Tα μνημόσυνα ωφελούν μόνο τους κεκοιμημένους ή και τους ζωντανούς;

Απόσπασμα από το βιβλίο 
«Τα ιερά μνημόσυνα» 
Πρωτ. Θεμιστ. Χριστοδούλου

Η τέ­λε­ση των μνη­μο­σύ­νων για τους κε­κοι­μη­μέ­νους προ­σφέ­ρει με­γά­λη ω­φέ­λεια και προς τους ε­πι­ζών­τας. Η συ­νε­χής μνή­μη θα­νά­του, η καλ­λι­έρ­γεια της α­δι­ά­λει­πτης προ­σευ­χής υ­πέρ των κε­κοι­μη­μέ­νων α­πο­τε­λεί για μας έ­να κα­λό ξε­κί­νη­μα στον πνευ­μα­τι­κό μας α­γώ­να. Η μνή­μη θα­νά­του που προ­κύ­πτει έ­στω και με τον αιφ­νί­διο θά­να­το προ­σφι­λών μας προ­σώ­πων, α­πο­τε­λεί θα λέ­γα­με κα­τά κά­ποι­ο τρό­πο ευ­και­ρί­α για να ε­πι­στρέ­ψου­με προς τον Θε­ό και την Α­γί­α T­ου Εκ­κλη­σί­α με την α­λη­θι­νή με­τά­νοι­α.




Η α­πα­σχό­λη­ση των πι­στών με τα μνη­μό­συ­να μπο­ρεί να χα­ρα­κτη­ρι­στεί ως έ­να κα­λό ερ­γό­χει­ρο που κα­τερ­γά­ζε­ται με την προ­σε­κτι­κή με­λέ­τη του τη σω­τη­ρί­α μας. Για το λό­γο αυ­τό πι­στεύ­ου­με ό­τι η ε­πι­στρο­φή της κα­λής συ­νή­θειας της πα­ρα­σκευ­ής των κολ­λύ­βων των κε­κοι­μη­μέ­νων μας, δεν συ­νι­στά μό­νο ε­πι­στρο­φή στις ρί­ζες και τις πα­ρα­δό­σεις μας, αλ­λά εί­ναι και πρά­ξη που βο­η­θά την ί­δια την ψυ­χή μας. Ε­πί­σης εί­ναι α­λή­θεια ό­τι στη χει­ρό­γρα­φη πα­ρά­δο­σή μας εν­το­πί­ζου­με ε­κτός της νε­κρω­σί­μου ευ­χής της πο­λύ γνω­στής και πο­λύ πα­λαι­άς «ο Θε­ός των πνευ­μά­των…» και την ευ­χή εις πεν­θούν­τας: « Κύ­ρι­ε των δυ­νά­με­ων η πα­ρη­γο­ριά των θλι­βο­μέ­νων και η πα­ρά­κλη­ση των πεν­θούν­των και η βο­ή­θεια ό­λων αυ­τών που έ­χουν χά­σει το θάρ­ρος τους, τους συ­νε­χο­μέ­νους α­πό το πέν­θος του κε­κοι­μη­μέ­νου, πα­ρη­γό­ρη­σε με τη δι­κή σου ευ­σπλα­χνί­α και θε­ρά­πευ­σε κά­θε πό­νο που υ­πάρ­χει μέ­σα βα­θειά στην καρ­διά τους κι α­νά­παυ­σε το δού­λο σου που έ­χει κοι­μη­θεί με την ελ­πί­δα της α­να­στά­σε­ως και της αι­ω­νί­ου ζω­ής, στον κόλ­πο του Α­βρα­άμ. Συ εί­σαι η α­νά­στα­σις και ζω­ή κι η α­νά­παυ­ση…­».
Η ευ­χή αυ­τή σ’­ο­λό­κλη­ρη την χει­ρό­γρα­φη πα­ρά­δο­σή μας α­κο­λου­θεί την πρώ­τη ευ­χή. Αυ­τό ση­μαί­νει ό­τι η Εκ­κλη­σί­α μας ε­φρόν­τι­ζε και φρον­τί­ζει ό­χι μό­νο για τους κε­κοι­μη­μέ­νους, αλ­λά και για τα ζων­τα­νά μέ­λη της που έ­χουν α­νάγ­κη πα­ρα­μυ­θί­ας και πα­ρα­κλή­σε­ως μπρο­στά στο μυ­στή­ριο του θα­νά­του. Η α­νά­γνω­ση αυ­τής της ευ­χής πρέ­πει και ε­πι­βάλ­λε­ται να ξα­ναμ­πεί σε χρή­ση στο Ευ­χο­λό­γιό μας και ό­χι μό­νο κα­τά την α­κο­λου­θί­α του μνη­μο­σύ­νου, αλ­λά και κα­τά την ε­ξό­διο νε­κρώ­σι­μο α­κο­λου­θί­α . Μί­α θέ­ση που της α­νή­κει, και που θα δώ­σει με­γά­λη πα­ρη­γο­ριά στους συγ­γε­νείς των κε­κοι­μη­μέ­νων που πε­ρι­μέ­νουν κι αυ­τοί με τό­ση λα­χτά­ρα να α­κού­σουν λό­γους πα­ρα­μυ­θί­ας α­πό τα στό­μα­τα των κλη­ρι­κών που τε­λούν τις νε­κρώ­σι­μες ε­πι­μνη­μό­συ­νες δε­ή­σεις και α­κο­λου­θί­ες.


Ε­κτός αυ­τών τα μνη­μό­συ­να ω­φε­λούν τους ζων­τα­νούς, δι­ό­τι « α­να­πτύσ­σε­ται η α­γά­πη με­τα­ξύ των ζών­των και τε­θνε­ώ­των». Η ω­φέ­λεια συν­δέ­ε­ται ά­με­σα με τη χρι­στι­α­νι­κή α­ρε­τή . Ε­νι­σχύ­ε­ται η πί­στις στην πέ­ραν του τά­φου ζω­ή. Ε­νι­σχύ­ε­ται η ελ­πί­δα στο έ­λε­ος του Θε­ού. Δι­α­κη­ρύσ­σε­ται η δια­ρκής πα­ρου­σί­α του Χρι­στού στον κό­σμο. Δι­δά­σκε­ται ό­τι ο άν­θρω­πος εί­ναι ου­ρα­νο­πο­λί­της. Με­τα­βαί­νει α­πό τη στρα­τευ­ο­μέ­νη Εκ­κλη­σί­α της γης, στη Θρι­αμ­βεύ­ου­σα Εκ­κλη­σί­α του ου­ρα­νού. Ο Χρι­στός ει­σα­κού­ει τις δε­ή­σεις ό­λων και λυ­γί­ζει μπρο­στά στις πρε­σβεί­ες της Θε­ο­τό­κου και των Α­γί­ων.
Η ελ­πί­δα της σω­τη­ρί­ας των χρι­στια­νών δεν χά­νε­ται με­τά το θά­να­το. Ε­πει­δή ει­σα­κού­ει ο φι­λάν­θρω­πος Θε­ός τις δε­ή­σεις της Εκ­κλη­σί­ας μας , πα­ρέ­χε­ται συγ­χώ­ρε­ση των α­μαρ­τη­μά­των σ’ αυ­τούς χά­ρη των ο­ποί­ων τε­λούν­ται τα μνη­μό­συ­να. Η ο­ρι­στι­κή α­πό­φα­σις του Θε­ού για τη μέλ­λου­σα α­μοι­βή ή τι­μω­ρί­α δεν εκ­δό­θη­κε α­κό­μη. Αυ­τή ε­πι­φυ­λάσ­σε­ται για τη Δευ­τέ­ρα κι Φρι­κτή Πα­ρου­σί­α. Μέ­χρι τό­τε η Εκ­κλη­σί­α μπο­ρεί να α­να­πέμ­πει δε­ή­σεις και ι­κε­σί­ες για τα μέ­λη της. Ό­πως στη στρα­τευ­ο­μέ­νη Εκ­κλη­σί­α αυ­τοί που βρί­σκον­ται σε εκ­κλη­σι­α­στι­κή τι­μω­ρί­α για τις α­μαρ­τί­ες που δι­έ­πρα­ξαν, στε­ρούν­ται τα θεί­α μυ­στή­ρια, έ­τσι και στη θρι­αμ­βεύ­ου­σα, αυ­τοί που πέ­θα­ναν με τις α­μαρ­τί­ες που δι­έ­πρα­ξαν εί­ναι μα­κριά α­πό τους α­γί­ους και τους δι­καί­ους. Με τις δε­ή­σεις και ι­κε­σί­ες υ­πέρ των κε­κοι­μη­μέ­νων α­να­πτύσ­σε­ται η φι­λα­δελ­φεί­α. Α­να­κου­φί­ζον­ται οι ζών­τες και θλι­βό­με­νοι για τον θά­να­το του προ­σφι­λούς των προ­σώ­που. Και τού­το , δι­ό­τι ο θά­να­τος εί­ναι πι­κρός, δη­μι­ουρ­γεί θλί­ψη α­φό­ρη­τη. Χω­ρί­ζει α­πό­το­μα τους προ­σφι­λείς. Η προ­σευ­χή και το μνη­μό­συ­νο εί­ναι ο μό­νος τρό­πος ε­πι­κοι­νω­νί­ας μα­ζί με τα προ­σφι­λή μας πρό­σω­πα που ε­ξε­δή­μη­σαν α­πό τον πα­ρόν­τα κό­σμο.
Έ­τσι εν­θυ­μού­με­θα τη μα­ται­ό­τη­τα του κό­σμου και των πραγ­μά­των αυ­τού. Αυ­τό δε συ­νι­στά πα­ρα­κί­νη­ση προς την ε­νά­ρε­τη πο­λι­τεί­α. Εν­θάρ­ρυν­ση για ευ­ερ­γε­σί­ες και α­γα­θο­ερ­γί­ες. Γι’ αυ­τό και το­νί­ζει ο ι­ε­ρός Δα­μα­σκη­νός, «Ο Θε­ός θέ­λει ώ­στε ό έ­νας με τον άλ­λο ό­λοι να ευ­ερ­γε­τού­με­θα και ζών­τες και με­τά θά­να­τον», α­φού προ­σφέ­ρου­με «Χρι­στόν σφα­γι­α­σμέ­νον ζη­τών­τας συγ­χώ­ρε­ση α­πό το φι­λάν­θρω­πο Θε­ό και για τα δι­κά μας αμαρτήματα αλλά και «υπέρ αυτών» των κεκοιμημένων»…”