Οἱ σύγ­χρο­νοι Ἅ­γιοι δέν ἔ­λε­γαν τί­πο­τε δι­α­φο­ρε­τι­κό ἀ­πό αὐ­τό πού μᾶς δι­α­σώ­ζει σύσ­σω­μη ἡ Πα­τε­ρι­κή πα­ρά­δο­ση μέ­σα ἀ­πό τίς ζω­ές καί τούς λό­γους ὅ­σων ἀ­κο­λού­θη­σαν ἐ­π’ ἐλ­πί­δι Ἀ­να­στά­σε­ως τόν Εὐ­αγ­γε­λι­κό Λό­γο. Ζω­ή δί­χως εὐ­χα­ρι­στί­α ση­μαί­νει βί­ο ἀ­νώ­φε­λο, ἀ­χά­ρι­στο, χω­ρίς ἐλ­πί­δα, χω­ρίς Χρι­στό. “Πάν­το­τε χαί­ρε­τε, ἀ­δι­α­λεί­πτως προ­σεύ­χε­σθε, ἐν παν­τί εὐ­χα­ρι­στεῖ­τε”, μᾶς πα­ραγ­γέ­λλει ὁ Ἀ­πό­στο­λος τῶν Ἐ­θνῶν Παῦ­λος, πε­ρι­γρά­φον­τας τόν τρό­πο τῆς ζω­ῆς τῆς πρώ­της Χρι­στι­α­νι­κῆς κοι­νό­τη­τας, πού ζοῦ­σε στόν παλ­μό τῆς δι­δα­σκα­λί­ας τοῦ Χρι­στοῦ.


Ἡ Θεί­α Λει­τουρ­γί­α πού ἀ­πο­τε­λεῖ τό κέν­τρο ὅ­λης τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης λα­τρεί­ας κο­ρυ­φώ­νε­ται μέ τήν Κοι­νω­νί­α τῶν Ἀ­χράν­των Μυ­στη­ρί­ων πού ἀ­πο­κα­λεῖ­ται Θεί­α Εὐ­χα­ρι­στί­α. Λί­γο πρίν, στήν εὐ­χή τῆς Ἁ­γί­ας Ἀ­να­φο­ρᾶς διά τοῦ στό­ματος τοῦ ἱ­ε­ρέ­α, ὁ­μο­λο­γοῦ­με ἀ­πό τά βά­θη τῆς ὕ­παρ­ξής μας τήν δο­ξο­λο­γί­α γιά τήν ζω­ή πού μᾶς χα­ρί­στη­κε, γιά τήν πί­στη καί τήν ἐλ­πί­δα πού μᾶς δό­θη­κε: «Ἄ­ξιον καί δί­και­ον Σέ ὑ­μνεῖν, Σέ εὐ­λο­γεῖν, Σέ αἰ­νεῖν, Σοῖ εὐ­χα­ρι­στεῖν, Σέ προ­σκυ­νεῖν». Μέ τόν αἶ­νο αὐ­τό κα­τα­θέ­του­με στόν πα­τέ­ρα μας ὅ­λη μας τήν ὕ­παρ­ξη, τήν εὐ­γνω­μο­σύ­νη μας. Καί συ­νε­χί­ζου­με: “Γιά ὅ­λα αὐ­τά, Ἐ­σέ­να εὐ­χα­ρι­στοῦ­με, τόν Πα­τέ­ρα καί τόν μο­νο­γε­νῆ σου Υἱ­ό καί τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα· γιά ὅλ’ αὐ­τά, ὅ­σα ξέ­ρου­με κι ὅ­σα δέν ξέ­ρου­με, γιά ὅ­σες βλέ­που­με κι ὅ­σες δέν βλέ­πο­υμε εὐ­ερ­γε­σί­ες, πού ἔ­κα­μες σέ μᾶς”.


Καί ὁ λα­ός ἀ­παν­τᾶ, πά­λι δο­ξο­λο­γι­κά: “Ἅ­γιος, Ἅ­γιος, Ἅ­γιος εἶ­σαι Κύ­ρι­ε τῶν Δυ­νά­με­ων· γε­μά­τος ὁ οὐ­ρα­νός καί ἡ γῆ ἀ­πό τήν δό­ξα σου. Σῶ­σε μας, ὕ­ψι­στε Θε­έ· εὐ­λο­γη­μέ­νος ὁ ἐρ­χό­με­νος στό ὄ­νο­μα τοῦ Κυ­ρί­ου. Σῶ­σε μας, ὕ­ψι­στε Θε­έ”.
Αὐ­τή ἡ αἴ­σθη­ση τῆς εὐ­γνω­μο­σύ­νης καί ἡ δο­ξο­λο­γί­α στόν Θε­ό εἶ­ναι τό κέν­τρο τῆς πί­στης μας, τό πε­ρι­ε­χό­με­νο γιά τήν ἐλ­πί­δα μας. Τί­πο­τε δι­κό μας δέν ἔ­χου­με. Αὐ­τός μᾶς δη­μι­ούρ­γη­σε ἐκ τοῦ μή ὄν­τος, μᾶς ἀ­γα­πᾶ πα­ρ’ ὅ­λη τήν ἀ­στο­χί­α μας, μᾶς συγ­χω­ρεῖ πα­ρ’ ὅ­λα τά ἀ­στα­μά­τη­τα λά­θη μας.

Κι ὅ­σο νοι­ώ­θου­με μυ­στι­κά αὐ­τήν τήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ διά τῆς χά­ρι­τος τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος στήν ζω­ή μας, θέ­λου­με νά κά­νου­με πρά­ξη τήν εὐ­χή πού ἔ­χου­με ἀκού­σει λί­γο νω­ρί­τε­ρα στήν Με­γά­λη Συ­να­πτή:”ἑ­αυ­τούς καί ἀλ­λή­λους καί πᾶ­σαν τήν ζω­ήν ἡ­μῶν Χρι­στῷ τῷ Θε­ῷ πα­ρα­θώ­με­θα”. Ἄς ἀ­φή­σου­με ὁ κα­θέ­νας μας κι ὅ­λοι μα­ζί τόν ἑ­αυ­τό μας κι ὅ­λη μας τήν ζω­ή στόν Θε­ό μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό. Μό­νο ἔ­τσι κα­νείς προ­γεύ­ε­ται τήν χα­ρά τῆς Βα­σι­λεί­ας. Νά ἀ­φή­σου­με στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ τήν ζω­ή μας, νά εὐ­χα­ρι­στοῦ­με γιά τά πάν­τα, νά συ­ναι­σθαν­θοῦ­με ὅ­τι ἡ δο­ξο­λο­γί­α ὡς τρό­πος ὑ­παρ­ξια­κός, ἔμ­πρα­κτος, εἶ­ναι ἡ μό­νη ἀ­λη­θι­νή πί­στη καί ἀ­πο­τε­λεῖ τήν ἐ­σω­τε­ρι­κή ἐ­πί­κλη­ση τῆς χά­ρι­τος τοῦ Πα­να­γί­ου Πνεύ­μα­τος. 

Ἡ ἀ­χα­ρι­στί­α, ἡ γκρί­νια, ἡ μεμ­ψι­μοι­ρί­α, μᾶς κά­νουν νά ξε­χνᾶ­με στήν οὐ­σί­α τόν Θε­ό, μᾶς στρέ­φει στό σκο­τά­δι, μᾶς κά­νει νά μοι­ά­ζου­με μέ κα­κο­μα­θη­μέ­να παι­διά πού ξέ­χα­σαν τόν δω­ρη­τή κι ἔ­τσι δέν μπο­ροῦν πλέ­ον νά χα­ροῦν οὔ­τε τό δῶ­ρο, κα­θώς λέ­ει ὁ Ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος.

Ὅ­ποι­ος γνω­ρί­ζει τόν Κύ­ριο ὅ­πως πράγ­μα­τι εἶ­ναι, ὡς Θε­ό Ἀ­γά­πης καί εὐ­σπλαγ­χνί­ας, καί πι­στεύ­ει σ’ Αὐ­τόν μέ τήν ἐμ­πι­στο­σύ­νη τοῦ μι­κροῦ παι­διοῦ στόν πα­τέ­ρα Του, ἐμ­πι­στεύ­ε­ται τήν ζω­ή του καί ἐ­πι­θυ­μεῖ τήν ἴ­δια ἀ­γά­πη καί εὐ­σπλαγ­χνί­α νά τήν με­τα­δί­δει στόν πλη­σί­ον, ἀ­φοῦ δω­ρε­άν τήν ἔ­λα­βε καί δω­ρε­άν θέ­λει νά τήν δώ­σει (Μτθ. 10, 8). Ζεῖ καί εὐ­χα­ρι­στεῖ, ἀ­να­πνέ­ει καί δο­ξο­λο­γεῖ καί πάν­τα αἰ­σθά­νε­ται ὅ­τι δέν μπο­ρεῖ νά εἶ­ναι ἄ­ξιος τῆς εὐ­ερ­γε­σί­ας τοῦ Θε­οῦ ἀ­φοῦ δια­ρκῶς πέ­φτει καί κά­νει λά­θη, μά κα­θώς ση­κώ­νε­ται καί πά­λι, θέ­λει κι ἄλ­λο νά ζεῖ τήν κά­θε μέ­ρα δο­ξο­λο­γών­τας, εὐ­ερ­γε­τών­τας, ἀ­γα­πών­τας, με­τα­νο­ών­τας.

Αὐ­τός εἶ­ναι ὁ λό­γος πού ἡ Θεί­α με­τά­λη­ψη λέ­γε­ται Θεί­α Εὐ­χα­ρι­στί­α, αὐ­τός εἶ­ναι ὁ λό­γος πού δέν μπο­ρεῖ νά ὑ­πάρ­ξει Ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη δί­χως Εὐ­χα­ρι­στί­α. Τρῶ­με τήν σάρ­κα Του καί πί­νου­με τό αἷ­μα Του για­τί Ἐκεῖ­νος μᾶς τό ζή­τη­σε καί για­τί θέ­λου­με νά γί­νου­με ἕ­να μα­ζί Του, νά γί­νει ἡ ζω­ή Του, ζω­ή μας.


Ψάλ­λου­με πρίν τόν κα­θα­για­σμό τῶν Θεί­ων Δώ­ρων τό “Σέ ὑ­μνοῦ­μεν, σέ εὐ­λο­γοῦ­μεν, σοί εὐ­χα­ρι­στοῦ­μεν, Κύ­ρι­ε, καί δε­ό­με­θά σου, (Ἐ­σύ εἶ­σαι) ὁ Θε­ός ἡ­μῶν”. Τό λέ­με αὐ­τό για­τί κα­τα­λα­βαί­νου­με ὅ­τι ἡ Θεί­α Εὐ­χα­ρι­στί­α εἶ­ναι τό κέν­τρο ὅ­λης τῆς ζω­ῆς μας. Ἔ­τσι ὀ­φεί­λου­με νά ζοῦ­με κά­θε στιγ­μή τῆς ζω­ῆς μας, στήν χα­ρά καί τήν λύ­πη, στήν δο­κι­μα­σί­α καί στόν πει­ρα­σμό. Ζοῦ­με δο­ξο­λο­γών­τας τήν Χαρ­μο­λύ­πη. Χαι­ρό­μα­στε εύ­χα­ρι­στών­τας ἔμ­πρα­κτα καἰ συ­νά­μα λυ­πό­μα­στε γιά τίς ἁ­μαρ­τί­ες μας. Πα­ρα­κα­λοῦ­με καί εὐ­χό­μα­στε, δο­ξο­λο­γοῦ­με καί χαι­ρό­μα­στε.


Κι ἀ­φοῦ κοι­νω­νή­σου­με τό Σῶ­μα καί τό Αἷ­μα Του, ἐ­πι­θυ­μῶν­τας νά εἶ­ναι κά­θε στιγ­μή τῆς ζω­ῆς μας σάν κι αὐ­τή, ἀ­φοῦ ἡ Θεί­α Εὐ­χα­ρι­στί­α εἶ­ναι – καί πρέ­πει νά εἶ­ναι – τό ἀ­πο­κο­ρύ­φω­μα τῆς ἑ­βδο­μά­δας μας, δο­ξο­λο­γοῦ­με καί πά­λι διά τοῦ στό­μα­τος τοῦ ἱ­ε­ρέ­α: “Σέ εὐ­χα­ρι­στοῦ­με, φι­λάν­θρω­πε Δέ­σπο­τα, εὐ­ερ­γέ­τη τῶν ψυ­χῶν μας, για­τί καί σή­με­ρα μᾶς ἀ­ξί­ω­σες νά με­τα­λά­βου­με τά ἐ­που­ρά­νια καί ἀ­θά­να­τα μυ­στή­ριά Σου. Κά­με ἴ­σιο καί σω­στό τόν δρό­μο μας, στή­ρι­ξέ μας ὅ­λους μέ­σα στόν φό­βο Σου, φρού­ρη­σε τήν ζω­ή μας, στε­ρέ­ω­σε τά βή­μα­τά μας· μέ τίς εὐ­χές καί τίς ἱ­κε­σί­ες τῆς ἔν­δο­ξης Θε­ο­τό­κου καί ἀ­ει­παρ­θέ­νου Μα­ρί­ας κι ὅ­λων τῶν Ἁ­γί­ων Σου. Για­τί Ἐσύ εἶ­σαι ὁ ἁ­για­σμός μας κι Ἐσέ­να δο­ξά­ζου­με, τόν Πα­τέ­ρα καί τόν Υἱ­ό καί τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα, τώ­ρα καί πάν­τα καί στούς ἀ­τε­λεύ­τη­τους αἰ­ῶ­νες”. (Εὐ­χή πρίν τήν ἀ­πό­λυ­ση).



Ἄς εἶ­ναι ἔ­τσι ἡ ζω­ή μας, ἀ­δελ­φοί μου, κον­τά στόν Χρι­στό, δο­ξο­λο­γι­κή κι εύ­χα­ρι­στια­κή. Ἀ­μήν.