π. Χρι­στό­δου­λος Μπί­θας

Κα­θώς ἡ οἰ­κου­μέ­νη κι ἡ Ἑλ­λά­δα πού ξέ­ρα­με ἀλ­λά­ζουν ρα­γδαῖ­α, μα­ζί κι ἐ­μεῖς, πα­ρα­τη­ροῦ­με ἀ­μή­χα­νοι τίς με­γά­λες ἀλ­λα­γές στήν σκέ­ψη καί τήν συμ­πε­ρι­φο­ρά τῶν ἐ­φή­βων. Ὁ κό­σμος μέ­σα στόν ὁ­ποῖ­ο ζοῦν τούς βιά­ζει νά με­γα­λώ­σουν ἀ­φύ­σι­κα γρή­γο­ρα, πρίν τήν ὥ­ρα τους, κι ἐ­κεῖ­νοι μέ τήν σει­ρά τους, ἔκ­πλη­κτοι μι­κρο­μέ­γα­λοι, προ­σπα­θοῦν νά ἀ­φο­μοι­ώ­σουν συ­ναι­σθή­μα­τα, γε­γο­νό­τα καί κα­τα­στά­σεις πού τούς ξε­περ­νοῦν κα­τά πο­λύ. Καί κα­θώς συμ­βαί­νει αὐ­τό, φουν­τώ­νουν μέ­σα τους ἕ­να σω­ρό ὑ­παρ­ξια­κά ἐ­ρω­τή­μα­τα, πού στίς πα­λι­ό­τε­ρες γε­νι­ές ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν πιό φυ­σι­κά τά στά­δια τῆς ἀ­νά­πτυ­ξης.

Τά παι­διά κι οἱ ἔ­φη­βοι ἀν­τι­γρά­φουν τόν δι­κό μας κό­σμο, τίς δι­κές μας συ­νή­θει­ες, τά λά­θη μας, τίς φο­βί­ες μας, τήν δι­κή μας ἁ­μαρ­τί­α κι ἀ­στο­χί­α. Τά ζο­φε­ρά προ­βλή­μα­τα πού συσ­σω­ρεύ­τη­καν τά τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια στήν πα­τρί­δα μας – ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτη με­τα­νά­στευ­ση, ἐγ­κλη­μα­τι­κό­τη­τα, ἔλ­λει­ψη ἀ­στυ­νό­μευ­σης, πι­θα­νοί κίν­δυ­νοι μέ τούς κά­θε λο­γῆς γεί­το­νές μας, κα­τάρ­ρευ­ση τῆς πο­λι­τι­κῆς σκη­νῆς, μό­νι­μη κρί­ση στήν παι­δεί­α, ἀ­κραῖ­ος λα­ϊ­κι­σμός, ἀ­νερ­γί­α, φτώ­χεια καί τό­σα ἄλ­λα – ἔ­χουν τρο­μά­ξει τούς ἀν­θρώ­πους. Σέ αὐ­τό τό δια­ρκῶς με­τα­βαλ­λό­με­νο καί ἀ­να­σφα­λές πε­ρι­βάλ­λον, τά παι­διά με­γα­λώ­νουν μέ ἄγ­χος κι ἀ­γω­νί­α γιά τό σή­με­ρα καί τό αὔ­ριο. Ἔ­χον­τας σάν μό­νι­μο ρε­φραίν στ’ αὐ­τιά τους ἀ­πό τά μι­κρά­τα τους τόν ἦ­χο τῶν κι­νού­με­νων κε­φα­λῶν τῆς τη­λε­ό­ρα­σης, τήν ἀ­κα­τά­σχε­τη πο­λι­τι­κο­λο­γί­α, τήν κιν­δυ­νο­λο­γί­α, τόν φό­βο, τήν γκρί­νια καί τόν αὐ­το­κα­τα­στρο­φι­κό μη­δε­νι­σμό γιά ὁ­τι­δή­πο­τε ἀ­φο­ρᾶ τήν ἑλ­λη­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, κα­τα­φεύ­γουν στόν δι­κό τους κό­σμο ὅ­που ἀ­να­ζη­τοῦν κα­τα­φύ­γιο. Τά δι­α­δι­κτυα­κά παι­χνί­δια, τά κοι­νω­νι­κά δί­κτυ­α, τό lifestyle, ὁ ἐμ­πο­ρι­κός κι­νη­μα­το­γρά­φος, ἡ δι­σκο­γρα­φί­α καί ἡ μό­δα, ἀ­πο­τε­λοῦν τόν τό­πο ὅ­που ἐ­πι­κοι­νω­νοῦν μέ τούς δι­κούς τους κώ­δι­κες καί δι­α­μορ­φώ­νουν τήν φαν­τα­σί­α τους ἀ­νά­λο­γα.

Ὅ­σο ὅ­μως κι ἄν κρύ­βον­ται ἀ­πό τόν κό­σμο τῶν ἐ­νη­λί­κων, αὐ­τός τούς κα­θο­ρί­ζει, αὐ­τός τούς δι­α­μορ­φώ­νει καί τούς κα­τευ­θύ­νει. Κι ὅ­σο οἱ με­γά­λοι, ἐ­μεῖς δη­λα­δή, δέν ἔ­χου­με νό­η­μα ζω­ῆς νά μᾶς κι­νεῖ καί νά μᾶς ἐ­λευ­θε­ρώ­νει ἀ­πό τό ὑ­παρ­ξια­κό μας κε­νό, τό­σο θά συ­σκο­τί­ζου­με τίς ἐ­φη­βι­κές ψυ­χές. Ὅ­σο κι ἄν τούς βομ­βαρ­δί­ζου­με μέ κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κές ἤ θρη­σκευ­τι­κές θε­ω­ρί­ες, αὐ­τά, φο­βι­σμέ­να, ἀγ­χω­μέ­να κι ἀ­να­σφα­λῆ, θά ὑ­πο­φέ­ρουν ἀ­πό ὑ­παρ­ξια­κή ἀ­γω­νί­α, πού ἔμ­με­σα ἤ ἄ­με­σα τούς κτυ­πᾶ δια­ρκῶς τήν πόρ­τα.

Ὅ­ταν ἐ­πι­χει­ρή­σου­με νά ρω­τή­σου­με τούς ἐ­φή­βους σχε­τι­κά μέ τά βα­σι­κά ὑ­παρ­ξια­κά προ­βλή­μα­τα, θά ἀ­κού­σου­με ἀ­παν­τή­σεις πού φα­νε­ρώ­νουν τήν ρευ­στό­τη­τα τῆς ἐ­πο­χῆς μας. Οἱ ἔ­φη­βοι εἶ­ναι βυ­θι­σμέ­νοι μέ­σα σέ ἕ­να κυ­κε­ῶ­να συγ­κρη­τι­σμοῦ. Ὅ­λα παί­ζουν κι ὅ­λα ἀ­κού­γον­ται. Ἡ θρη­σκευ­τι­κή δει­σι­δαι­μο­νί­α τῆς κα­λῆς για­γιᾶς, ἡ πει­στι­κή δι­δα­σκα­λί­α τοῦ πο­λι­τι­κῶς ὀρ­θοῦ κα­θη­γη­τῆ, ἡ ἐκ­κο­σμι­κευ­μέ­νη ἀν­τί­λη­ψη τοῦ πα­τέ­ρα, τά ὡ­ραῖ­α λό­για τοῦ κα­λοῦ θε­ο­λό­γου, οἱ βου­δι­στι­κές ἀ­πό­ψεις πού δι­ά­βα­σε στό δι­α­δί­κτυ­ο, τό τε­λευ­ταῖ­ο ἄρ­θρο τοῦ Dawkins ἐ­νάν­τια στίς θρη­σκεῖ­ες, ἡ φαι­δρή πα­ρου­σί­α κά­ποι­ου ἱ­ε­ρω­μέ­νου στήν τη­λε­ό­ρα­ση, ἡ θε­ω­ρί­α συ­νω­μο­σί­ας σ’ ἕ­να ντο­κυ­μαν­τέρ, ὁ κα­λός πα­πᾶς τῆς ἐ­νο­ρί­ας, οἱ ἐ­πα­να­στα­τι­κοί στί­χοι ἑ­νός ρόκ τρα­γου­διοῦ, ὁ κα­λός καί ἰ­δα­νι­κός ἥ­ρω­ας στήν τε­λευ­ταί­α Ἀ­με­ρι­κά­νι­κη ται­νί­α πού ὄ­μως σκο­τώ­νει 100 ἐ­χθρούς σέ δύ­ο ὧρες, ὁ ἐν­τυ­πω­σια­σμός ἀ­πό τήν συ­νέν­τευ­ξη ἑ­νός πόπ ἰν­δάλ­μα­τος καί οὕ­τω κα­θ’ ἑ­ξῆς.

Μιά ὑ­παρ­ξια­κή σα­λά­τα ἀ­να­πα­ρά­γε­ται στό μυα­λό τῶν παι­δι­ῶν πού συ­σκο­τί­ζει τά πάν­τα, τά μπερ­δεύ­ει, τά κά­νει θο­λά καί ἀ­σα­φῆ. Ἄν στίς προ­η­γού­με­νες δε­κα­ε­τί­ες ὁ ἰ­δε­α­λι­σμός τῶν ἐ­φή­βων εὕ­ρι­σκε δι­έ­ξο­δο στίς πο­λι­τι­κές ἰ­δε­ο­λο­γί­ες ἤ στήν πα­ρα­δο­σια­κή θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα, σή­με­ρα, τί­πο­τε ἀ­πό αὐ­τά δέν εἶ­ναι βέ­βαι­ο. Ἐν­νο­εῖ­ται, πώς αὐ­τό εἶ­ναι ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς στρε­βλῆς καί συγ­κε­χυ­μέ­νης ταυ­τό­τη­τας τοῦ Νε­ο­έλ­λη­να, πού δέν ξέ­ρει ποι­ός εἶ­ναι καί ποῦ πά­ει. Ἀ­νά­με­σα ἀ­πό Ἀ­να­το­λή καί Δύ­ση, ἀ­πό τήν ἀ­πο­δό­μη­ση τῶν πάν­των καί τούς ἐ­θνι­κούς μύ­θους, ἀ­πό τήν ξε­νο­μα­νί­α καί τόν στεῖ­ρο ἐ­θνι­κι­σμό, ἀ­πό τήν συν­τη­ρη­τι­κό­τη­τα καί τόν ψευ­δο­μον­τερ­νι­σμό, ἀ­πό τήν ξύ­λι­νη θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα καί τήν ὀρ­θή πί­στη, ἀ­κό­μα ψά­χνει νά βρεῖ ποι­ός εἶ­ναι, ἄν πο­τέ βέ­βαι­α τά κα­τα­φέ­ρει.

Πα­ράλ­λη­λα, τά θέ­μα­τα σχε­τι­κά μέ τόν ἔ­ρω­τα καί τό γε­νε­τή­σιο ζή­τη­μα, χα­ρα­κτη­ρί­ζουν σέ ὑ­περ­βο­λι­κό βαθ­μό – ἔμ­με­σα ἤ ἄ­με­σα – τήν συμ­πε­ρι­φο­ρά τους, πρίν κα­λά-κα­λά ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ ἡ δι­α­μόρ­φω­ση τῆς ἀ­φη­ρη­μέ­νης σκέ­ψης. Βα­σα­νί­ζον­ται ὑ­περ­βο­λι­κά μέ τήν ἐμ­φά­νι­σή τους κι ἀ­να­ζη­τοῦν ὄ­χι μό­νο τό φλέρτ ἀλ­λά καί πολ­λά πα­ρα­πά­νω, σέ ἡ­λι­κί­ες πού ἐ­μεῖς παί­ζα­με ἀ­κό­μα στρα­τι­ω­τά­κια καί κοῦ­κλες. Πολ­λά παι­διά πρίν ἀ­κό­μα μποῦν στό Γυ­μνά­σιο, ἔ­χουν δεῖ στό δι­α­δί­κτυ­ο εἰ­κό­νες ἐ­ρω­τι­κῶν πε­ρι­πτύ­ξε­ων πού οἱ πα­λι­ό­τε­ρες γε­νι­ές δέν μπο­ρού­σα­με κἄν νά φαν­τα­στοῦ­με ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν, τοὐ­λά­χι­στον προ­τοῦ τε­λει­ώ­σου­με τό σχο­λεῖ­ο. Εἶ­ναι ἑ­πό­με­νο, πολ­λά ἀ­πό αὐ­τά, ὅ­ταν φουν­τώ­σει ἡ ἐ­φη­βεί­α μέ­σα τους, νά πα­σχί­ζουν νά τά κά­νουν πρά­ξη μέ κά­θε τρό­πο ἤ νά αἰ­σθά­νον­ται ἄ­σχη­μα ἄν δέν τό ἔ­χουν ἤ­δη πραγ­μα­το­ποι­ή­σει.

Νά το­νί­σου­με ἐ­δῶ, πώς τίς τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες, τά παι­διά με­γα­λώ­νουν μέ­σα σέ ἕ­ναν ὀρ­γι­ώ­δη κα­τα­να­λω­τι­σμό, ὅ­που ἡ εὐ­δαι­μο­νί­α ὁ­ρί­ζε­ται μέ τήν ἀ­πό­κτη­ση ὑ­λι­κῶν ἀ­γα­θῶν. Στά χρό­νια πού πέ­ρα­σαν, ὅ­λα τά κα­λά τοῦ κό­σμου ὑ­πῆρ­ξαν μέ­σα στά σπί­τια, ἀ­κό­μα καί τῶν ἀ­σθε­νέ­στε­ρων οἰ­κο­νο­μι­κά κοι­νω­νι­κῶν στρω­μά­των καί τά παι­διά μά­θαι­ναν ἀ­πό τούς γο­νεῖς καί ἀ­πό τήν δια­ρκῆ ἔκ­θε­ση στήν δι­α­φή­μι­ση, ὅ­τι ἄν ἔ­χεις εἶ­σαι κά­ποι­ος, κι ὅ­τι ὅ­σα πε­ρισ­σό­τε­ρα ἔ­χεις τό­σο πιό πο­λύ προ­σεγ­γί­ζεις τήν εὐ­δαι­μο­νί­α. Τό αἴ­τη­μα τῆς σο­φί­ας, πού ἐ­πί αι­ῶ­νες ὑ­πῆρ­χε ὡς στό­χος τῆς ζω­ῆς στόν ἀν­θρώ­πι­νο πο­λι­τι­σμό, καί βέ­βαι­α τῆς ἁ­γι­ό­τη­τος, μοιά­ζει νά ἔ­χει ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ ἀ­πό τό λε­ξι­λό­γιο τῶν Νε­ο­ελ­λή­νων καί συ­νε­πῶς καί τῶν παι­δι­ῶν, καί πα­ρα­μέ­νει μό­νο στό ἀ­μή­χα­νο τρα­γου­δά­κι τῶν γε­νε­θλί­ων.

Κα­θώς οἱ ὁρ­μό­νες ἐ­κρή­γνυν­ται στά σω­μα­τά τους, οἱ ἔ­φη­βοι ἀ­να­ζη­τοῦν νό­η­μα στήν ζω­ή, πα­σχί­ζουν νά δι­α­μορ­φώ­σουν ταυ­τό­τη­τα, μπερ­δεύ­ον­ται καί ἀγ­χώ­νον­ται, φο­βοῦν­ται καί λυ­ποῦν­ται, ἀ­πο­ροῦν καί ἐ­ξί­σταν­ται, προ­σπα­θοῦν νά ἀ­ρέ­σουν, ὑ­πο­φέ­ρουν γιά τό ἄν εἶ­ναι ὄ­μορ­φοι καί ἀ­πο­δε­κτοί, περ­νοῦν ὧ­ρες ὁ­λά­κε­ρες μπρο­στά στόν κα­θρέ­φτη πα­ρα­τη­ρῶν­τας ἀ­τέ­λει­ες, φαν­τα­σι­ώ­νον­ται ἰ­δα­νι­κές κα­τα­στά­σεις, δη­μι­ουρ­γοῦν ἰ­δε­ο­λο­γή­μα­τα, ἀν­τι­δροῦν, πα­ρα­σύ­ρον­ται ἀ­πό συ­ναι­σθή­μα­τα καί πα­ρορ­μή­σεις, πέ­φτουν σέ κυ­κλο­θυ­μί­α, κραυ­γά­ζουν καί ὀ­νει­ρεύ­ον­ται. Ἄν ὁ γο­νιός δέν στα­θεῖ μέ ἐ­πί­γνω­ση καί προ­σο­χή δί­πλα στό παι­δί του, τά ἐ­φη­βι­κά προ­βλή­μα­τα δι­ογ­κώ­νον­ται, τό ἄγ­χος, ἡ ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα κι ἡ ἔλ­λει­ψη αὐ­το­πε­ποί­θη­σης ἀ­πο­δι­ορ­γα­νώ­νουν κι ἐ­ξου­θε­νώ­νουν τόν ἔ­φη­βο.
Κι ἄν οἱ με­γά­λοι ἀρ­χί­σουν τήν ἀν­τι­πα­ρά­θε­ση, τά παι­διά ὑ­πο­φέ­ρουν καί ἀγ­χώ­νον­ται ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο. Πολ­λοί ἀν­τι­δροῦν ἔν­το­να στήν κο­σμο­θε­ω­ρί­α τῶν γο­νι­ῶν τους για­τί ἔ­τσι αἰ­σθά­νον­ται ὅ­τι συγ­κρο­τοῦν τήν δι­κή τους ταυ­τό­τη­τα. Ἄλ­λοι προ­σπα­θοῦν ἀ­πε­γνω­σμέ­να νά ταυ­τι­στοῦν μέ τόν γο­νιό γιά νά νοι­ώ­σουν ἀ­πο­δο­χή. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι, πάν­τως, κι­νοῦν­ται ἀ­νά­με­σα στά δύ­ο ἄ­κρα, τοῦ ἀν­τι­δρα­στι­κοῦ καί τοῦ κα­λοῦ παι­διοῦ, μιά κι ἡ σύγ­χρο­νη οἰ­κο­γέ­νεια τό εὐ­νο­εῖ. Ἀρ­κε­τοί γο­νεῖς γί­νον­ται ὑπερ­προ­στα­τευ­τι­κοί, μέ ἀ­φορ­μή τούς δι­α­φό­ρους καί πολ­λούς κιν­δύ­νους τῆς ἐ­πο­χῆς καί πνί­γουν τά παι­διά τους.
Καί τό­τε εἶ­ναι πιό εὔ­κο­λο ὁ ἀ­πε­γνω­σμέ­νος ἔ­φη­βος νά ζη­τή­σει νά ἐν­τα­χθεῖ σέ δι­α­φό­ρων εἰ­δῶν ὀ­μά­δες – πολ­λές φο­ρές ἐ­πι­κίν­δυ­νες – ὅ­που θά βρεῖ τήν ἐ­πι­βε­βαί­ω­ση πού τοῦ ἀρ­νοῦν­ται οἱ δι­κοί του.

Καί ἄν ὅ­λα αὐ­τά ἰ­σχύ­ουν γιά τόν μέ­σο Νε­ο­έλ­λη­να ἔ­φη­βο, μέ τά παι­διά τῆς ἐκ­κλη­σί­ας τί γί­νε­ται; Ἄν ἀ­φή­σου­με στήν ἄ­κρη τῆς με­γα­λο­στο­μί­ες καί τήν εἰ­κο­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πού πολ­λές φο­ρές χα­ρα­κτη­ρί­ζει τόν τρέ­χον­τα ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό λό­γο, θά δι­α­πι­στώ­σου­με ὅ­τι μᾶλ­λον καί στίς Χρι­στι­α­νι­κές οἰ­κο­γέ­νει­ες ἰ­σχύ­ουν πε­ρί­που τά ἴ­δια. Πολ­λοί γο­νεῖς προ­φυ­λάσ­σουν τά παι­διά τους ἀ­πό τό πε­ρι­βάλ­λον γιά νά μήν «ξε­φύ­γουν», ὅ­μως ἀρ­γά ἤ γρή­γο­ρα θά γο­η­τευ­τοῦν κι αὐ­τά ἀ­πό τόν κό­σμο τοῦ­το καί κά­ποι­α θά πέ­σουν ἵ­σως καί μέ πε­ρισ­σό­τε­ρη ὄ­ρε­ξη στόν κα­τα­να­λω­τι­κό πα­ρά­δει­σο. Λί­γοι εἶ­ναι κα­τ’ ού­σίαν ὅ­σοι με­γα­λώ­νουν τά παι­διά τους μέ τέ­τοι­ο τρό­πο πού νά δί­νει κα­τεύ­θυν­ση καί νό­η­μα ζω­ῆς κι ὄ­χι μιά ἐ­πι­φα­νεια­κή θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα. Στα­δια­κά, μέ­σα στά τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, ὅ­λο καί πιό γρή­γο­ρα ἀ­πό τίς ἀρ­χές τοῦ Γυ­μνα­σί­ου, τά παι­διά τῶν χρι­στι­α­νι­κῶν οἰ­κο­γε­νει­ῶν ἐκ­φρά­ζουν πολ­λές ἀμ­φι­βο­λί­ες, ἐ­πη­ρε­ά­ζον­ται κι αὐ­τά ἀ­πό τό πε­ρι­βάλ­λον γύ­ρω τους καί τέ­λος ἐγ­κα­τα­λεί­πουν τήν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή ζω­ή, στήν προ­σπά­θεια νά συγ­κρο­τή­σουν τήν ταυ­τό­τη­τά τους.
Καί βέ­βαι­α, δέν εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τα κα­κό αύ­τό, ἀ­φοῦ ἡ πί­στη δέν ἀ­πο­κτᾶ­ται κλη­ρο­νο­μι­κά, ὅ­μως δέν εἶ­ναι κα­θό­λου σί­γου­ρο ὅ­τι ἡ μέ­ση θρη­σκευ­τι­κή δι­α­παι­δα­γώ­γη­ση, μπο­ρεῖ νά ἐ­πη­ρε­ά­σει ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κά τήν ἀλ­λοί­ω­ση πού φέρ­νει στόν ἔ­φη­βο ὁ σύγ­χρο­νος τρό­πος ζω­ῆς. Στά χρό­νια πού πέ­ρα­σαν, ἀρ­κε­τοί Ὀρ­θό­δο­ξοι ζή­σα­με ἕ­να ἐκ­κο­σμι­κευ­μέ­νο μον­τέ­λο Χρι­στι­α­νι­κῆς πί­στης, ὅ­που ἄλ­λοι ἀ­πό ἐ­μᾶς, εἴ­τε μέ ὑ­ψη­λές τά­χα θε­ω­ρη­τι­κο­λο­γί­ες εἴ­τε μέ τήν ἀ­γρο­τι­κοῦ τύ­που δει­σι­δαι­μο­νί­α πού πα­ρα­λά­βα­με ἀ­πό τούς πα­λι­ό­τε­ρους (ἀλ­λά χω­ρίς τήν εὐ­σέ­βειά τους), κα­τα­φέ­ρα­με νά ζοῦ­με ὅ­πως κι οἱ ἐ­κτός ἐκ­κλη­σί­ας, χω­ρίς με­τά­νοι­α καί οὐ­σι­α­στι­κό νό­η­μα ζω­ῆς, πε­ρισ­σό­τε­ρο σάν φα­ρι­σαῖ­οι καί λι­γό­τε­ρο ὡς ἅ­λας τῆς γῆς. Κα­τα­να­λώ­σα­με με­τά μα­νί­ας, χτί­σα­με πο­λυ­τε­λῆ σπί­τια, πο­λι­τι­κο­λο­γή­σα­με ἐ­παρ­κῶς, αὐ­το­δι­και­ω­θή­κα­με ἠ­θι­κο­λο­γι­κά καί στά παι­διά δώ­σα­με πα­ρά­δειγ­μα τέ­τοι­ο, πού εἶ­χε, ὄ­χι δι­πλό, ἀλ­λά πολ­λα­πλό μή­νυ­μα καί τά μπερ­δέ­ψα­με πο­λύ. Κι ἔ­τσι, ὅ­ταν πα­σχί­ζα­με νά τά ἀ­πο­τρέ­ψου­με ἀ­πό τήν σα­γή­νη τοῦ κό­σμου τού­του, δέν μπο­ρού­σα­με νά πεί­σου­με, για­τί εἴ­χα­με γλῶσ­σα θρη­σκευ­τι­κή κι ὄ­χι πα­ρά­δειγ­μα.
Εἶ­ναι ἡ ἀ­στο­χί­α μας πού τούς τα­ρά­ζει, τούς φο­βί­ζει, τούς ἐ­ξα­γρι­ώ­νει. Εἴ­μα­στε ἐ­μεῖς πού τούς λέ­με ψέμ­μα­τα, δέν τούς δί­νου­με πα­ρά­δειγ­μα, δρό­μο πρός τήν Ἀ­λή­θεια. Κι ὅ­ταν αὐ­τοί πο­νᾶ­νε, ἀν­τί νά τούς δεί­ξου­με ὅ­τι πα­ρό­μοι­α ἀ­γω­νί­α ἔ­χου­με γιά τήν ζω­ή – ἁ­πλῶς σέ ἄλ­λη φά­ση εἴ­μα­στε – τούς κου­νᾶ­με τό δά­χτυ­λο δι­δα­κτι­κά. Μό­νο πού δέν βλέ­που­με αὐ­τό πού ἐ­κεῖ­νοι βλέ­πουν, δη­λα­δή τήν γυ­μνή μας πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, δέν ὑ­πάρ­χει χά­σμα γε­νε­ῶν, ἀλ­λά τό χά­σμα πού δη­μι­ουρ­γεῖ ἡ ἁ­μαρ­τί­α στούς ἀν­θρώ­πους. Ἄν ἐ­μεῖς οἱ με­γά­λοι ἤ­μα­σταν πιό δι­α­κρι­τι­κοι, πιό σο­φοί, πιό ἀ­γα­πη­τι­κοί, πε­ρισ­σό­τε­ρο Ἅ­γιοι, οἱ ἔ­φη­βοι θά ἦ­ταν πιό ἥ­συ­χοι μέ­σα στά ἰ­δι­αί­τε­ρα προ­βλή­μα­τά τους.

***

Γιά νά ὁ­λο­κλη­ρώ­σου­με, τήν εἰ­σή­γη­σή μας, πραγ­μα­το­ποι­ή­σα­με μέ τήν βο­ή­θεια τῶν κα­τη­χη­τῶν τοῦ να­οῦ μας, ἀλ­λά καί ἀ­δελ­φῶν κα­θη­γη­τρι­ῶν, μί­α ἔ­ρευ­να [1] σχε­τι­κά μέ τίς ὑ­παρ­ξια­κές ἀ­γω­νί­ες τῶν ἐ­φή­βων σή­με­ρα.
Ἡ ἔ­ρευ­να εἶ­χε σάν σκο­πό νά δι­ε­ρευ­νή­σει σέ ἕ­να πρῶ­το ἐ­πί­πε­δο τίς τά­σεις πού ὑ­πάρ­χουν στούς νέ­ους ἀν­θρώ­πους, ὅ­σον ἀ­φο­ρᾷ συγ­κε­κρι­μέ­να ὑ­παρ­ξια­κά ἐ­ρω­τή­μα­τα Τά σχο­λεῖ­α πού συμ­με­τεῖ­χαν, εἶ­ναι τό Λύ­κει­ο Μάν­δρας (31 παι­διά), ἕ­να ἰ­δι­ω­τι­κό λύ­κει­ο στά Πα­τή­σια (24 παι­διά) καί τό Ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κό Λύ­κει­ο Πει­ραι­ᾶ (37 παι­διά). Ἀ­πό τό κά­θε σχο­λεῖ­ο ἐ­πι­λέ­χθη­κε μί­α τά­ξη.
Προ­σθέ­σα­με στήν ἔ­ρευ­νά μας καί παι­διά ἴ­διας ἠ­λι­κί­ας ἀ­πό τήν κα­τη­χη­τι­κή συν­τρο­φιά τοῦ Ἱ. Να­οῦ Παμ­με­γί­στων Τα­ξια­ρχῶν Μο­σχά­του, ὅ­που δι­α­κο­νοῦ­με. Μέ τόν τρό­πο αὐ­τό ἐ­πι­τεύ­χθη­κε μί­α σχε­τι­κή ποι­κι­λο­μορ­φί­α ἀ­παν­τή­σε­ων, ἡ ὁ­ποί­α κα­τά τή γνώ­μη μας εἶ­ναι πο­λύ χρή­σι­μη γιά τήν ἐ­ξα­γω­γή συμ­πε­ρα­σμά­των, ὅ­σον ἀ­φο­ρᾷ τούς νέ­ους των ἡ­λι­κι­ῶν αὐ­τῶν καί σί­γου­ρα ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­φε­τη­ρί­α γιά πε­ραι­τέ­ρω ἔ­ρευ­να πά­νω στό συγ­κε­κρι­μέ­νο ζή­τη­μα.

Οἱ ἐ­ρω­τή­σεις πού τούς θέ­σα­με ἦ­ταν οἱ ἑ­ξῆς:

Τί σέ φο­βί­ζει;
Τί σέ ἀγ­χώ­νει;
Τί εἶ­ναι ὁ θά­να­τος καί τί συμ­βαί­νει με­τά ἀ­π’ αὐ­τόν;
Ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ο νό­η­μα στήν ζω­ή;
Για­τί ὑ­πάρ­χει πό­νος καί ἀ­δι­κί­α;
Τί εἶ­ναι ὁ Θε­ός γιά σέ­να;

Στήν ἔρευνά μας, [2] φαί­νε­ται τό μέλ­λον νά εἶ­ναι ἡ κύ­ρια πη­γή ἄγ­χους τῶν ἐ­φή­βων, βρα­χυ­πρό­θε­σμα (τό σχο­λεῖ­ο) ἤ μα­κρο­πρό­θε­σμα (ἡ δου­λειά).
Πη­γές φό­βου ἀ­πο­τε­λοῦν κυ­ρί­ως ἡ μο­να­ξιά, οἱ δι­ά­φο­ρες με­μο­νω­μέ­νες φο­βί­ες (ὕ­ψος, σκο­τά­δι, ἐρ­πε­τά κ.α.) καί ἡ ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα γιά τό μέλ­λον.
Ὑ­πάρ­χουν σο­βα­ρές ἐν­δεί­ξεις ὅ­τι οἱ αἰ­τί­ες φό­βου τῶν ἐ­φή­βων πα­ρου­σιά­ζουν δι­α­κυ­μάν­σεις μέ βά­ση τά δη­μο­γρα­φι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, δη­λα­δή πι­θα­νόν νά ὑ­πάρ­χει μί­α τά­ση, ὅ­σο με­γα­λώ­νουν τά παι­διά καί ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο προ­έρ­χον­ται ἀ­πό οἰ­κο­νο­μι­κά ὑ­πο­δε­έ­στε­ρες οἰ­κο­γέ­νει­ες, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο νά αὐ­ξά­νε­ται ὁ φό­βος καί ἡ ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα γιά τό μέλ­λον, ἐ­νῷ ἀν­τί­στοι­χα σέ μι­κρές ἡ­λι­κί­ες παί­ζει ση­μαν­τι­κό­τε­ρο ρό­λο ὁ φό­βος τῆς ἀ­πόρ­ρι­ψης καί τῆς μο­να­ξιᾶς.

Οἱ ἔ­φη­βοι σέ με­γά­λο βαθ­μό πι­στεύ­ουν στήν με­τά θά­να­το ζω­ή, ὡ­στό­σο δέν ἔ­χουν κά­ποι­α συγ­κρο­τη­μέ­νη ἄ­πο­ψη γιά τό τί συμ­βαί­νει, ἐ­νῷ ἐ­κεῖ­νοι πού ἐν­σω­μα­τώ­νουν χρι­στι­α­νι­κές ἀ­πό­ψεις στίς ἀ­παν­τή­σεις τους εἶ­ναι λί­γοι. Ἐ­πί­σης, εἶ­ναι ση­μαν­τι­κό τό πο­σο­στό πού πι­στεύ­ει ὅ­τι ὁ θά­να­τος εἶ­ναι ἁ­πλῶς μιά φυ­σι­κή δι­α­δι­κα­σί­α. Καί πά­λι ἐ­ξε­τά­ζε­ται ἡ συ­σχέ­τι­ση δη­μο­γρα­φι­κῶν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν μέ τήν ἀν­τί­λη­ψή τους γιά τόν θά­να­το.
Ἰ­δι­αί­τε­ρη ἐν­τύ­πω­ση κά­νει ἡ πί­στη στήν με­τεμ­ψύ­χω­ση πού πα­ρου­σιά­ζει τό δεῖγ­μα ἀ­πό τό Ἰδιωτικό Λύκειο – πι­θα­νό­τα­τα ἔ­χει νά κά­νει μέ τό ὑ­ψη­λό οἰ­κο­νο­μι­κό ἐ­πί­πε­δο τῶν γο­νι­ῶν τους. Ση­μαν­τι­κό πο­σο­στό ἀ­παν­τή­σε­ων μέ χρι­στι­α­νι­κές ἀ­πό­ψεις πα­ρου­σιά­ζει τό δεῖγ­μα ἀ­πό τό Λύ­κει­ο τῆς Μάν­δρας, γε­γο­νός τό ὁ­ποῖ­ο πι­θα­νόν νά ἐ­ξη­γεῖ­ται ἀ­πό τό ὅ­τι πρό­κει­ται γιά πιό πα­ρα­δο­σια­κό, μή ἔν­το­να ἀ­στι­κο­ποι­η­μέ­νο πε­ρι­βάλ­λον.

Στό νό­η­μα τῆς ζω­ῆς, προκαλεῖ τό ἐνδιαφέρον τό ἐ­ξαι­ρε­τι­κά χα­μη­λό πο­σο­στό τῶν ἐ­φή­βων πού θε­ω­ροῦν ὡς νό­η­μα κά­τι τό ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι ἔ­ξω ἀ­πό τόν ἑαυτό τους, εἴ­τε αὐ­τό ἀ­φο­ρᾷ πρό­σω­πα πού ἀ­γα­ποῦν, εἴ­τε τό εὐ­ρύ­τε­ρο κοι­νω­νι­κό σύ­νο­λο, εἴ­τε ἀ­φο­ρᾷ τήν ἀ­φο­σί­ω­σή τους σέ κά­ποι­α ἰ­δέ­α, ἰ­δε­ο­λο­γί­α, ἀ­νώ­τε­ρη δύ­να­μη ἤ θρη­σκεί­α. Ἀν­τί­στοι­χα, τό πο­σο­στό τῶν παι­δι­ῶν πού ἔ­χουν σάν νό­η­μα ζω­ῆς κά­τι πού ἔ­χει νά κά­νει μέ τήν προ­σω­πι­κή τους ὁ­λο­κλή­ρω­ση καί ἰ­κα­νο­ποί­η­ση τῶν ἐ­πι­θυ­μι­ῶν τους εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα με­γά­λο.

Ἐ­πί­σης, συ­χνά ἑρ­μη­νεύ­ουν τήν ἀ­δι­κί­α πού ὑ­πάρ­χει στόν κό­σμο ὡς ἐμπειρία πού ὀδηγεῖ στήν προ­σω­πι­κή τους ὁ­λο­κλή­ρω­ση καί ὡ­ρί­μαν­ση, ἐν­δέ­χε­ται ὡ­στό­σο ὅ­σο με­γα­λώ­νουν νά ἀλ­λά­ζουν τήν στά­ση τους στό συγ­κε­κρι­μέ­νο ζή­τη­μα καί νά κα­τα­λή­γουν στό ὅ­τι, “ἔ­τσι εἶ­ναι ἡ ζω­ή”.

Τά παι­διά δεί­χνουν νά πι­στεύ­ουν στήν ὕ­παρ­ξη τοῦ Θε­οῦ σέ πο­λύ με­γά­λο πο­σο­στό, ἐν­σω­μα­τώ­νον­τας στοι­χεῖ­α ἐγ­γύ­τη­τας στήν ἀν­τί­λη­ψή τους γιά Ἐ­κεῖ­νον (τόν ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο σάν προ­στά­τη καί βο­η­θό, σάν κά­ποι­ον δι­κό τους), πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό ὅ­τι στοι­χεῖ­α πού δεί­χνουν ἀ­πό­στα­ση (Θε­ός δη­μι­ουρ­γός, δυ­νά­στης, κρι­τής). Ἐν­τυ­πω­σια­κό εἶ­ναι ὅ­μως, ὅ­τι στό ἰ­δι­ω­τι­κό σχο­λεῖ­ο, 33% τῶν ἐ­φή­βων δη­λώ­νουν ὅ­τι δέν ξέ­ρουν ἤ δεν πι­στεύ­ουν ὅ­τι ὑ­πάρ­χει Θε­ός.

Ἔ­χει ἐν­δι­α­φέ­ρον νά σχο­λι­ά­σου­με ξε­χω­ρι­στά τίς ἀ­παν­τή­σεις τῶν ἐ­φή­βων τῆς κα­τη­χη­τι­κῆς μας συν­τρο­φιᾶς, ἀ­φοῦ πα­ρου­σιά­ζουν με­γά­λο βαθ­μό ὁ­μοι­ο­γέ­νειας. Προ­φα­νῶς, ἡ δι­α­φο­ρά στίς ἀ­παν­τή­σεις, προ­έρ­χε­ται ἀ­πό το ὅ­τι ἔ­χουν συ­νη­θί­σει νά συμ­με­τέ­χουν σέ ὁ­μα­δι­κές συ­ζη­τή­σεις, ἀλ­λά καί τό ὅ­τι προ­έρ­χον­ται ἀ­πό ἐκ­κλη­σι­α­στι­κές οἰ­κο­γέ­νει­ες.
Στήν ἐ­ρώ­τη­ση, τί σέ φο­βί­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο, ἐν­τύ­πω­ση προ­ξε­νεῖ ὅ­τι τά μι­σά παι­διά ἀ­νέ­φε­ραν τόν θά­να­το, ἐ­νῷ τά ἄλ­λα μι­σά τήν μο­να­ξιά.
Ὅσον ἀφορᾶ τό ἄγχος, ἔ­χουν με­γά­λες ὁ­μοι­ό­τη­τες μέ τά παι­διά τῶν 3 σχο­λεί­ων, δη­λα­δή κυ­ρια­ρχεῖ τό βρα­χυ­πρό­θε­σμο καί τό μα­κρο­πρό­θε­σμο μέλ­λον.
Ἐδῶ, εἶναι ἀξιοσημείωτο τό σχε­τι­κά ὑ­ψη­λό πο­σο­στό τῶν ἐ­φή­βων πού ὡς νό­η­μα τῆς ζωῆς τους, δη­λώ­νουν κά­τι τό ὑ­περ­βα­τι­κό, ἐ­νῷ οἱ μι­σοί δή­λω­σαν ὡς νό­η­μα ζω­ῆς τήν σχέ­ση μέ τούς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους. Κα­νείς δέν ἀνέφερε ὡς νό­η­μα ζω­ῆς κά­τι πού ἔ­χει νά κά­νει μέ τόν ἑ­αυ­τό του, ὅπως ἀπάντησαν τά παι­διά τῶν σχο­λεί­ων.

Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾷ τήν με­τά θά­να­τον ζω­ή, ὅ­λα τα παι­διά δη­λώ­νουν τήν πί­στη τους σέ αὐ­τή, ὡ­στό­σο ἑ­στιά­ζουν κυ­ρί­ως στόν πό­νο τοῦ ἴ­διου τοῦ θα­νά­του.
Στήν ἐ­ρώ­τη­ση γιά τόν Θε­ό, ἐν­σω­μα­τώ­νουν στίς ἀ­παν­τή­σεις τους σχε­δόν ὅ­λοι, στοι­χεῖ­α ἐγ­γύ­τη­τας, θε­ω­ρών­τας τόν Θε­ό ὡς προ­στά­τη καί βο­η­θό, ἐ­νῷ ἐν­τύ­πω­ση κά­νει τό ὅ­τι ἀ­κό­μη καί τά παι­διά πού δη­λώ­νουν ὅ­τι δέν ξέ­ρουν τί ἀ­κρι­βῶς εἶ­ναι ὁ Θε­ός, ἀ­πο­τυ­πώ­νουν ταυ­τό­χρο­να καί τήν προ­σω­πι­κή τους σχέ­ση μα­ζί του. (Πα­ρά­δειγ­μα “Εἶ­ναι πο­λύ δύ­σκο­λο νά ὁ­ρί­σω τί εἶ­ναι ὁ Θε­ός γιά μέ­να. Πῶς μπο­ρεῖ νά ὁ­ρί­σει κα­νείς τί εἶ­ναι ὁ Θε­ός; Νο­μί­ζω πώς εἶ­ναι μιά βα­θύ­τε­ρη ἀ­νάγ­κη μου στό νά πι­στεύ­ω ὅ­τι κά­ποι­ος ἀ­νώ­τε­ρος ἀ­πό τούς πάν­τες μπο­ρεῖ νά μέ βο­η­θή­σει, νά μοῦ δώ­σει δύ­να­μη, νά μέ προ­φυ­λά­ξει…”).

Παραθέσαμε με­ρι­κά μόνο ἀ­πό τά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τῆς ἔ­ρευ­νάς μας, ἀφοῦ ὁ χρόνος δέν ἐπαρκεῖ νά εἴμαστε πιό ἀναλυτικοί. Αὐτό πού φαίνεται, εἶναι ὅτι οἱ ἔ­φη­βοί μας εἶ­ναι κα­λοί κι εὐ­αί­σθη­τοι, ἀ­νή­συ­χοι καί ἀγ­χω­μέ­νοι, προ­βλη­μα­τι­σμέ­νοι καί μπερδεμένοι. Στά λὀγια τους φαί­νε­ται τό χνά­ρι τῶν γο­νι­ῶν τους καί ἡ δυ­σκο­λί­α τῆς ἐ­πο­χῆς. Φοβοῦνται τό αὔριο καί ἀνησυχοῦν γιά τό σήμερα.

Πρίν βιαστοῦμε νά τούς κρίνουμε ὅμως, ἄς ἀναλογιστοῦμε: Τόν ἴ­διο κό­σμο μοι­ρα­ζό­μα­στε μέ τούς ἐφήβους, ἐ­μεῖς τούς τόν φτι­ά­ξα­με καί μό­νο ἄν κα­τα­λά­βου­με ὅ­τι τό ὑ­παρ­ξια­κό ζή­τη­μα κοι­νό εἶ­ναι σέ ὅ­λους μας, μι­κρούς καί με­γά­λους, κι ὅ­τι μό­νο ἡ ζων­τα­νή καί ἔμ­πρα­κτη σχέ­ση μέ τόν Χρι­στό καί τόν πλη­σί­ον μπο­ρεῖ νά δώ­σει κα­τά τήν διά­ρκεια τῆς ζω­ῆς μας ἀ­παν­τή­σεις, τό­τε θά μπο­ρέ­σου­με νά δι­α­λε­χτοῦ­με μα­ζί τους. Καί γιά νά συμ­βεῖ αὐ­τό, πρέ­πει νά με­τανο­ή­σου­με ἐ­μεῖς πρῶ­τα, ὥ­στε νά μπο­ροῦ­με νά κοι­τά­ξου­με τά παι­διά στά μά­τια, κα­θώς προ­σπα­θοῦ­με νά τούς δώ­σου­με ἀ­παν­τή­σεις.

Τί ἀπαντήσεις, λοιπόν, νά δώσουμε στούς ἐφήβους; Πῶς νά ἐ­πι­κοι­νω­νή­σου­με μα­ζί τους; Πῶς νά καλ­λι­ερ­γή­σου­με ἕ­να γό­νι­μο λό­γο πού θά ἀ­πευ­θύ­νε­ται στά παι­διά τοῦ σή­με­ρα καί θά συλ­λαμ­βά­νει τήν ἀ­γω­νί­α τους καί τήν ἀ­σφυ­ξί­α τους; Πῶς νά τούς μι­λή­σου­με γιά Θε­ό κι ἐλ­πί­δα χω­ρίς νά ἀ­παν­τοῦ­με μέ ταυ­το­λο­γί­ες ἤ μέ αὐ­τα­ρέ­σκεια νά τούς πα­ρου­σι­ά­ζου­με μιά εἰ­κο­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πού ἐ­κεῖ­να δέν μπο­ροῦν νά δοῦν; Ὅ­ταν ἐ­πι­χει­ρή­σου­με νά συ­ζη­τή­σου­με μα­ζί τους, δι­α­πι­στώ­νου­με ὅ­τι ἔ­χουν μιά μπερ­δε­μέ­νη ψευ­δαί­σθη­ση γνώ­σης πού δη­μι­ουρ­γεῖ ἡ ὑ­περ­πλη­ρο­φό­ρη­ση. Ἄν τούς μι­λή­σου­με σάν αὐ­θεν­τί­ες δέν μᾶς ἀ­κοῦ­νε κι ἄν προ­σπα­θή­σου­με νά κου­βεν­τι­ά­σου­με μα­ζί τους εἰ­λι­κρι­νά, δι­α­κρί­νου­με τήν ἀμ­φι­βο­λί­α στά μά­τια τους. Ἴσως ἡ κρίση νά δημιουργήσει νέα δεδομένα κι ἡ ἀκούσια ταπείνωση πού θά ὑποστοῦμε ὅλοι νά δημιουργήσει νέες δυναμικές, νά στρέψει καί πάλι κάποτε τούς ἀνθρώπους στήν ἀναζήτηση ἀξιῶν.

Τί νά ποῦμε ἄραγε στούς ἐφήβους; Μά τήν ἀλήθεια! Νά τούς μιλήσουμε τήν γλῶσσα τῆς καρδιᾶς. Νά παραδεχτοῦμε ὅτι κι ἐμεῖς ἀνησυχοῦμε, κι ἐμεῖς φοβόμαστε, κι ἐμεῖς ἀγχωνόμαστε! Νά ὀμολογήσουμε τήν φθορά, τούς συμβιβασμούς, τήν ἀστοχία μας. Ἀλλά συνάμα νά τούς θυμίσουμε τήν χαρά τῆς ζωῆς καί τῆς δημιουργίας. Νά μάθουμε μαζί τους νά διαβάζουμε τόν κόσμο, νά συμμετέχουμε στόν πολιτισμό, νά χαιρόμαστε τήν ἔμπνευση πού φέρνει τό Ἅγιο Πνεῦμα στούς ἀνθρώπους σ’ ἕνα κόσμο κακογουστιᾶς καί φθηνοῦ θεάματος. Νά τούς πιάσουμε ἀπό τό χέρι καί νά τούς δείξουμε τόν παράδεισο πού ἔπλασε ὁ Θεός γιά μᾶς, αὐτόν πού ἀποκαλύπτεται μόνο ὅταν μάθουμε νά εὐχαριστοῦμε γιά τήν κάθε στιγμή, τήν κάθε ἡμέρα. Νά τούς φανερώσουμε μέσα ἀπό τήν δική μας ζωή, μέ τό δικό μας παράδειγμα, τί ἐννοεῖ ἡ φράση «πάντοτε χαίρετε, ἐν παντί εὐχαριστεῖτε», τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Νά τούς διδάξουμε ὡς ποιμένες, ὡς γονεῖς, ὡς διδάσκαλοι, τό πώς μπορεῖς σ’ ἕνα κόσμο μιζέριας καί γκρίνιας νά ζεῖς μ’ αὐτό τό «Δόξα τῷ Θεῷ, πάντων ἔνεκεν» πού ἔλεγε ὁ Χρυσόστομος στόν δρόμο πρός τήν ἐξορία καί τόν θάνατο.
Νά ψηλαφήσουμε μαζί τους τόν τρόπο τῆς ἀνάληψης τῶν εὐθυνῶν μας, τό τί σημαίνει νά ἔχεις ἦθος, τί πάει νά πεῖ νά γίνεσαι σοφότερος ἀπό τά λάθη καί τις πτώσεις σου, τί σημαίνει περιχώρηση καί συγχώρεση.
Νά τούς μάθουμε μέ τό δικό μας παράδειγμα πώς, ζωή σημαίνει συμπόρευση, ἀλληλεγγύη, νοιάξιμο, ἀγάπη γιά τόν πλησίον, μέσα σ’ ἕνα κόσμο ἀτομισμοῦ, ἰδιοτέλειας, μίσους κι ἀφόρητης μοναξιᾶς.

Δέν εἶναι οὐτοπικά ὅλα αὐτά, ἀρκεῖ νά τά σκεφτόμαστε ὁ καθένας γιά τόν ἑαυτό του καί νά μήν βαυκαλιζόμαστε μέ μαζικές λύσεις, περιμένοντας ἀπό τούς ἄλλους. Ἄς ἀλλοιωνόμαστε ἐμεῖς γιά νά ἀλλάζουν μαζί μας κι ἄλλοι, ὅπως εἶπε ὁ Ἅγιος. Ὅ­σο ἐ­μεῖς γι­νό­μα­στε ἀ­λη­θι­νοί, εἰ­λι­κρι­νεῖς, πραγ­μα­τι­κά με­τα­νο­οῦν­τες, οἱ ἔ­φη­βοι θά βλέ­πουν, θά πα­ρα­τη­ροῦν, θά ἐμ­πνέ­ον­ται, θά ἀ­κο­λου­θοῦν μέ­σα στήν δι­κή τους μο­να­δι­κό­τη­τα.
Πάνω ἀπ’ ὅλα, νά τούς θυμίσουμε πώς ὑπάρχουν καλά νέα, πώς ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος καί μᾶς κάλεσε νά γίνει ἡ ζωή μας, ζωή Του. Ἔτσι, θἀ’χουμε τήν ἐλπίδα, πώς ὅ­ταν πε­ρά­σει τό ξέ­σπα­σμα τῆς ἐ­φη­βεί­ας, θά ἀ­να­τεί­λει ἡ ὀ­μορ­φιά τοῦ νέ­ου ἀν­θρώ­που, ὁ ὁ­ποῖ­ος θά ἀ­κο­λου­θή­σει τόν δρό­μο πού ἐ­λεύ­θε­ρα ἔ­χει ἐ­πι­λέ­ξει.

Θά τε­λει­ώ­σω μέ λί­γα λό­για τοῦ Ἁ­γί­ου Γέ­ρον­τα Πορ­φυ­ρί­ου πρός τούς γο­νεῖς σχε­τι­κά μέ τά παι­διά τους:

«Γί­νε­τε ἅ­γιοι καί δέν θά ἔ­χε­τε κα­νέ­να πρό­βλη­μα μέ τά παι­διά σας. Ἡ ἁ­γι­ό­τη­τα τῶν γο­νέ­ων ἀ­παλ­λάσ­σει τά παι­διά ἀ­π’ τά προ­βλή­μα­τα… Κι ὅ­ταν κά­νουν ἀ­τα­ξί­ες, νά παίρ­νε­τε κά­ποι­α παι­δα­γω­γι­κά μέ­τρα, ἀλ­λά νά μήν τά πι­έ­ζε­τε. Κυ­ρί­ως νά προ­σεύ­χε­σθε… Ὅ­ταν τά παι­διά ἀ­να­πτύσ­σον­ται μέ­σα στήν ἐ­λευ­θε­ρί­α, βλέ­πον­τας συγ­χρό­νως τό κα­λό πα­ρά­δειγ­μα τῶν με­γά­λων, χαι­ρό­μα­στε νά τά βλέ­πο­με. Αὐ­τό εἶ­ναι τό μυ­στι­κό, νά εἶ­σαι κα­λός, νά εἶ­σαι ἅ­γιος, γιά νά ἐμ­πνέ­εις, νά ἀ­κτι­νο­βο­λεῖς. Ἡ ζω­ή τῶν παι­δι­ῶν φαί­νε­ται νά ἐ­πη­ρε­ά­ζε­ται ἀ­π’ τήν ἀ­κτι­νο­βο­λί­α τῶν γο­νέ­ων [3]».

* * *
[1] Ἐ­πει­δή σκο­πός δέν ἦ­ταν ἡ ἐ­ξα­γω­γή πο­σο­τι­κῶν συμ­πε­ρα­σμά­των καί συ­σχε­τί­σε­ων γιά τόν πλη­θυ­σμό τῶν ἐ­φή­βων ἀ­πό 14 ἕ­ως 17 ἐ­τῶν, ἀλ­λά ἡ κα­τα­γρα­φή κά­ποι­ων τά­σε­ων καί ὁ προ­βλη­μα­τι­σμός ἐ­πά­νω σε αὐ­τές, δέν δό­θη­κε ἔμ­φα­ση στήν ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κό­τη­τα τοῦ δείγ­μα­τος, ἀλ­λά στήν με­λέ­τη τῶν δι­α­φό­ρων ἀ­παν­τή­σε­ων τῶν συγ­κε­κρι­μέ­νων παι­δι­ῶν. Γιά τήν πιό σφαι­ρι­κή ἀ­πο­τύ­πω­ση τῶν τά­σε­ων, ἐ­πι­λέ­χθη­καν 3 δι­α­φο­ρε­τι­κά σχο­λεῖ­α στά ὁ­ποῖ­α τά δη­μο­γρα­φι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά εἶ­ναι σέ με­γά­λο βαθ­μό ἀ­νό­μοι­α καί προ­έρ­χον­ται ἀ­πό δι­α­φο­ρε­τι­κές το­πο­θε­σί­ες τῆς Ἀτ­τι­κῆς. Γιά νά μπο­ρέ­σου­με νά ἀ­πο­κτή­σου­με μιά γε­νι­κή εἰ­κό­να, ὅ­σο εἶ­ναι δυ­να­τόν, κά­να­με μιά συμ­βα­τι­κή ὁ­μα­δο­ποί­η­ση τῶν ἀ­παν­τή­σε­ων καί με­τρή­σα­με τά ἀν­τί­στοι­χα πο­σο­στά πού συγ­κεν­τρώ­νει ἡ κά­θε ὁ­μά­δα. Ὑ­πῆρ­ξαν καί ἀ­παν­τή­σεις, οἱ ὁ­ποῖ­ες δέν μπο­ροῦ­σαν νά ὁ­μα­δο­ποι­η­θοῦν καί γι’ αὐ­τό ἐ­ξε­τά­στη­καν με­μο­νω­μέ­να.

[2] Ἄς ἀ­να­φερ­θοῦ­με σέ πιό συγ­κε­κρι­μέ­να στοι­χεῖ­α: Στήν Μάν­δρα, στήν πρώ­τη θέ­ση τῶν πη­γῶν φό­βου βρί­σκου­με ἀ­παν­τή­σεις σχε­τι­κές μέ τήν μο­να­ξιά καί ἀ­παν­τή­σεις σχε­τι­κές μέ τό μέλ­λον καί τήν ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κή ἀ­πο­κα­τά­στα­ση (22.5% τοῦ δείγ­μα­τος ἑ­κα­τέ­ρω­θεν). Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τό ἄγ­χος, τό 35% τοῦ δείγ­μα­τος ἀ­πάν­τη­σε ὅ­τι ἀγ­χώ­νε­ται μέ τό μέλ­λον, ἐ­νῷ τό 29% μέ τά μα­θή­μα­τα τοῦ σχο­λεί­ου.
Στό Ἰδιωτικό Λύκειο ἀν­τί­στοι­χα, ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τόν φό­βο, στήν πρώ­τη θέ­ση βρί­σκον­ται ἀ­παν­τή­σεις σχε­τι­κές μέ τήν μο­να­ξιά καί τήν ἀ­να­γνώ­ρι­ση ἀ­πό συ­νο­μη­λί­κους, σέ πο­λύ με­γά­λο βαθ­μό σέ σχέ­ση μέ τίς ὑ­πό­λοι­πες ἀ­παν­τή­σεις (41,7% τοῦ δείγ­μα­τος) ἐ­νῷ στήν δεύ­τε­ρη θέ­ση βρί­σκον­ται δι­ά­φο­ρες φο­βί­ες (φί­δια, σκο­τά­δι, ὕ­ψος καί ἄλ­λα μέ 33% τοῦ δείγ­μα­τος).
Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τό τί τούς ἀγ­χώ­νει, τό 58% ἀγ­χώ­νε­ται γιά τά μα­θή­μα­τα τοῦ σχο­λεί­ου, ἐ­νῶ μό­νο 29% τοῦ δείγ­μα­τος ἀ­να­φέ­ρε­ται στό μέλ­λον.
Στό ΕΠΑΛ, στήν πρώ­τη θέ­ση βρί­σκε­ται ἡ φο­βί­α γιά τό μέλ­λον καί τήν ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κή ἀ­πο­κα­τά­στα­ση (24% τοῦ δείγ­μα­τος), ἐ­νῷ στήν δεύ­τε­ρη θέ­ση βρί­σκον­ται δι­ά­φο­ρες φο­βί­ες (19% τοῦ δείγ­μα­τος). Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τό ἄγ­χος, στό ΕΠΑΛ, τό 24% ἀγ­χώ­νε­ται γιά τό μέλ­λον, ἐ­νῷ τό 29%, ἀγ­χώ­νε­ται γιά τά μα­θή­μα­τα τοῦ σχο­λεί­ου.
Ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­το εἶ­ναι τό γε­γο­νός, ὅ­τι ὁ φό­βος τοῦ θα­νά­του πα­ρου­σιά­ζει πα­ρό­μοι­α πο­σο­στά καί στά 3 δείγ­μα­τα (8-16%).

* Τά στοιχεῖα τῆς ἔρευνας ἐπεξεργάσηκε ὁ Ζήσης Κτενίδης, κάτοχος μεταπτυχιακοῦ τίτλου ΜΒΑ, Ο.Π.Α.

[3] «Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου-Βίος καί Λόγοι», Ἱερά Μονή Χρυσοπηγῆς Χανίων, 2007.