Διαλεχτές σελίδες της Φιλοκαλίας για την αυτοσυγκέντρωση, την αυτογνωσία και την νοερά προσευχή
μετ.: Ντίνα Σαμοθράκη
εκδ. Αρμός

Η επανέκδοση κειμένων από τα οποία μας χωρίζουν αιώνες συνιστά ένδειξη ελπίδας ότι παραμένουν ζωντανά. Προχωρώντας όμως από το ότι στο πώς, θέτοντας δηλαδή το θέμα της ερμηνείας, ο αναγνώστης που ξεφυλλίζει το βιβλίο “Το Φως που ξυπνά την καρδιά“, μια ανθολογία από τη Φιλοκαλία που εκπόνησαν οι εκδόσεις Αρμός με νέα μετάφραση της Ντίνας Σαμοθράκη, δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί: Τι ακριβώς είναι η Φιλοκαλία και τι κομίζει στις μέρες μας;
 
Η Φιλοκαλία είναι μια ανθολογία πατερικών κειμένων που η συγγραφή τους εκτείνεται από τον 4ο μέχρι τον 15ο αιώνα. Η ανθολόγηση εκπονήθηκε από τους Μακάριο Κορίνθου και Νικόδημο τον Αγιορείτη, η πρώτη έκδοση έγινε στη Βενετία το 1782. Στην αρχική τους εμφάνιση τα κείμενα αποτελούσαν γραπτή καταγραφή της θεολογίας και εμπειρίας του μοναστικού βίου, αλλά ταυτόχρονα και της ζωής όλων όσοι έπαιρναν το ευαγγελικό κήρυγμα στην ονομαστική του αξία, μια που ο μοναχισμός προέκυψε ως απόκριση σε αυτό ακριβώς το αίτημα. Στα 1782, η Φιλοκαλία συνιστούσε απόπειρα να προσφερθεί στον Ελληνισμό το απόσταγμα της ορθόδοξης παράδοσης ως η αληθής κατά Θεόν φιλοσοφία, ενάντια στις φιλοσοφικές δοξασίες του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού που είχαν αρχίσει να κάνουν δυναμικά την εμφάνισή τους στον τόπο μας. Η απόπειρα ναυάγησε, αφού το νεοελληνικό έθνος-κράτος συγκροτήθηκε στηριζόμενο σε οτιδήποτε άλλο εκτός από το πνεύμα της Φιλοκαλίας.
 
Η Φιλοκαλία δεν υπήρξε εκδοτική επιτυχία. Η δεύτερη έκδοση έγινε μόλις το 1893, η τρίτη το 1957. Από τότε όμως αρχίζει μια παράλληλη άνθηση των φιλοκαλικών εκδόσεων σε Ελλάδα και Δύση. Η Φιλοκαλία θεωρείται πια σαρξ εκ της σαρκός της ορθόδοξης θεολογικής παράδοσης. Η ομόφωνη αυτή αποδοχή δέχθηκε πρόσφατα τα πυρά κάποιων Ελλήνων διανοητών, το έργο των οποίων μάλιστα είχε συνδεθεί με την εκ νέου ανακάλυψη της πατερικής παράδοσης.
 
Η μία κριτική προέκυψε ως απάντηση στο ερώτημα: πώς είναι δυνατόν να προσλαμβάνεται θετικά η Φιλοκαλία από τη σύγχρονη Δύση ενώ εκφράζει την καρδιά της ορθόδοξης παράδοσης; Η απάντηση που δόθηκε ήταν σε γενικές γραμμές: στη Φιλοκαλία έχουν εμφιλοχωρήσει στοιχεία της δυτικής ατομικής θρησκευτικότητας εις βάρος της θεώρησης της εκκλησίας ως ευχαριστιακού γεγονότος, με άλλα λόγια οι Δυτικοί στη Φιλοκαλία ανακαλύπτουν τον εαυτό τους (Χρήστος Γιανναράς, Ενάντια στη Θρησκεία). [“Ν”: δες και εδώ]
 
Η δεύτερη κριτική ήταν δριμύτερη. Θεωρώντας τη Φιλοκαλία κείμενο διαμορφωτικό του νεοελληνισμού, προσπάθησε να δείξει ότι η ορθόδοξη βυζαντινή παράδοση περιστέλλεται σε μια αρνησίκοσμη παθητική στάση, αρνείται να αποδεχθεί τη σωματικότητα του ανθρώπου, εξορίζει τη φαντασία, αδυνατεί να προχωρήσει στην εξατομίκευση και, εν τέλει, αποτυγχάνει να διαπλεύσει δημιουργικά τον ιστορικό χρόνο, καταδικάζοντας έτσι τους ορθόδοξους λαούς σε δραματική υστέρηση σε σχέση με τους Δυτικούς (Στέλιος Ράμφος, Το αδιανόητο τίποτα) [“Ν”: δες και εδώ]. Εδώ δεν θα συζητήσουμε αυτές τις απόψεις, αλλά, ξεκινώντας απ’ αυτές, θα καταγράψουμε κάποιες, αναγκαστικά αποφθεγματικού χαρακτήρα, σκέψεις για τη Φιλοκαλία και την πρόσληψή της σήμερα.

Η μειοψηφική μικρά ζύμη

Η Φιλοκαλία δεν μπορεί να αποτελέσει διαμορφωτικό κείμενο για κανένα έθνος ή κοινωνία συνολικά, παρά μόνο για την εκκλησία, το σώμα των πιστών που εκουσίως αποδέχονται την κλήση του Χριστού σε μια ζωή μαθητείας. Η κωνσταντίνεια συνθήκη, που ταύτισε κοινωνία και εκκλησία, κι έγινε σημείο αντιλεγόμενο για τη χριστιανική θεολογία, έχει πλέον εκ των πραγμάτων εκλείψει. Μόνο όσοι συγχέουν τις επιθυμίες τους με την πραγματικότητα αρνούνται να συνειδητοποιήσουν πως η εκκλησία είναι, όπως ήταν πάντα, η μειοψηφική μικρά ζύμη.
 
Η θεολογία μετά το 1960 διακατέχεται από μια αλλεργία απέναντι στην έννοια της ηθικής, ταυτίζοντας κάθε εκδοχή της με την ευσεβιστική προοπτική στην οποία αντιπαρατέθηκε. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την ενίσχυση μιας γενικότερης τάσης εντός των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών: οι πεποιθήσεις να μη συναρτώνται με τίποτα το απτό και ορατό στην καθημερινή ζωή. Ανάμεσα στην υιοθέτηση οποιασδήποτε αξίας και στην πρακτική συμπεριφορά του ατόμου δεν υπάρχει οποιαδήποτε κοινωνικά δεσμευτική σχέση. Ως αποτέλεσμα, οι χριστιανοί καταλήγουν να ζουν σαν να μην υπάρχει Θεός. Αντίθετα, στη Φιλοκαλία δεν εξαίρεται κάποιος απισχνημένος ιδεολογικός χριστιανισμός, αλλά η, μέσω της εκκοπής των παθών, της άσκησης των αρετών και της έκχυσης της Χάριτος, μεταμόρφωση του ανθρώπου εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού.

Πρόοδος και ευημερία

Η αντίληψη πως η Φιλοκαλία απέτρεψε τους ορθόδοξους λαούς από την πρόοδο φανερώνει ιδεολογικές προκαταλήψεις καθώς δεν θέτει το κρίσιμο ερώτημα: ποια πρόοδος και τίνος η ευημερία. Διαπιστώνεται σήμερα πως το φιλελεύθερο-εκκοσμικευμένο κράτος συντηρείται από κανονιστικές προϋποθέσεις τις οποίες το ίδιο δεν μπορεί να εγγυηθεί. Πως στη Δύση δεν συγκροτήθηκε τελικά εαυτός, αλλά ένα θρυμματισμένο υποκείμενο που αισθάνεται περιδεές απέναντι στον κόσμο της βίας και της απληστίας που το ίδιο δημιούργησε. Εκεί που κάποιοι διαπιστώνουν άρνηση δημιουργικότητας λόγω ετερόνομης υποταγής σε εξ αποκαλύψεως αλήθειες, η Φιλοκαλία, όπως και το Ευαγγέλιο, βλέπει μια εκκλησία που ως εναλλακτική πόλις φανερώνει με τη ζωή της τις αρετές που ο κόσμος περιφρονεί: την ταπείνωση, την πτωχεία, την ελπίδα, την υπομονή και την αγάπη, τα σημεία της βασιλείας που έρχεται, την ακράδαντη πεποίθησή πως ο Χριστός, κι όχι εμείς, είναι ο Κύριος της Ιστορίας.
 

Η Φιλοκαλία σε πρώτη ανάγνωση μοιάζει βιβλίο γραμμένο από μοναχούς για μοναχούς. Κυριαρχεί η περιγραφή του εσωτερικού αγώνα και απουσιάζει η ατζέντα του δημόσιου χώρου. Ομως αυτό αποκαλύπτει απλώς τη χριστιανική στρατηγική: οφείλουμε να ξεκινούμε πάντα από τον έσω άνθρωπο. Εμπαθείς άνθρωποι θα συγκροτήσουν σχέσεις αναζητώντας ακριβώς τροφή για τα πάθη τους, όπως τόσο επιτυχημένα περιέγραψαν οι moralistes του 18ου αιώνα. Οποιος δεν διαβάζει τη Φιλοκαλία για να ανακαλύψει αυτάρεσκα τον εαυτό του θα καταλάβει τα εξαιρετικά λόγια του προοιμίου: Ελθετε πάντες όσοι κλήσεως ορθοδόξου τυγχάνετε μέτοχοι, συνάμα Λαϊκοί τε και Μοναχοί, οι την εντός υμών ούσαν του Θεού Βασιλείαν και τον εν τω αγρώ της καρδίας κεκρυμμένον ευρηκέναι σπουδάζοντες θησαυρόν· ος εστίν ο γλυκύς Ιησούς Χριστός.