Τὰ ὄνειρα

Οἱ δαίμονες χρησιμοποιοῦν τὰ ὄνειρα γιὰ νὰ ἐνοχλήσουν καὶ νὰ πληγώσουν τὶς ἀνθρώπινες ψυχές. Μὲ παρόμοιο τρόπο οἱ ἄπειροι στὸν πνευματικὸ ἀγώνα Χριστιανοὶ ποὺ δίδουν σημασία στὰ ὄνειρα κάνουν κακὸ στὸν ἑαυτό τους. Εἶναι, ἔτσι, σημαντικὸ νὰ διακρίνουμε τὴν ἀκριβῆ σημασία τῶν ὀνείρων σὲ κάποιο πρόσωπο ποὺ ἡ φύση του δὲν ἔχει ἀνανεωθεῖ μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.

Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ὕπνου ἡ κατάσταση ἑνὸς κοιμωμένου προσώπου εἶναι τέτοια ὥστε ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος χάνει τὴν αὐτοσυνειδησία τῆς ὑπάρξεώς του καὶ εἶναι σὲ μία κατάσταση λήθης. Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ὕπνου ὅλες οἱ ἑκούσιες δραστηριότητες καὶ ἐργασίες σταματοῦν.

Συνεχίζει μόνο αὐτὴ ἡ δραστηριότητα ποὺ εἶναι ἀναγκαία γιὰ τὴν ὕπαρξη καὶ δὲν μπορεῖ νὰ σταματήσει. Στὸ σῶμα τὸ αἷμα συνεχίζει τὴν κυκλοφορία του, τὸ στομάχι χωνεύει τὴν τροφή, οἱ πνεύμονες διατηροῦν τὴν ἀναπνοή, τὸ δέρμα ἐφιδρώνει. Στὴν ψυχὴ οἱ σκέψεις, οἱ φαντασίες καὶ οἱ αἰσθήσεις συνεχίζουν νὰ παράγονται, χωρίς, ὅμως, τὴν ἐξάρτηση τῆς θελήσεως καὶ τῆς λογικῆς ἀλλὰ μὲ τὴ δράση τῆς ὑποσυνείδητης φύσεώς μας.

Ἕνα ὄνειρο ἀποτελεῖται ἀπὸ τέτοιες φαντασίες συνοδευόμενες ἀπὸ παράξενες σκέψεις καὶ αἰσθήματα. Συχνὰ φαίνεται παράξενο ὅτι ὅλα αὐτὰ δὲν ἔχουν καμιὰ σχέση μὲ τὶς θεληματικὲς καὶ ἐν ἐπιγνώσει σκέψεις τοῦ ἀνθρώπου. Ἀντίθετα παρουσιάζονται ξαφνικὰ καὶ παράδοξα σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους καὶ ἀπαιτήσεις τῆς φύσεως. Συχνὰ ἕνα ὄνειρο ἔχει μία χωρὶς συνοχὴ ἐντύπωση τῶν ἑκουσίων σκέψεων καὶ ἐπιθυμιῶν ἐνῶ ἄλλες εἶναι ἀποτέλεσμα μιᾶς ἰδιαίτερα ἠθικῆς καταστάσεως τοῦ λογικοῦ.

Ἔτσι ἕνα ὄνειρο δὲν μπορεῖ καὶ δὲν πρέπει καθ’ αὐτὸ νὰ ἔχει ὁποιαδήποτε σημασία. Ἡ ἐπιθυμία μερικῶν ἀνθρώπων νὰ δοῦν στὰ παραληρήματα τῶν ὀνείρων τους πρόβλεψη γιὰ τὸ μέλλον τους ἤ τὸ μέλλον ἄλλων ἀνθρώπων ἤ κάποιο ἄλλο νόημα εἶναι ἀνόητη καὶ παράλογη.

Πῶς μπορεῖ αὐτὸ νὰ εἶναι ἔτσι, αὐτὸ ποὺ δὲν ἔχει αἰτία ὑπάρξεως; Οἱ δαίμονες ποὺ ἔχουν πρόσβαση στὶς ψυχές μας κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ὡρῶν ποὺ εἴμαστε ξύπνιοι ἔχουν ἐπίσης πρόσβαση σ’ αὐτὲς κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ὕπνου. Ἐπίσης κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ὕπνου μᾶς πειράζουν στὸ νὰ ἁμαρτήσουμε μὲ τὸ νὰ ἀναμιγνύουν τὴ δική τους φαντασία μὲ τὴ δική μας. Ἀκόμη ὅταν δοῦν μέσα μας ἕνα ἐνδιαφέρον γιὰ ὄνειρα προσπαθοῦν νὰ αὐξήσουν τὸ ἐνδιαφέρον μας γιὰ τὰ ὄνειρά μας. Σιγὰ – σιγὰ μάλιστα μᾶς πείθουν νὰ τὰ ἐμπιστευόμαστε. Μία τέτοια ἐμπιστοσύνη συνοδεύεται πάντα ἀπὸ πλάνη καὶ ἡ πλάνη κάνει τὶς διανοητικές μας ἀπόψεις γιὰ τὸν ἑαυτό μας νὰ λανθάνονται, ὁπότε ὅλη μας ἡ ἐνεργητικότητα γίνεται σαθρή. Αὐτὸ ἀκριβῶς θέλουν καὶ οἱ δαίμονες.

Σ’ αὐτοὺς ποὺ εἶναι προχωρημένοι σ’ αὐτὴ τὴν ἐγωιστικὴ αὐτοθεώρηση οἱ δαίμονες ἀρχίζουν νὰ παρουσιάζονται σὰν ἄγγελοι φωτὸς στὴ μορφὴ μαρτύρων καὶ ἁγίων ἀκόμη καὶ αὐτῆς τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ. Χαίρονται μὲ τὸν τρόπο ποὺ ζοῦν αὐτοὶ οἱ πλανεμένοι, τοὺς ὑπόσχονται οὐράνια στέμματα καὶ μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο τοὺς ὁδηγοῦν σὲ μεγάλο ὕψος αὐτοεκτιμήσεως καὶ ὑπερηφάνειας. Αὐτὸ τὸ ὕψος εἶναι ταυτόχρονα καὶ ἡ ἄβυσσος τοῦ ὀλέθρου τους.

Πρέπει νὰ ξέρουμε ὅτι ἀναμφίβολα στὴν παροῦσα μας κατάσταση, ποὺ ἀκόμη δὲν ἔχει ἀνανεωθεῖ μὲ τὴ χάρη, δὲν εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ δοῦμε ἄλλα ὄνειρα ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ὕπουλα ἑτοιμάζουν γιὰ μᾶς οἱ δαίμονες. Ὅπως κατὰ τὴ διάρκεια ποὺ εἴμαστε ξύπνιοι ξεσηκώνονται μέσα ἀπὸ τὴν πεπτωκυία φύση μας ἤ προκαλοῦνται ἀπὸ δαίμονες σκέψεις καὶ ἐπιθυμίες — ἔτσι συμβαίνει καὶ ὅταν κοιμόμαστε. Ὅπως καὶ ὅταν εἴμαστε ξύπνιοι νοιώθουμε θεία παρηγοριὰ ποὺ πηγάζει ἀπὸ κατάνυξη (λόγω τῆς ἀντιλήψεως τῆς ἁμαρτωλότητάς μας, τῆς μνήμης θανάτου καὶ τῆς Τελικῆς Κρίσεως). Μόνο αὐτὲς οἱ σκέψεις ἐμφανίζονται μέσα ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ποὺ φυτεύτηκε μέσα μας μὲ τὸ ἅγιο βάπτισμα καὶ μᾶς μεταφέρονται μέσα μας σὲ ἀναλογία μὲ τὴ μετάνοιά μας. Ἔτσι μὲ παρόμοιο τρόπο πολὺ σπάνια καὶ σὲ ἐξαιρετικὴ ἀνάγκη οἱ Ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ μᾶς ἀπεικονίζουν ἤ μᾶς παρουσιάζουν τὸ τέλος μας ἤ τὰ βάσανα τῆς κολάσεως ἤ τὴν Τελικὴ Κρίση τοῦ Θεοῦ πέραν τοῦ Τάφου. Ἀπὸ τέτοια ὄνειρα ἐρχόμαστε σὲ συναίσθηση καὶ φόβο Θεοῦ σὲ κατάνυξη, σὲ μετάνοια. Ἀλλὰ τέτοια ὄνειρα δίδονται πολὺ σπάνια σὲ ἐξαιρετικὴ ἀνάγκη σὲ ἁγιασμένες ψυχὲς ἀλλὰ καὶ σὲ πολὺ ἁμαρτωλοὺς σύμφωνα μὲ τὴν ἀνεξιχνίαστη καὶ εἰδικὴ πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Δίδονται ἐξαιρετικὰ σπάνια ὄχι λόγω τῆς «τσιγγουνιᾶς» τῆς Θείας Χάρης — ὄχι! Ἀλλὰ διότι ὅ,τι γίνεται σὲ μᾶς ἔξω ἀπὸ τὴ ρουτίνα μᾶς ὁδηγεῖ σὲ ὑπερηφάνεια καὶ αὐτοεκτίμηση καὶ ὑποσκάπτει τὴν ταπείνωσή μας ποὺ εἶναι τόσο σημαντικὴ γιὰ τὴ σωτηρία μας.

Τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἡ ἐκπλήρωση τοῦ ὁποίου ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἐκφρασθεῖ στὴν Ἁγία Γραφὴ τόσο καθαρά, τόσο δυναμικὰ καὶ μὲ τόση λεπτομέρεια οὕτως ὥστε εἶναι ἐντελῶς περιττὸ τὸ νὰ βοηθεῖται ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ νὰ διασπᾶται ἡ συνηθισμένη ὁδὸς τῶν πραγμάτων.

Σ’ αὐτὸν ποὺ ζητοῦσε τὴν ἀνάσταση ἑνὸς νεκροῦ ἀνθρώπου ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἀποσταλεῖ καὶ νὰ προειδοποιήσει τοὺς ἀδελφούς του εἰπώθηκε: «ἔχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν. Ὁ δὲ εἶπεν οὐχὶ πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλ’ ἐὰν τὶς ἀπὸ νεκρῶν πορευθῆ πρὸς αὐτοὺς μετανοήσουσιν. Εἶπε δὲ αὐτῷ· εἰ Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐὰν τὶς ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται» (Λουκ. ιστ’, 27-31).

Ἡ πείρα ἔχει δείξει ὅτι πολλοὶ ποὺ τοὺς παραχωρήθηκε νὰ δοῦν στὸν ὕπνο τους ὁράματα βασάνων — συγκλονίστηκαν ἀπὸ τὸ ὅραμα γιὰ λίγο καὶ μετὰ ὅμως ξεχάστηκαν καὶ μαζὶ ξέχασαν ὅ,τι εἶδαν καὶ ζοῦσαν μιὰ ἀπρόσεκτη πνευματικὰ ζωή.

Ἀπὸ τὴν ἄλλη αὐτοὶ ποὺ δὲν εἶχαν ὁποιαδήποτε ὁράματα ἀλλὰ προσεκτικὰ μελετοῦσαν τὸ θεῖο Νόμο, σταδιακὰ ὁδηγήθηκαν στὸ φόβο Θεοῦ, ἀπέκτησαν πνευματικὴ δύναμη καὶ νίκη καὶ μὲ χαρὰ ποὺ γεννιέται ἀπὸ τὴν οἰκειοποίηση τῆς σωτηρίας πέρασαν ἀπὸ τὸ ἐπίγειο πέπλο τῶν θλίψεων στὴν εὐλογημένη αἰωνιότητα.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος συζητᾶ τὸ ρόλο ποὺ παίζεται ἀπὸ τοὺς δαίμονες στὰ ὄνειρα μὲ τὸν ἀκόλουθο τρόπο: «… Ἀφοῦ ἐγκαταλείψουμε γιὰ τὸν Κύριον τὰ σπίτια μας καὶ τοὺς οἰκείους μας καὶ μὲ τὴν ξενιτεία γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ πωλήσουμε τὸν ἑαυτό μας, τότε οἱ δαίμονες ἐπιχειροῦν νὰ μᾶς ταράζουν μὲ ὄνειρα. Παρουσιάζουν δὲ σ’ αὐτὰ τοὺς ἰδικούς μας ὅτι θρηνοῦν, πεθαίνουν, καταστενοχωροῦνται καὶ βασανίζονται ἐξ αἰτίας μας. Ἐκεῖνος, λοιπόν, ποὺ πιστεύει στὰ ὄνειρα ὁμοιάζει μ’ αὐτὸν ποὺ κυνηγᾶ τὴ σκιὰ του καὶ προσπαθεῖ νὰ τὴν πιάσει» (Σοφ. Σειρὰχ λδ’, 2).
Οἱ δαίμονες τῆς κενοδοξίας ἐμφανίζονται στὸν ὕπνο μας σὰν προφῆτες. Συμπεραίνουν, σὰν πανοῦργοι ποὺ εἶναι, μερικὰ ἀπὸ τὰ μέλλοντα νὰ συμβοῦν καὶ νὰ μᾶς τὰ προαναγγέλουν. Καὶ ὅταν αὐτὰ πραγματοποιηθοῦν ἐμεῖς μένουμε ἔκθαμβοι καὶ ὑπερηφανεύεται ὁ λογισμός μας μὲ τὴν ἰδέα ὅτι πλησιάσαμε στὸ προορατικὸ χάρισμα». (Κεφ. Γ’, 38 – 39).

Ὁ ἅγιος Κασσιανὸς διηγεῖται γιὰ ἕνα μοναχὸ στὴ Μεσοποταμία ποὺ ζοῦσε μία πάρα πολὺ ἐρημικὴ καὶ ἀσκητικὴ ζωὴ ἀλλὰ ἀπώλεσε τὴν ψυχή του, διότι πλανήθηκε ἀπὸ διαβολικὰ ὄνειρα. Παρατήρησε ὅτι ὁ μοναχὸς δὲν πολυπρόσεχε τὴν πνευματική του πρόοδο ἀλλὰ ἐνδιαφερόταν μόνο γιὰ τοὺς σωματικοὺς κόπους γιὰ τοὺς ὁποίους καὶ αἰσθανόταν περήφανος. Ὁ διάβολος τότε, λοιπόν, ἄρχισε νὰ τοῦ παρουσιάζει ὄνειρα ποὺ μὲ τὴ διαβολικὴ πονηρία του ἄρχισαν νὰ ἐπαληθεύονται. Ὅταν ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ μοναχοῦ στὰ ὄνειρα καὶ στὸν ἑαυτὸ του ἐνισχύθηκε, ὁ διάβολος τοῦ παρουσίασε μπροστά του ἕνα θαυμάσιο ὄνειρο: Ἑβραίους νὰ ἀπολαμβάνουν τὶς ὀμορφιὲς τοῦ Παραδείσου — ἐνῶ οἱ Χριστιανοὶ νὰ τυραννιοῦνται μὲ τὰ βάσανα τῆς κολάσεως.

Τότε ὁ διάβολος (ντυμένος σὰν Ἄγγελος φωτὸς) συμβούλεψε τὸ μοναχὸ νὰ ἀποδεχθεῖ τὸν Ἰουδαϊσμὸ ἔτσι ὥστε νὰ εἶναι ἱκανὸς νὰ ἔχει ἕνα μερίδιο ἀπὸ τὴν εὐτυχία τῶν Ἰουδαίων. Αὐτὸ τὸ ἔκανε ὁ μοναχὸς χωρὶς τὸν παραμικρὸ δισταγμό.

Συνεπῶς ἀρκετὰ ἔχουν εἰπωθεῖ, γιὰ νὰ ἐξηγήσουν στοὺς ἀγαπητούς μας ἀδελφοὺς Χριστιανούς, πόσο ἀνόητο εἶναι νὰ δίνουν σημασία στὰ ὄνειρα καὶ ἀκόμη περισσότερο νὰ τὰ πιστεύουν καὶ νὰ τὰ ἐμπιστεύονται. Ἀπὸ τὴν προσοχὴ στὰ ὄνειρα ὁπωσδήποτε θὰ μπεῖ μέσα στὴν ψυχή μας ἡ ἐμπιστοσύνη σ’ αὐτά. Συνεπῶς ἀπαγορεύεται αὐστηρὰ ἀκόμη καὶ τὸ νὰ προσέχουμε στὰ ὄνειρα.

Ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀνανεωμένη μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κυβερνᾶται ἀπὸ ἐντελῶς διαφορετικοὺς νόμους ἀπὸ τὴν πεπτωκυία φύση τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἐπιμένει στὴν ἁμαρτωλὴ κατάσταση.

Ὁ κυβερνήτης τοῦ ἀναγεννημένου ἀνθρώπου εἶναι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. «Ἡ χάρη τοῦ Θείου Πνεύματος τοὺς φωτίζει» λέει ὁ Μέγας Μακάριος, «καὶ κατακάθεται στὰ βάθη τοῦ νοῦ τους». Καὶ ἔτσι εἴτε ξύπνιοι εἶναι ἤ κοιμοῦνται ἡ ψυχὴ τους παραμένει μὲ τὸν Κύριο χωρὶς ἁμαρτία, χωρὶς γήινες ἤ σαρκικὲς ἀπολαύσεις καὶ φαντασίες. Οἱ σκέψεις καὶ οἱ φαντασίες ποὺ κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ὕπνου εἶναι ἐκτός τοῦ ἐλέγχου τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς καὶ θελήσεως, καὶ ποὺ ἐνεργοῦν ὑποσυνείδητα στὶς ἀπαιτήσεις τῆς φύσεως, δροῦν μέσα τους κάτω ἀπὸ τὸν ἔλεγχο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὰ ὄνειρα τέτοιων ἀνθρώπων ἔχουν πνευματικὴ σπουδαιότητα. Ἔτσι ὁ δίκαιος Ἰωσὴφ ἔμαθε ἀπὸ ἕνα ὄνειρο τὸ μυστήριο τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ Θείου Λόγου. Μ’ ἕνα ὄνειρο διατάχθηκε νὰ φύγει στὴν Αἴγυπτο καὶ σ’ ἄλλο νὰ ἐπιστρέψει στὸ Ἰσραήλ. Τὰ ὄνειρα ποὺ ἐστάλησαν ἀπὸ τὸ Θεὸ φέρνουν μαζί τους μιὰ ἀναμφισβήτητη πειθὼ ἤ βεβαιότητα. Αὐτὴ ἡ βεβαιότητα μπορεῖ νὰ κατανοηθεῖ ἀπὸ τοὺς ἁγίους του Θεοῦ ἀλλὰ ὄχι ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἀκόμη ἀγωνίζονται κατὰ τῶν παθῶν τους.


Μετάφραση: Πρεσβύτερος Ἀναστάσιος Τελεβάντος