημών σωθήναι τας ψυχάς ημών».

 

 

ΠΗΓΗ: https://www.pemptousia.gr