Ὁ Ἅγιος Παχώμιος ὁ Μέγας εἶχε ἕναν μαθητή μικρό, νέο παιδί ἤτανε, πού τόν λέγανε Θεόδωρο, ὁ ὁποῖος ἄν καί ἤτανε νέος, στήριζε πολλούς ἀσθενέστερους στήν ἄσκηση καί πιό ἡλικιωμένους ἀπ’ αὐτόν, πιό μεγάλους στήν ἡλικία καί πιό πολλά χρόνια στήν ἄσκηση. Ἦταν ταπεινός πολύ, γι’ αὐτό ἦταν καί ἁγιασμένος καί προοδευμένος πνευματικά.
Ὅλοι στό κοινόβιο, ἐκεῖ πού ἦταν ὁ Ἅγιος Παχώμιος, συνηθίζανε κάθε ἀπόγευμα νά συγκεντρώνονται σ’ ἕνα μέρος τοῦ μοναστηριοῦ καί ν’ ἀκοῦνε μέ μεγάλη προσοχή τή διδασκαλία τοῦ Μεγάλου Παχωμίου. Μαζευόντουσαν κάθε ἀπόγευμα καί κάνανε μάθημα, τούς δίδασκε ὁ Γέροντας.
Ὁ Θεόδωρος ἀμέσως, χωρίς καμιά ἀντιλογία ἐκήρυξε στούς ἀδελφούς ἀρκετά γιά τήν ψυχική τους ὠφέλεια. Δέν εἶπε:
Γέροντα.. ἔ!, τώρα.. ἐγώ εἶμαι νέος.. δέν κάνει..
Τίποτα ἀπ’ αὐτά! Ταπεινολογίες, δηλαδή. Εἶπε ὁ Γέροντας νά κάνω κήρυγμα, θά κάνω. Αὐτός εἶναι ὁ ταπεινός ἄνθρωπος.
Σοῦ λέει: «Τώρα τί;.. αὐτό τό παιδαρέλι θά μᾶς μιλήσει ἐμᾶς πού ἔχουμε ἀσπρίσει στήν ἄσκηση;.. ἄσπρισαν τά μαλλιά μας καί τά γένια μας…». Τόν περιφρόνησαν.
Καί τί κάνανε λοιπόν; Σηκώθηκαν καί ἔφυγαν. Ἐγκατέλειψαν τή συγκέντρωση καί πῆγε ὁ καθένας στό κελί του.
Ὅταν τέλειωσε τό κήρυγμα, ἔστειλε ὁ Μέγας Παχώμιος καί τούς κάλεσε. Τούς λέει:
-Γιά ἐλᾶτε ἐδῶ πατέρες, γιά ποιό λόγο ἐγκαταλείψατε τό κήρυγμα καί φύγατε στά κελιά σας; Ἀφήσατε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ;
Καί ἐκεῖνοι ἀπάντησαν:
-Γιατί ὅρισες δάσκαλο ἕνα παιδί νά διδάξει ἐμᾶς τούς ἡλικιωμένους πού γεράσαμε μέσα στό μοναστήρι.
Ὅταν ἄκουσε αὐτή τή δικαιολογία ὁ Μέγας Παχώμιος, ἀναστέναξε βαθιά καί μέ διάθεση μελαγχολική τούς εἶπε:
-Γνωρίζετε ἀπό ποῦ προῆλθαν στόν κόσμο τά κακά;
-Ἀπό ποῦ; τόν ρωτοῦσαν ἐκεῖνοι.
-Ἀπό τήν ὑπερηφάνεια, ἐξαιτίας τῆς ὁποίας ἐξέπεσε ἀπό τόν οὐρανό ὁ Ἑωσφόρος, ὁ ἀρχηγός τῶν Δαιμόνων…Προσέξτε λοιπόν Πατέρες, γιατί νικηθήκατε ἀπό τόν Διάβολο καί χάσατε ὅλη σας τήν ἀρετή. Ξεχάσατε, ὅτι αὐτός πού ταπεινώνεται, θά ὑψωθεῖ καί αὐτός πού ὑψώνεται, θά ταπεινωθεῖ. Μ’ αὐτό πού κάνατε, πού φύγατε ἀπό τή σύναξη, ἀπό τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, τί κάνατε; Ὑπερηφανευτήκατε.
Σᾶς λέω λοιπόν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὅτι ἄν δέν δείξετε μεγίστη μετάνοια γι’ αὐτό τό πταῖσμα σας, ὥστε νά σᾶς συγχωρεθεῖ τό παράπτωμα, θά πᾶτε χαμένοι.
Τούς προαναγγέλλει δηλαδή τήν κόλαση, ἄν δέν μετανοήσουν. Βλέπετε πόσο σοβαρό πράγμα ἦταν αὐτό; Γιατί καταφρόνησαν τό Πνεῦμα τό Ἅγιο πού μιλοῦσε μέσα ἀπό τόν μετέπειτα Ἅγιο Θεόδωρο!
