Ὁ Εὐαγγελισμός ( Λουκ. α: 26-33 )

Βασίλειος Μπακογιάννης (Ἀρχιμανδρίτης)

Πέρασαν περίπου ἔξι μῆνες ἀπό τότε πού ἡ Μαρία ἐγκαταστάθηκε στήν Ναζαρέτ στό σπίτι τοῦ Ἰωσήφ. Φαίνεται πώς στό διάστημα αὐτό εἶχε παλαιωθεῖ τό «καταπέτασμα» τοῦ ναοῦ . Καί ἔπρεπε νά ἀντικατασταθεῖ. Τό ἱερώτατο αὐτό σκεῦος δέν μποροῦσε νά προέλθει ἀπό ἀκάθαρτα χέρια. Ἔπρεπε νά «βγεῖ» ἀπό χέρια ἀμίαντα καί καθαρά.

Ὁ ἀρχιερέας Ζαχαρίας διέταξε νά φέρουν στό ναό τίς ἀμίαντες παρθένες ἀπό τήν φυλή Δαυίδ. Ἔδωσε ξεχωριστή ἐντολή νά φέρουν ἀπό τήν Ναζαρέτ τήν παρθένο Μαριάμ. Εἶχαν ἤδη συγκεντρωθεῖ ἑπτά Παρθένες. Ἔβαλαν κλῆρο. Καί ὁ κλῆρος «ἔπεσε» στήν Μαριάμ.

Ἡ Μαριάμ πῆρε τά «ὑλικά», τόν χρυσό, τόν ἀμίαντο, τήν βύσσον, τό σηρικόν, τόν ὑάκινθον, τό κόκκινον καί τήν πορφύραν, γύρισε σπίτι της στή Ναζαρέτ καί «ἔγνεθε», ἔφτιαχνε τό ὕφασμα τοῦ καταπετάσματος.
Ἦταν 25 Μαρτίου. Κυριακή ἀπόγευμα. Ἡ Παρθένος σταμάτησε πρός στιγμή τό ἱερό ἐργόχειρό της. Πῆρε τήν στάμνα ( σύμφωνα μέ τό πρωτευαγγέλιο ) καί πήγαινε γιά νερό στήν βρύση. Καθώς ἔβγαινε ἀπό τό σπίτι, ἄκουσε φωνή πού ἔλεγε:

– Χαῖρε κεχαριτωμένη Μαρία. Ὁ Κύριος μετά σοῦ. Ἦταν ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ.
«Κεχαριτωμένη» τήν εἶπε. Ποιός; Αὐτός ( ὁ ἀρχάγγελος! ) ποὺ «πιάνει τήν μύτη του» καί στόν παραμικρό ἐμπαθῆ λογισμό ! Ἀναλογιζόμαστε τό μέγεθος τῆς ἁγιότητός της!
Συνέχισε τό ἐγκώμιον ὁ μέγας Γαβριήλ:

– Εἶσαι ἡ μόνη γυναίκα, πού ἔχεις τόσο πολύ εὐλογηθεῖ ἀπό τόν Κύριο. «Εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξί». ( Λουκ. α, 26 )

Τί λόγια κολακευτικά. Ἰδιαίτερα γιά μία γυναίκα. Σημειωτέον, ὅτι τά λόγια αὐτά δέν ἔβγαιναν ἀπό τό στόμα τοῦ Ἀρχαγγέλου ὑποκριτικά. Ἔβγαιναν μέσα ἀπό τήν καρδιά του. Καί τό πρόσωπό του ἄστραφτε ἀπό χαρά, πού συνάντησε ἐπί γῆς μία τέτοια γυναίκα. Κι αὐτό τό ἔβλεπε ἡ Μαρία. Καί ὅμως δέν κολακεύτηκε. Οὔτε στό ἐλάχιστο. Τουναντίον ἀνησύχησε. «διεταράχθη ἐπί τῷ λόγῳ αὐτοῦ» ( Λουκ. α. 28 ).

Ἄφησε τήν στάμνα. Καί μπῆκε «ἐν τῇ σκηνῇ ( = οἰκία ) τοῦ Ἰωσήφ». Κάθησε κοντά στό θρόνο της, καί ἔγνεθε τό ὕφασμα τοῦ καταπετάσματος ( ὅπως δείχνει καί ἡ εἰκόνα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ). «Καί διελογίζετο ποταπός εἴη ὁ ἀσπασμός οὗτος» ( Λουκ. α, 30 ).

– Μήπως, ἔλεγε, ὁ πονηρός μοῦ ἔστησε καμιά πλεκτάνη ; Καί πάθω, ὅ,τι ἔπαθε ἡ προμήτορα Εὔα; Κι ἦταν κοπελίτσα 15 ἐτῶν! Κρίσιμες στιγμές. Ὁ ἀρχάγγελος προσπάθησε νά τήν καθησυχάσει.

– Μήν φοβᾶσαι Μαριάμ. Ὁ Θεός σέ χαρίτωσε. Θά μείνεις ἔγκυος. Θά κάνεις παιδί καί θά τό πεῖς Ἰησοῦ. Θά γίνει μεγάλος. Θά ὀνομαστεῖ υἱός τοῦ Ὑψίστου. Καί ἄλλα μεγαλεῖα ( Λουκ. α’ 30 – 32 ).

Καί ἡ παρθένος διερωτᾶται: «Πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω». ( Λουκ. α : 34 ). Ἐγώ δέν σχετίζομαι μέ σύζυγο. Πῶς θά γίνει αὐτό ποὺ λές; «Καί μήν διά τοῦτο ἔσται, ἐπειδή ἄνδρα οὐ γινώσκεις, ( ρητορεύει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ). Εἰ γάρ ἐγίνωσκες ἄνδρα, οὐκ ἄν κατηξιώθης ὑπηρετήσασθαι τήν διακονίαν ταύτην. Ὥστε δι’ ὅ ἀπιστεῖς, δι’ αὐτό πίστευε». ( Ε.Π.Ε . τ. 4 σελ. 250 ) Δηλαδή: Μά γιά αὐτό θά γίνει. Ἐπειδή δέν ἔχεις ἄνδρα. Διότι ἄν εἶχες ἄνδρα, δέν θά καταξιωνόσουν μιᾶς τέτοιας διακονίας. Ὥστε αὐτό πού σέ κάνει νά ἀπιστεῖς, αὐτό σέ κάνει νά πιστέψεις.

Φυσικά ἡ Παρθένος δέν ἦταν ἄπιστη! Εἶχε τόν σκοπό της πού ἀμφέβαλε. Ἤθελε ( διδάσκει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ) νά ἐξακριβώσει μέ πᾶσα λεπτομέρεια, ἄν πρόκειται περί πλάνης. ( ὁμιλ. ιδ’ 1 )

Ὁ Γαβριήλ τῆς ἐξήγησε πῶς θά γίνει τό μεγάλο γεγονός.

– Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπί σέ καί δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι. ( Λουκ. α: 33 ). Μήν φοβᾶσαι! Ἡ παρθενία σου θά διαφυλαχθεῖ. Δύναμη Θεοῦ θά σέ καλύψει. Πνεῦμα ἅγιο θά ἔρθει ἐπάνω σου. Καί θά γεννήσεις χωρίς ἄνδρα.

Τώρα διαπίστωσε πώς αὐτό εἶναι θέλημα Θεοῦ. Ὅμως ἡ ἴδια πίστευε πώς πνευματικά ἦταν ἡ πιό πάμφτωχη γυναίκα. Ἑπομένως αὐτό πού τῆς λέει ὁ Γαβριήλ, εἶναι ἀντίθετο μέ τό φρόνημά της, τήν ἐπιθυμία της, τήν δύναμή της. Παρόλο αὐτό δέν ἔφερε ἀντίρρηση. Ὑπέταξε τό θέλημά της στό θέλημα τοῦ Θεοῦ.