Ἡ βλασφημία (Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου)

“Πάσα … βλασφημία ἀρθήτω ἀφ’ ὑμῶν σύν πάσῃ κακία”. (Ἐφ. 4, 31)

Πρόλογος

Τήν χαρακτήρισαν ὡς ἐθνικό πάθος· μεγάλο στίγμα καί πληγή κοινωνική. Ἄλλη μιά ἐπίδοση τοῦ νεοέλληνα μέ πρωτοπορία παγκόσμια…
Δυστυχῶς, καί στίς μέρες μας ἡ βλασφημία ἐξακολουθεῖ νά μολύνει μέ τήν παρουσία της τούς δρόμους, τά ἐργοστάσια, τά γραφεῖα, τά σχολεῖα, τά γήπεδα, τό στρατό… Τά ὀνόματα τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Παναγιας, ὁ Τίμιος Σταυρός, τά ἱερά καί ὅσια τῆς πίστεώς μας, εὐκαίρως-ἀκαίρως διασύρονται καί σπιλώνονται ἀδιάντροπα. Πρόκειται πράγματι γιά πάθος πού ρυπαίνει τήν κοινωνική ἀτμόσφαιρα καί στιγματίζει τόν ἑλληνορθόδοξο πολιτισμό μας…

Οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας στηλιτεύουν τή βλασφημία ὡς τή χειρότερη ἁμαρτία. Καί τοῦτο γιατί, ὅπως λέει ὁ Μέγας Βασίλειος, «ἐκεῖνος πού ἁμαρτάνει παραβαίνει τόν θεῖο νόμο, ἐνῶ ἐκεῖνος πού βλαστημάει ἀσεβεῖ στόν ἴδιο τόν Θεό».
Στήν Ἀποκάλυψη, ὁ Ἀντίχριστος εἶναι ἐκεῖνος πού βλαστημάει τόν Θεό καί τούς ἁγίους Του: «Καί ἄνοιξε τό στόμα του γιά βλασφημία κατά τοῦ Θεοῦ, γιά νά βλαστημήσει τό ὄνομά Του καί τήν κατοικία Του κι’ ἐκείνους πού κατοικοῦν στόν οὐρανό» (Ἀποκ. 13, 6).
Τό τεῦχος τοῦτο εἶναι μιά σύνθεση ἀπό διάφορες ὁμιλίες τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, σέ ἐλεύθερη ἀπόδοση, καί ἀπευθύνεται στίς καλοπροαίρετες ψυχές τῶν ἀδελφῶν μας ἐκείνων, πού ἀπό συνήθεια παραμένουν ὑποχείριοι τῆς βλασφημίας.
Ὅσοι πάλι, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἀπαλλαγμένοι ἀπό τό φοβερό τοῦτο πάθος, ἐλπίζουμε πώς θά παρακινηθοῦν ν’ ἀναλάβουν μιάν ἱερή ἀντιβλασφημική σταυροφορία.
Εἶναι καιρός πιά ὅλοι ν’ ἀντιδράσουμε, ὅλοι νά ἐπαναστατήσουμε, γιά νά ἐξαλειφθεῖ ἡ κοινωνική αὐτή μάστιγα ἀπό τόν τόπο μας! …
Εὐχή καί ἐλπίδα μας εἶναι, οἱ ἀδελφοί μας, πού κυριαρχοῦνται ἀπό τό πάθος τῆς βλασφημίας, ἀγνοώντας τό βάρος καί τίς καταστροφικές της συνέπειες, νά φωτιστοῦν καί ν’ ἀπαλλαγοῦν ἀπ’ αὐτήν.
Ὁ δρόμος πού ὁδηγεῖ στή διόρθωση, περνάει ἀπό τή μετάνοια, τήν ἐξομολόγηση, τήν προσευχή, τή θεία Κοινωνία. Εἶναι δρόμος μοναδικός, πού πείθει καί τούς πιό δύσπιστους γιά τή γλυκύτητα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί Πλάστη μας…

Ἡ βλασφημία
Τίποτα χειρότερο!
Δέν ὑπάρχει τίποτα χειρότερο ἀπό τή βλασφημία! Καμία ἁμαρτία δέν συγκρίνεται μαζί της. Οὔτε τίποτ’ ἄλλο παροργίζει τόσο τόν Θεό, ὅσο τό νά βλασφημεῖται τ’ ὄνομά Του. Γι’ αὐτό δέν πρέπει κανείς οὔτε ν’ ἀμελήσει καί νά παρασυρθεῖ ὁ ἴδιος, μά οὔτε καί ν’ ἀδιαφορήσει, ἄν ἀκούσει τό φίλο του ἤ τόν ἐχθρό του νά βλαστημάει. Αὐτή ἡ ἁμαρτία αὐξάνει ὅλα τά κακά, ταράζει καί συγχύζει ὅλη μας τή ζωή καί στό τέλος μᾶς ἑτοιμάζει ἀτέλειωτη κόλαση καί ἀφόρητη τιμωρία.
Ὁ ἄνθρωπος πού ἀσεβεῖ καί βλαστημάει τόν Θεό, πού ἐναντιώνεται στούς νόμους Του καί δέν θέλει ποτέ νά ἐγκαταλείψει τήν παρανοϊκή αὐτή φιλονικία μοιάζει μέ τόν μεθυσμένο καί τόν τρελλό. Συμπεριφέρεται χειρότερα ἀπό ἐκείνους πού βρίσκονται σέ κατάσταση κραιπάλης καί ἔχουν χάσει τά λογικά τους, ἔστω κι ἄν ὁ ἴδιος φαίνεται ὅτι δέν τό αἰσθάνεται.
Ἡ βλασφημία καί ἡ αἰσχρολογια, ἄν καί γεννιοῦνται στήν ψυχή, δέν μένουν ὅμως μέσα της, ἀλλά μολύνουν καί τή γλώσσα πού τίς ξεστομίζει, μολύνουν καί τήν ἀκοή πού τίς ἀνέχεται. Σάν ἄλλα δηλητήρια φαρμακώνουν καί τήν ψυχή καί τό σῶμα.
Γιατί βλαστημᾶς;
Ὑπάρχουν μερικοί, πού μόλις κάνουν κάποιο λάθος ἤ ξαφνικά κάποιος τούς βρίσει ἤ ἀρρωστήσουν ἤ πονέσουν, ἀμέσως βλαστημᾶνε. Μέ τόν τρόπο αὐτόν ὅμως, οὔτε τό σφάλμα διορθώνουν, οὔτε τόν ὑβριστή τους ἐκδικοῦνται, οὔτε τόν πόνο τῆς ἀρρώστιας τους ἁπαλύνουν, ἀλλά χάνουν ἐπιπλέον καί τό πνευματικό κέρδος τῆς ὑπομονῆς.
Πές μου, ἄνθρωπε, γιά ποιό λόγο βλαστημᾶς καί ξεστομίζεις κακό λόγο; Μήπως θά σοῦ γινει ἐλαφρότερος ὁ πόνος; Ἀλλά κι ἄν ἀκόμα ὑποθέσουμε πώς θά γινόταν ἐλαφρότερος, θά τολμοῦσες νά θυσιάσεις τή σωτηρία τῆς ψυχῆς σου γιά νά πετύχεις τήν παρηγοριά τοῦ σώματός σου;
Τί κάνεις, ἄνθρωπέ μου; Τόν Σωτήρα καί Εὐεργέτη καί Προστάτη καί Κηδεμόνα σου βλαστημᾶς; Ἤ δέν αἰσθάνεσαι ὅτι τρέχεις πρός τόν γκρεμό καί σπρώχνεις τόν ἑαυτό σου στό βάραθρο τῆς χειρότερης καταστροφῆς; Ὁ διάβολος τά πάντα μηχανεύεται γιά νά σέ ρίξει σ’ αὐτό τό βάραθρο. Κι ἄν δεῖ ὅτι μέ τόν πόνο βλαστημᾶς, ἀμέσως θά σοῦ αὐξήσει τόν πόνο καί θά τόν κάνει μεγαλύτερο, ὥστε νά σέ φέρει σέ ἀπελπισία. Ἄν δεῖ ὅμως ὅτι τόν ὑπομένεις γενναῖα καί ὅτι, ὅσο ὁ πόνος αὐξάνεται, τόσο περισσότερο εὐχαριστεῖς τόν Θεό, τότε ἀπομακρύνεται ἀμέσως, ἐπειδή μάταια σέ πολιορκεῖ.
Καί συμβαίνει ὅ,τι μέ τό σκύλο πού στέκεται δίπλα στό τραπέζι: Ἄν αὐτός δεῖ τόν ἄνθρωπο πού τρώει νά τοῦ ρίχνει κάτι ἀπ΄ αὐτά πού εἶναι πάνω στό τραπέζι, μένει ἐκεῖ συνέχεια. Ἄν ὅμως σταθεῖ κοντά μιά καί δυό φορές χωρίς νά πάρει τίποτε, ἀπομακρύνεται πλέον, ἀφοῦ θά εἶναι ἀνώφελο νά περιμένει.
Ἔτσι καί ὁ διάβολος· ἔχει συνεχῶς ἀνοιχτό τό στόμα του σ΄ ἐμᾶς. Ἄν τοῦ ρίξεις, ὅπως ἀκριβῶς στό σκύλο, ἕνα λόγο βλάσφημο, ἀφοῦ τόν πάρει, πάλι θά ἐπιτεθεῖ. Ἄν ὅμως ἐπιμείνεις νά εὐχαριστεῖς τόν Θεό, τόν ἀφάνισες στήν πείνα καί τόν ἀνάγκασες ἀμέσως ν΄ ἀπομακρυνθεῖ.

Ἡ εὐχαριστία ὡς ἀντίδοτο
Ἀντί λοιπόν νά βλαστημᾶς στίς δύσκολες στιγμές, νά εὐχαριστεῖς. Ἀντί νά πέφτεις στήν ἀπελπισία, νά δοξολογεῖς. Ἄνοιξε τήν καρδιά σου στόν Κύριο, φώναζε δυνατά προσευχόμενος, φώναζε δυνατά δοξολογώντας τόν Θεό. Ἔτσι καί ἡ συμφορά σου ἀνακουφίζεται, ἐπειδή ὁ διάβολος φεύγει μακριά μέ τήν εὐχαριστία, καί ἡ βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἔρχεται κοντά σου καί σέ προστατεύει.
Ἄν βλαστημήσεις, καί τή συμμαχία τοῦ Θεοῦ θά χάσεις καί τό διάβολο θά κάνεις ἀγριότερο ἐναντίον σου, ἀλλά καί τόν ἑαυτό σου χειρότερα θά βλάψεις.
Κανένα ἀγαθό δέν εἶναι ἴσο μέ τήν εὐχαριστία, ὅπως ἀκριβῶς καί τίποτε δέν εἶναι χειρότερο ἀπό τή βλασφημία. Ἡ εὐχαριστία εἶναι μεγάλος θησαυρός, μεγάλος πλοῦτος, ἀκατάβλητο ἀγαθό, δυνατό ὅπλο. Ἀντίθετα, ἡ βλασφημία τό κακό τό κάνει χειρότερο καί μᾶς στερεῖ ἀκόμα περισσότερο ἀπ’ αὐτά πού χάσαμε.
Ἔχασες χρήματα; Ἄν εὐχαριστήσεις τόν Θεό, ὠφέλησες τήν ψυχή σου καί ἀπόκτησες μεγαλύτερο πλοῦτο, ἐπειδή κέρδισες τήν εὔνοια τοῦ Κυρίου. Ἄν ὅμως βλαστημήσεις, ἐκτός ἀπό τά πράγματα πού ἔχασες, χάνεις καί τή σωτηρία σου. Ἔτσι, κι ἐκεῖνα δέν ξαναβρίσκεις καί τήν ψυχή σου καταστρέφεις.
«Αλλά νά», θά μοῦ δικαιολογηθεῖς, «παρασύρομαι στίς δύσκολες περιστάσεις καί χάνω τόν ἔλεγχο».
Ὄχι, δέν φταῖνε γι’ αὐτό οἱ περιστάσεις, ἀλλά ἡ δική σου ἀδιαφορία.
Μά μήπως φταίει τάχα ἡ φτώχεια;
Οὔτε ἡ φτώχεια εἶναι ἡ αἰτία τῶν βλασφημιῶν. Γιατί τότε ἔπρεπε ὅλοι οἱ φτωχοί νά βλαστημᾶνε. Βλέπουμε ὅμως πολλούς, πού ζοῦν μέ ἀνέχεια καί ὑπερβολικές στερήσεις, συνεχῶς νά εὐχαριστοῦν, ἐνῶ ἄλλους, ἄν καί ἀπολαμβάνουν τόν πλοῦτο καί τήν τρυφή, νά μήν παύουν νά βρίζουν καί νά βλαστημᾶνε.
Ἄς μή λέμε λοιπόν ὅτι μᾶς ἀναγκάζουν νά βλαστημᾶμε ἡ φτώχεια καί ἡ ἀρρώστια καί οἱ δύσκολες περιστάσεις. Ὄχι ἡ φτώχεια, μά ἡ ἀνοησία· ὄχι ἡ ἀρρώστια, μά ἡ καταφρόνηση τοῦ Θεοῦ· ὄχι οἱ ἀπανωτές συμφορές, μά ἡ ἔλλειψη εὐλάβειας ὁδηγοῦν καί στή βλασφημία καί σέ κάθε κακία ἐκείνους πού δέν προσέχουν.

Τό παράδειγμα τοῦ Ἰωβ
Ἀπόδειξη γιά ὅλ’ αὐτά εἶναι ὁ μακάριος Ἰώβ, ὁ ὁποῖος, ἐνῶ βρισκόταν σέ μεγάλη ἐξαθλίωση, ὄχι μόνο δέν βλαστήμησε, ἀλλά δοξολογοῦσε τόν Θεό καί ἔλεγε: «Ὁ Κύριος μοῦ ἔδωσε τά ἀγαθά, ὁ Κύριος μοῦ τά πῆρε. Ὅπως φάνηκε στόν Κύριο, ἔτσι κι ἔγινε. Ἄς εἶναι εὐλογημένο τό ὄνομα τοῦ Κυρίου στούς αἰῶνες» (Ἰώβ 1, 21).
Ὅταν λοιπόν ὁ διάβολος νόμισε ὅτι νίκησε τόν Ἰώβ, τότε κίνησε νά φύγει ντροπιασμένος, χωρίς νά πεῖ λέξη.
«Στάσου, διάβολε! Γιατί φεύγεις; Δέν ἔγιναν ὅλα ὅσα θέλησες; Δέν κατέστρεψες ὅλα του τά κοπάδια; Δέν θανάτωσες τά παιδιά του; Δέν σακάτεψες καί τό δικό του σῶμα; Γιατί λοιπόν φεύγεις;»
«Φεύγω, λέει ὁ διάβολος, γιατί ἔγιναν μέν ὅλα ὅσα θέλησα, ἐκεῖνο ὅμως πού κυρίως ἐπιθυμοῦσα καί γιά τό ὁποῖο σοφίστηκα ὅλα τ’ ἄλλα, δέν τό κατόρθωσα. Φεύγω, γιατί ὁ Ἰώβ δέν βλαστήμησε. Τοῦ προκάλεσα τόσες συμφορές, γιά νά τόν κάνω νά βλαστημήσει. Ἀφοῦ ὅμως αὐτό δέν τό κατάφερα, τίποτα δέν κέρδισα· ἀντί νά τόν ἐξοντώσω, τόν ἔκανα πιό λαμπερό καί πιό ἔνδοξο».
Ὁ Ἰώβ λοιπόν ἐπαινεῖται ὄχι ἐπειδή ἔπαθε τόσα κακά, ἀλλά ἐπειδή ὅλα τά ὑπέμεινε εὐχαριστώντας τόν Θεό. Ἄλλος ἄνθρωπος παθαίνει πολύ λιγότερα, καί ὅμως βλαστημάει, ἀγανακτεῖ, καταριέται ὅλο τόν κόσμο, ὀργίζεται ἐναντίον τοῦ Θεοῦ… Αὐτός ὁ ἄνθρωπος κατακρίνεται ὄχι γιατί ἔπαθε, μά ἐπειδή βλαστήμησε. Καί δέν τόν ἀνάγκασαν οἱ δυστυχίες νά βλαστημήσει, γιατί τότε θά ‘πρεπε καί ὁ Ἰώβ νά βλαστημήσει. Βλαστήμησε ἐξαιτίας τῆς ἀρρωστημένης του προαιρέσεως.
Ἀνάλογα λοιπόν μέ τή δική μας διάθεση, ὅλα γινονται εἴτε ὑποφερτά εἴτε ἀνυπόφορα.

Μιά κακή συνήθεια
Πολλές φορές ἡ γλώσσα ἀπό συνήθεια ὁρμάει νά πεῖ ἄσχημο λόγο. Τότε λοιπόν, πρίν ξεστομίσει τή βλασφημία, δάγκωσέ την δυνατά μέ τά δόντια σου. Εἶναι προτιμότερο νά τρέξει αἷμα τώρα, παρά νά ἐπιθυμήσει στήν ἄλλη ζωή μιά σταγόνα νέρου καί νά μήν μπορέσει νά πετύχει οὔτε αὐτή τήν παρηγοριά. Εἶναι καλύτερα νά ὑπομείνει τόν πρόσκαιρο πόνο τώρα, παρά νά ὑποστεῖ τήν αἰώνια τιμωρία τότε, ὅπως ἀκριβῶς καί ἡ γλώσσα τοῦ πλουσίου τῆς παραβολῆς, πού ἄν καί φλεγόταν, δέν βρῆκε καμιάν ἀνακούφιση (Λουκ. 16, 24-25).
Καί ποιά συγγνώμη θά ἔχουμε ἤ ποιάν ἀπολογία, ἔστω κι ἄν μύριες φορές προβάλλουμε ὡς δικαιολογια τή συνήθεια;
Λέγεται ὅτι κάποιος ἀρχαῖος ρήτορας (ἐννοεῖ τόν Δημοσθένη) εἶχε τή συνήθεια νά περπατάει κουνώντας συνέχεια τό δεξιό του ὦμο. Νίκησε ὅμως τή συνήθεια αὐτή μέ τόν ἑξῆς τρόπο: Τοποθέτησε πάνω ἀπό τούς ὤμους του ἀκονισμένα μαχαίρια, κι ἔτσι, ἀπό τό φόβο μήπως κοπεῖ, θεραπεύτηκε ἀπό τήν κακή συνήθεια.
Αὐτόν μιμήσου κι ἐσύ γιά νά δαμάσεις τή γλώσσα σου. Ἀντί ὅμως γιά μαχαῖρι, βάλε ἀπό πάνω της τό φόβο τῆς τιμωρίας τοῦ Θεοῦ, καί ὁπωσδήποτε θά νικήσεις. Γιατί εἶναι ἀδύνατο νά ἡττηθοῦμε ποτέ, ὅταν φροντίζουμε μέ προσοχή καί ἐπιμέλεια νά κάνουμε αὐτόν τόν ἀγῶνα.

Ἡ μεγαλωσύνη τοῦ Θεοῦ
Ὁ Θεός ἔδωσε ἐντολή ν’ ἀγαπᾶς τούς ἐχθρούς σου, κι ἐσύ ἀποστρέφεσαι τόν Θεό πού σ΄ ἀγαπάει; Ἔδωσε ἐντολή νά λές καλά λόγια γι’ αὐτούς πού σέ βρίζουν καί νά δίνεις εὐχές σ΄ ἐκείνους πού σέ κακολογοῦν, κι ἐσύ κακολογεῖς τόν Εὐεργέτη καί Προστάτη σου χωρίς νά ἔχεις ἀδικηθεῖ σέ τίποτα; Μήπως τάχα δέν θά μποροῦσε νά σ’ ἐλευθερώσει ἀπό τή δοκιμασία γιά τήν ὁποία τώρα Τόν βλαστημᾶς; Ὅμως δέν τό ἔκανε, γιά νά γίνεις πιό ἄξιος.
Δέν εἶναι ἄραγε παράλογο, ἐμεῖς νά πιάνουμε στό στόμα μας μέ ἀσέβεια, περιφρόνηση καί γιά τό τίποτα τό ὄνομα τοῦ Κυρίου τῶν ἀγγέλων, τή στιγμή πού οἱ οὐράνιες Δυνάμεις προφέρουν τό ἅγιο ὄνομά Του μέ τρόμο, μέ ἔκπληξη καί θαυμασμό; «Εἶδα τόν Κύριο», λέει ὁ προφήτης Ἡσαΐας, «νά κάθεται πάνω σέ θρόνο ὑψηλό, καί τά Σεραφείμ νά πετοῦν γύρω Του καί νά φωνάζουν τό ἕνα πρός τό ἄλλο καί νά λένε ὅλα μαζί : «Ἅγιος, ἅγιος ἅγιος Κύριος τῶν δυνάμεων· γεμάτη εἶναι ὅλη ἡ γῆ ἀπό τή δόξα Του» (Ἡσ. 6, 1-3).
Καί ἐνῶ, ἄν χρειαστεῖ νά πιάσεις τό Εὐαγγέλιο, πλένεις πρῶτα τά χέρια σου, κι ὕστερα τό κρατᾶς μέ πολύ σεβασμό καί εὐλάβεια, δέν φρίττεις νά φέρνεις ἄκαιρα πάνω στή γλώσσα σου τόν Δεσπότη τοῦ Εὐαγγελίου καί νά Τόν διασύρεις;
Καί τόν Θεό, βέβαια, κανένας δέν μπορεῖ νά τόν ζημιώσει μέ τίς προσβολές του οὔτε καί νά τόν καταστήσει λαμπρότερο μέ τίς δοξολογιες του. Ὁ Θεός διατηρεῖ πάντοτε τήν ἴδια δόξα, πού οὔτε αὐξάνεται μέ τίς ἐξυμνήσεις οὔτε λιγοστεύει μέ τίς βλασφημίες. Στούς ἀνθρώπους, ἀντίθετα, συμβαίνει τό ἑξῆς παράδοξο: Ὅσοι Τόν δοξάζουν, ἀποκομίζουν οἱ ἴδιοι τήν ὠφέλεια ἀπό τή δοξολογια· ἐνῶ ὅσοι Τόν βλαστημοῦν καί Τόν ἐξευτελίζουν, καταστρέφουν τόν ἑαυτό τους.
Εἶπε κάποιος γιά ὅσους βλαστημοῦν τόν Θεό: «Ἐκεῖνος πού πετάει τό λιθάρι πρός τά πάνω, τό ρίχνει στό κεφάλι του» (Σοφ. Σειρ. 27, 25). Ἐκεῖνος δηλαδή πού πετάει μιά πέτρα πρός τά πάνω, δέχεται τελικά δυνατό χτύπημα στό κεφάλι του, γιατί ἡ πέτρα δέν θά μπορέσει νά διασχίσει τόν οὐρανό, ἀλλά θά ἐπιστρέψει σ’ αὐτόν πού τήν πέταξε. Ἔτσι λοιπόν κι ἐκεῖνος πού ἐκτοξεύει βλασφημίες πρός τόν οὐρανό, τόν Θεό δέν θά μπορέσει νά Τόν βλάψει ποτέ καί σέ τίποτε, ἀφοῦ εἶναι πολύ ἀνώτερος καί ὑψηλότερος, ὥστε νά μή δέχεται καμιά βλάβη· μέ τήν πράξη του ὅμως αὐτή ἀκονίζει τό ξῖφος ἐναντίον τῆς ψυχῆς του, δείχνοντας ἀχαριστία πρός τόν Εὐεργέτη του.

Δίκαιη ἡ τιμωρία
«Ἐκεῖνος», λέει ἡ Γραφή, «πού κακολογεῖ τόν πατέρα του ἤ τήν μητέρα του, νά τιμωρεῖται μέ θάνατο» (Ἐξ. 21, 16).
Ἡ ἐντολή αὐτή ἴσχυε στήν ἐποχή τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅταν ἡ πνευματική ἡλικία τῆς ἀνθρωπότητος ἦταν βρεφική. Τί θά μπορούσαμε νά ποῦμε τώρα γι’ αὐτούς πού, ἐνῶ ζοῦν στήν ἐποχή τῆς χάριτος, δέν κακολογοῦν τόν πατέρα ἤ τή μητέρα τους, ἀλλά τόν ἴδιο τόν Θεό, πού εἶναι ὁ δημιουργός καί κυβερνήτης ὅλου τοῦ κόσμου;
Ποιά τιμωρία θά ἐπιβληθεῖ σ’ αὐτούς; Ποιά ἀνάλογη κόλαση θά ἐπαρκέσει γιά τήν κακία τους; Ποιός πύρινος ποταμός, ποιό ἀκοίμητο σκουλήκι, ποιό σκότος ἐξώτερο, ποιά δεσμά, ποιός βρυγμός, ποιός κλαυθμός; Ὅλα τά βασανιστήρια, καί τά παρόντα καί τά μέλλοντα, δέν φτάνουν γιά νά τιμωρήσουν ὅπως πρέπει τήν ψυχή πού ἔφτασε σέ τόση κακία.
Ἀλλά οἱ βλάσφημοι δέν ἀξίζουν οὔτε τόν ἥλιο νά βλέπουν. Ὅσοι δηλαδή βλαστημοῦν τόν Θεό, εἶναι ἀνάξιοι ν’ ἀπολαμβάνουν τά δικά Του δημιουργήματα, τή στιγμή μάλιστα πού τά ἴδια τά δημιουργήματα δοξάζουν καί τιμοῦν τόν Ποιητή τους. Ὅπως κι ἕνας γιός πού βρίζει καί ἀτιμάζει τόν πατέρα του, δέν εἶναι ἄξιος νά ὑπηρετεῖται ἀπό τούς δούλους ἐκείνου. Ἀντίθετα μάλιστα, εἶναι ἄξιος βαριᾶς τιμωρίας.
Κι ἄν πάλι τιμωροῦνται ὅσοι βλαστημοῦν τόν ἐπίγειο βασιλιᾶ, πόσο περισσότερο πρέπει νά τιμωροῦνται ὅσοι βλαστημοῦν τόν Βασιλιᾶ τῶν ἀγγέλων;
«Αλλά γιατί, θά ρωτήσει κάποιος, μερικοί τιμωροῦνται σ’ αὐτή τή ζωή καί μερικοί στήν ἄλλη»;
Πράγματι, ὁ Θεός ἄλλους τιμωρεῖ ἐδῶ κι ἄλλους ὄχι. Τιμωρεῖ, δηλαδή, ἐδῶ κάποιους βλάσφημους, γιά νά σταματήσει τήν κακία τους καί νά ἐλαφρώσει τήν τιμωρία τους στή μέλλουσα ζωή ἤ καί τελείως νά τούς ἀπαλλάξει. Οἱ ὑπόλοιποι βλάσφημοι, βλέποντας τήν παραδειγματική τους τιμωρία, μποροῦν νά γινουν συνετότεροι. Ἄλλους πάλι ὁ Θεός δέν τούς τιμωρεῖ, γιά νά ντραποῦν τή μακροθυμία Του, νά μετανοήσουν καί νά γλυτώσουν καί τήν ἐδῶ τιμωρία καί τήν ἐκεῖ. Ἄν ὅμως ἐπιμείνουν στήν κακία τους, τότε θά ὑποστοῦν μεγαλύτερη τιμωρία γιά τήν πλήρη περιφρόνηση τῆς ἀνεξικακίας τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Θεός μᾶς ὑπομένει
Ἄς ἀπέχουμε λοιπόν ἀπό τίς κακολογίες, τίς αἰσχρολογίες καί τίς βλασφημίες. Ἄς μή βλαστημᾶμε οὔτε τόν πλησίον οὔτε τόν Θεό. Γιατί πολλοί ἀπ’ αὐτούς πού κακολογοῦν τούς συνανθρώπους τους, ἔφτασαν καί σ’ αὐτήν ἀκόμα τήν τρέλλα, νά ὑψώνουν τή γλώσσα τους ἐνάντια στόν Κύριο ὅλης τῆς κτίσεως….
Καί παρατηροῦμε νά βρίζεται κάθε μέρα ὁ Θεός, καί κανένας νά μή νοιάζεται. Τί λέω καθέ μέρα; Κάθε ὥρα! Ἀπό πλούσιους καί φτωχούς, ἀπ’ ὅσους εὐτυχοῦν κι ἀπ’ ὅσους θλίβονται, ἀπό κατατρεγμένους κι ἀπό δυνάστες… Καί βρίζεται, ἐνῶ εἶναι παρών καί βλέπει καί ἀκούει! Τόν παροργίζουμε κάθε μέρα χωρίς νά μετανοοῦμε, κι Ἐκεῖνος μᾶς ὑπομένει μέ μεγάλη μακροθυμία.
Πρόσεξε μέ ποιό τρόπο μᾶς μιλάει ὁ ἴδιος ὁ Θεός ὅταν βρίζεται. Στήν Παλαιά Διαθήκη λέει: «Λαέ μου, τί σοῦ ἔκανα;» (Μιχ. 6, 3). Καί στήν Καινή Διαθήκη: «Σαούλ, Σαούλ γιατί μέ καταδιώκεις;» (Πράξ. 9, 4). Οὔτε κεραυνό ἔριξε, οὔτε πρόσταξε τή θάλασσα νά ξεσηκωθεῖ καί νά καταποντίσει τούς βλάσφημους, οὔτε τή γῆ ν’ ἀνοίξει καί νά τούς καταπιεῖ. Ἀλλά καί τόν ἥλιο ἀνατέλλει καί τή βροχή στέλνει καί ὅλα τά χορηγεῖ ἄφθονα σ’ ἐκείνους πού Τόν βλαστημοῦν.
Ὁ Θεός ἀνέχεται, μακροθυμεῖ καί εἶναι ἕτοιμος νά συγχωρήσει τούς βλάσφημους, ἄν μετανοήσουν καί ὑποσχεθοῦν ὅτι ποτέ πιά δέν θά βλαστημήσουν. Ἀρκεῖ μόνο νά ἐξομολογηθεῖ κανείς τό ἁμάρτημά του, καί θ’ ἀπαλλαγεῖ ἀπό τή θεία τιμωρία.

Πῶς θά διορθωθεῖς
Κλάψε λοιπόν, στέναξε, δῶσε ἐλεημοσύνη, ἀπολογήσου στόν Θεό καί συμφιλιώσου μαζί Του. Καθάρισε τή γλώσσα σου καί μήν Τόν ἐξοργίζεις. Ἄν κάποιος μέ χέρια γεμᾶτα κοπριά ἔπιανε τά πόδια σου καί σέ παρακαλοῦσε, ὄχι μόνο δέν θά ΄θελες νά τόν ἀκούσεις, ἀλλά καί θά τόν κλωτσοῦσες. Πώς τώρα ἐσύ τολμᾶς νά πλησιάζεις τόν Θεό μέ βρώμικη τή γλώσσα σού; Γιατί ἡ γλώσσα εἶναι τό χέρι ὅσων προσεύχονται καί μ’ αὐτήν ἀκουμποῦν τά γόνατα τοῦ Θεοῦ.
Μήν τή μολύνεις ἑπομένως μέ τίς βλασφημίες, γιά νά μήν πεῖ καί σέ σένα ὁ Θεός: «Ἄν αὐξήσετε τίς προσευχές σας, δέν θά σᾶς ἀκούσω» (Ἠσ. 1, 15), γιατί «ἀπό τή γλῶσσα ἐξαρτᾶται ἡ ζωή καί ὁ θάνατος» (Παροιμ. 18, 21) καί «ἀπό τά λόγια σου θά δικαιωθεῖς καί ἀπό τά λόγια σου θά καταδικαστεῖς» (Ματθ. 12, 37). Φύλαγε τή γλώσσα σου περισσότερο ἀπό τά μάτια σου. Ἡ γλώσσα εἶναι σάν ἄλογο βασιλικό. Ἄν τῆς βάλεις χαλινάρι καί τή μάθεις νά κινεῖται πειθαρχημένα, θά μπορέσει νά καθήσει πάνω της ὁ βασιλιᾶς. Ἄν ὅμως τήν ἀφήσεις χωρίς χαλινάρι νά γυρίζει πέρα-δῶθε καί νά ἀτακτεῖ, τότε γίνεται ὄχημα τοῦ διαβόλου καί τῶν δαιμόνων.
Σκέψου πώς, ὅταν κοινωνᾶς, δέχεσαι στό στόμα σου τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, καί φύλαγε καθαρή τή γλώσσα ἀπό αἰσχρολογίες, βρισιές, βλασφημίες, ἐπιορκίες κ.λπ. Γιατί εἶναι ὀλέθριο πρᾶγμα, τή γλῶσσα πού βάφτηκε μέ τό Δεσποτικό Αἷμα κι ἔγινε χρυσό μαχαίρι, ἐσύ νά τή χρησιμοποιεῖς σέ βλασφημίες. Σεβάσου τήν τιμή μέ τήν ὁποία τήν τίμησε ὁ Θεός καί μήν τήν κατεβάσεις στήν εὐτέλεια τῆς ἁμαρτίας.


Σήκωσε τόν ἀδελφό σου!
Ἐπειδή λοιπόν σᾶς μίλησα γιά τή βλασφημία, θέλω νά ζητήσω ἀπ’ ὅλους σας μιά χάρη: Νά σωφρονίσετε τούς ἀνθρώπους πού βλαστημοῦν στήν πόλη σας. Ἄς περιορίσουμε τή μανία τους. Ἄς συνετίσουμε τή διάνοιά τους. Ἄς φροντίσουμε γιά τή σωτηρία τους. Ἄς σταματήσουμε τήν παραφροσύνη τους αὐτή. Ἄς βάλουμε φραγμό στά στόματά τους, ἄς τά κλείσουμε σάν νά εἶναι θανατηφόρες πηγές κι ἄς τά μεταβάλλουμε στό ἀντίθετο. Καί ἄν χρειαστεῖ νά πεθάνουμε γιά τήν πράξη μας αὐτή, κάτι τέτοιο θά μᾶς ἀποφέρει μεγάλο κέρδος. Ἄς μήν ἀδιαφοροῦμε λοιπόν, ὅταν βλέπουμε νά βρίζεται ὁ κοινός μας Δεσπότης. Ἡ ἀδιαφορία αὐτή θά φέρει μεγάλο κακό σ’ ὅλη τήν πόλη, γιατί βαραίνει ὅλους μας τό ἔγκλημα τῆς βλασφημίας. Εἶναι ἀδίκημα δημόσιο.


Καί μή μοῦ πεῖς τόν ψυχρό τοῦτο λόγο: «Τί μ ἐνδιαφέρει ἐμένα; Ἐγώ δέν ἔχω καμιά σχέση μέ τόν βλάσφημο».
Μόνο μέ τό διάβολο δέν ἔχουμε καμιά σχέση, ἐνῶ μέ ὅλους τούς ἀνθρώπους ἔχουμε πολλά κοινά. Γιατί ἔχουν κι αὐτοί τήν ἴδια φύση μ’ ἐμᾶς, κατοικοῦν στήν ἴδια γῆ, ἔχουν τόν ἴδιο Κύριο καί προορίζονται ν’ ἀπολαύσουν τά ἴδια ἀγαθά μ’ ἐμᾶς. Ἄς μή λέμε λοιπόν ὅτι δέν ἔχουμε τίποτα κοινό μαζί τους, γιατί αὐτός εἶναι σατανικός λόγος καί φανερώνει διαβολική ἀπανθρωπιά.
Δέν εἶναι ἄραγε ἄτοπο, ὅταν δοῦμε στήν ἀγορά συμπλοκή ἀνθρώπων, νά τρέχουμε νά συμφιλιώσουμε τούς διαπληκτιζόμενους, καί -γιατί ν’ ἀναφέρω ἀνθρώπους;- ὅταν δοῦμε κάποιο ζῶο πεσμένο, ὅλοι νά τρέχουμε νά τό βοηθήσουμε νά σηκωθεῖ, ἐνῶ γιά τούς ἀδελφούς μας, πού χάνονται, ν’ ἀδιαφοροῦμε;
Μέ φορτωμένο ζῶο μοιάζει ὁ βλάσφημος, πού ἔπεσε, γιατί δέν μπόρεσε νά βαστάξει τό φορτίο τοῦ θυμοῦ του.
Πλησίασε καί σήκωσέ τον. Καί μέ τά λόγια καί μέ τά ἔργα. Καί μέ ἐπιείκεια καί μέ αὐστηρότητα. Ἄς εἶναι ποικίλο τό φάρμακο τῆς θεραπείας.
Ἄν ἔτσι φροντίζουμε γιά τή σωτηρία τοῦ πλησίον, γρήγορα καί οἱ βλάσφημοι θά διορθωθοῦν κι ἐμεῖς θά γινουμε ποθητοί καί ἀξιαγάπητοι. Καί τό σπουδαιότερο, θ’ ἀξιωθοῦμε ὅλοι ν’ ἀπολαύσουμε τά ἀγαθά πού μᾶς ἔχουν ἑτοιμαστεῖ, μέ τή χάρη καί τή φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στόν Ὁποῖο, μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἀνήκει ἡ δόξα καί ἡ τιμή στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων.

Τέλος καί τῷ Θεῷ δόξα!

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗ