Το δικαίωμα να μιλάς και το χρέος να αγαπάς

Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Υπάρχουν φράσεις που ταξιδεύουν στον χρόνο. Επαναλαμβάνονται, γίνονται σύνθημα, αποκτούν τη δύναμη παροιμίας, και στο τέλος συνδέονται με πρόσωπα που ίσως δεν τις είπαν ποτέ. Μία από τις πιο γνωστές είναι η φράση που αποδίδεται συχνά στον Βολταίρο: «Διαφωνώ με αυτό που λες, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να το λες».

Η φράση είναι διάσημη. Εκφράζει με απλότητα κάτι που κάθε δημοκρατική κοινωνία οφείλει να θεωρεί πολύτιμο: ότι η διαφωνία δεν πρέπει να οδηγεί στη φίμωση. Μόνο που, όπως φαίνεται, δεν πρόκειται για λόγια του Βολταίρου. Η πρώτη γνωστή διατύπωση βρίσκεται στο βιβλίο The Friends of Voltaire της Evelyn Beatrice Hall, το οποίο εκδόθηκε το 1906, αρκετά χρόνια μετά τον θάνατο του Γάλλου διαφωτιστή (1778). Η Hall δεν παρέθετε αυθεντική φράση του· προσπάθησε μάλλον να αποδώσει με δικά της λόγια το πνεύμα που θεωρούσε ότι εξέφραζε το έργο του.

Αυτό, βέβαια, δεν κάνει το θέμα λιγότερο ενδιαφέρον. Αν ο Βολταίρος δεν είπε τη φράση, θα μπορούσε άραγε να την είχε πει; Η απάντηση δεν είναι απλή. Ο Βολταίρος υπήρξε σφοδρός πολέμιος της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας και της αυθαίρετης εξουσίας. Η υπόθεση του Jean Calas, ενός Γάλλου Προτεστάντη που καταδικάστηκε και εκτελέστηκε άδικα το 1762, τον συγκλόνισε. Με αφορμή αυτή την υπόθεση έγραψε το περίφημο Traité sur la tolérance, ένα κείμενο υπέρ της θρησκευτικής ανεκτικότητας και κατά του φανατισμού.

Ωστόσο, ο Βολταίρος δεν ήταν υπόδειγμα πραότητας και ανεκτικότητας. Υπήρξε συχνά ειρωνικός, αιχμηρός, κάποτε και σκληρός απέναντι σε αντιπάλους του, ιδίως απέναντι σε θεσμικές μορφές θρησκείας που θεωρούσε φορείς σκοταδισμού ή καταπίεσης. Η ιστορική του εικόνα δεν χωρά εύκολα σε μία ωραία φράση. Μπορούμε όμως να πούμε ότι, έστω κι αν δεν είπε τη συγκεκριμένη φράση, η δημόσια δράση του συνδέθηκε σε μεγάλο βαθμό με την υπεράσπιση της συνείδησης απέναντι στον καταναγκασμό.

Το ουσιαστικό ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο φιλολογικό. Δεν μας απασχολεί απλώς αν η φράση ανήκει ή δεν ανήκει στον Βολταίρο. Το ερώτημα είναι τι σημαίνει πραγματικά να σέβεται κανείς την αντίθετη γνώμη.

Εδώ χρειάζεται μια αναγκαία διάκριση. Άλλο πράγμα είναι να σέβομαι τον άνθρωπο που εκφράζει μία άποψη, και άλλο να αποδέχομαι την άποψή του ως σωστή. Ο σεβασμός προς το πρόσωπο είναι αδιαπραγμάτευτος. Η αποδοχή κάθε ιδέας, όμως, δεν είναι αρετή· μπορεί να γίνει παραίτηση από την αλήθεια. Αν κάποιος λέει κάτι ψευδές, άδικο, συκοφαντικό ή απάνθρωπο, δεν είμαι υποχρεωμένος να το επιδοκιμάσω στο όνομα της ανεκτικότητας. Μπορώ, και κάποιες φορές οφείλω, να το αντικρούσω. Το ζήτημα είναι με ποιον τρόπο.

Σε αυτό το σημείο η Χριστιανική παράδοση έχει κάτι πιό ουσιαστικό να προσφέρει από μια γενική θεωρία ανοχής. Η Εκκλησία δεν καλεί απλώς τον άνθρωπο να «ανεχθεί» τον άλλον, σαν να πρόκειται για ενόχληση που πρέπει να υπομείνει. Τον καλεί να τον δει ως πρόσωπο, ως εικόνα Θεού. Ακόμη και ο άνθρωπος που σφάλλει, που διαφωνεί, που προκαλεί ή που απορρίπτει την πίστη, δεν παύει να έχει αξία. Η άποψή του μπορεί να είναι λανθασμένη· ο ίδιος όμως δεν παύει να είναι πρόσωπο.

Αυτό δεν είναι δευτερεύον στοιχείο της Χριστιανικής πίστης. Βρίσκεται στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο ο Θεός σχετίζεται με τον άνθρωπο. Ο Χριστός δεν επιβάλλεται με τη βία. Προσκαλεί. «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν», λέει στο Ευαγγέλιο. Η πίστη δεν μπορεί να γεννηθεί από εξαναγκασμό. Μπορεί να πιεστεί κανείς να σωπάσει, να συμμορφωθεί, να προσποιηθεί. Δεν μπορεί όμως να εξαναγκαστεί να πιστέψει αληθινά. Η πίστη προϋποθέτει ελευθερία· χωρίς αυτήν γίνεται απλώς εξωτερική πειθαρχία.

Γι’ αυτό και ο λόγος της Εκκλησίας, όταν είναι πραγματικά εκκλησιαστικός, δεν έχει ανάγκη από κραυγές. Ο απόστολος Πέτρος ζητά από τους χριστιανούς να δίνουν λόγο για την ελπίδα τους «με πραότητα και φόβο», δηλαδή με σεβασμό και εσωτερική σοβαρότητα. Η αλήθεια δεν γίνεται πιο πειστική όταν εκφέρεται με αλαζονεία. Αντίθετα, όταν συνοδεύεται από ύβρη, χάνει τη μαρτυρική της δύναμη και γίνεται ιδεολογικό όπλο.

Το ίδιο πνεύμα συναντούμε και στον απόστολο Παύλο, όταν γράφει προς τους Γαλάτες ότι οι πιστοί κλήθηκαν στην ελευθερία, αλλά δεν πρέπει να κάνουν την ελευθερία αφορμή για εγωισμό. Η ελευθερία, στη Χριστιανική προοπτική, δεν είναι το δικαίωμα να λέω και να κάνω οτιδήποτε χωρίς ευθύνη. Είναι η δυνατότητα να αγαπώ, να διακρίνω, να μαρτυρώ την αλήθεια χωρίς να καταπατώ τον άλλον.

Από εδώ προκύπτει και η δυσκολία του δημόσιου λόγου σήμερα. Από τη μία πλευρά, υπάρχουν φωνές που στο όνομα της ελευθερίας θεωρούν θεμιτό κάθε λόγο, ακόμη και όταν αυτός διασύρει, συκοφαντεί ή υποκινεί μίσος. Από την άλλη, υπάρχουν φωνές που στο όνομα του σεβασμού θα ήθελαν να σιωπά κάθε άποψη που ενοχλεί. Και οι δύο στάσεις είναι προβληματικές. Η πρώτη μετατρέπει την ελευθερία σε ασυδοσία. Η δεύτερη μετατρέπει τον σεβασμό σε λογοκρισία.

Βεβαίως, η ελευθερία του λόγου έχει όρια. Δεν μπορεί να γίνει άλλοθι για απειλές, ψεύδη, εξευτελισμό ή υποκίνηση βίας. Μια κοινωνία δεν μπορεί να μένει αδιάφορη μπροστά σε λόγο που στρέφεται ευθέως κατά της αξιοπρέπειας και της ασφάλειας ανθρώπων ή ομάδων. Όμως χρειάζεται μεγάλη προσοχή: δεν είναι κάθε σκληρή κριτική μίσος. Δεν είναι κάθε διαφωνία προσβολή. Δεν είναι κάθε ενοχλητική άποψη απειλή. Αν χάσουμε αυτές τις διακρίσεις, θα καταλήξουμε είτε σε κοινωνία θορυβώδη και σκληρή είτε σε κοινωνία φοβική και άφωνη.

Η Χριστιανική απάντηση δεν είναι ούτε η φίμωση ούτε ο σχετικισμός. Δεν λέει ότι όλες οι απόψεις είναι ίδιες. Δεν λέει όμως και ότι όποιος σφάλλει πρέπει να συντριβεί. Ο χριστιανός μπορεί να διαφωνεί καθαρά, να ελέγχει με παρρησία, να υπερασπίζεται την αλήθεια χωρίς εκπτώσεις. Αλλά ο τρόπος του πρέπει να φανερώνει ότι απέναντί του δεν βλέπει εχθρό, αλλά άνθρωπο.

Ίσως, τελικά, δεν έχει τόση σημασία να αποδείξουμε αν ο Βολταίρος είπε ή δεν είπε τη γνωστή φράση. Σημασία έχει να υπερασπιζόμαστε το δικαίωμα του άλλου να μιλά, χωρίς να παραιτούμαστε από τη δική μας ευθύνη να κρίνουμε. Να αντιλέγουμε χωρίς να μισούμε. Να θυμόμαστε ότι η αλήθεια χωρίς αγάπη σκληραίνει, ενώ η αγάπη χωρίς αλήθεια χάνει το φως της.

Η ελευθερία του λόγου δεν είναι απλώς πολιτικό δικαίωμα. Είναι δοκιμασία ήθους. Και για τον χριστιανό, είναι κάτι ακόμη περισσότερο: είναι τόπος όπου φαίνεται αν η πίστη του γίνεται μαρτυρία ή επιβολή, αγάπη ή αυτάρεσκη βεβαιότητα. Διότι το δικαίωμα του άλλου να μιλά δεν αναιρεί το χρέος μας να διακρίνουμε. Και το χρέος μας να υπερασπιζόμαστε την αλήθεια δεν μας απαλλάσσει ποτέ από την εντολή να αγαπούμε.

 

ΠΗΓΗ: https://anastasiosk.blogspot.com