καμπαναριο5. Το χρέος της Εκκλησίας
Η Εκκλησία, βαθειά μέσα στίς ρίζες της παραδόσεώς της, κρύβει το θησαυρό των εμπειριών της, τον οποίο έχει μεγάλο χρέος να παρουσιάσει και με τον λόγο και με την πράξη της. Κατόπιν τούτων οφείλει:
α. Να περιγράψει τη ζωντάνια της ψυχής
Η ψυχή δεν είναι ούτε φαντασία ούτε αφηρημένη έννοια. Είναι η ουσία του ανθρώπου. Έχει τέτοια δύναμη και τόση ζωή που δεν μπορεί να εξαντλήση τα αποθέματα της σ’ αυτή τή ζωή·  γι αυτό και δεν μπορεί παρά να ζει αιώνια.
β. Η Εκκλησία μέσα από την ταφή μπορεί να εκφράσει:


• Την αλήθεια της, την πίστη της στή αιωνιότητα και αθανασία της ψυχής και στη δυνατότητα για θέωση του ανθρώπου. Το σώμα είναι ναός του Θεού και εικόνισμα της μελλούσης καταστάσεως. Τους ναούς και τα εικονίσματα ποτέ δεν τα καίμε.
• Το φιλάνθρωπο, την ανθρωπιά της.
• Την αιώνια πνευματικότητα και ελπίδα της.
• Την εσωτερική μυστική χαρά της.
• Την αισθητική της.
Λένε πολλοί ότι η καύση των νεκρών δεν είναι δογματικό θέμα. Κάθε τι όμως που έχει να κάνει με τον άνθρωπο, την ψυχή του και την ισόρροπη σχέση τους αναφέρεται στο δόγμα της ενανθρωπήσεως, την αιώνια ζωή και τη θεανθρώπινη δυνατότητά του. Μπορεί να μην υπάρχει δογματική διατύπωση, σίγουρα όμως υπάρχει δογματική αλήθεια. Δόγμα δεν είναι μιά διατύπωση που δεν μας επιτρέπεται να παραβούμε, αλλά μιά αλήθεια που μας είναι απαραίτητη για να εξαγιασθούμε.
Το λείψανο αποτελεί εικόνα της ανθρώπινης υποστάσεως. Όπως η Εκκλησία έδωσε για χρόνια ανυποχώρητη τον αγώνα της για τη διαφύλαξη των εικόνων της, έτσι και τώρα καλείται να υποστηρίξει τις ανθρώπινες εικόνες, τα υπολείμματα, τις υπομνήσεις της ψυχής σ’ αυτόν τον κόσμο. Κάθε προσπάθεια καύσης του σώματος είναι εικονοκλαστική στη φύση της και προσβάλλει το χριστολογικό δόγμα.
Η καθημερινή συνήθεια, η ιστορική παράδοση και η διαχρονική πρακτική της Εκκλησίας συντήρησαν ένα φρόνημα το οποίο καλλιέργησαν και ενίσχυσαν και εγέννησαν, μιά εμπειρία δογματικής αλήθεια που ίσως με τη σημερινή της κοινωνική πίεση περιμένει πλέον και τη θεολογική της διατύπωση. Δογματικό δεν είναι μόνον ό,τι έχει πει κάποια Οικουμενική Σύνοδος με το φωτισμένο λόγο της, αλλά και ό,τι έχει αδιάψευστα επαναλάβει η οικουμενική Εκκλησία με το εξαγιασμένο και καθολικό μήνυμά της και την καθημερινή πράξη της.
γ. Να υπογραμμίσει την ιερότητα της ζωής και του θανάτου
Ο άνθρωπος ξεκινάνει με άκρα ταπείνωση -την κυτταρική μορφή του- και καταλήγει πάλι ταπεινά -με τη λειψανική μορφή του. Η τέλεια εξουθένωσή του συγχρονίζεται με την τέλεια ταπείνωσή του. Η ανθρώπινη φύση βρίσκεται στη  μεγαλύτερη της ένταση και δυναμική, όταν εγκαθίσται η ψυχή στό σώμα -έμβρυο- ή όταν αποχωρίζεται από αυτό -λείψανο. Οι δύο αυτές καταστάσεις είναι οι μοναδικές που ο άνθρωπος δεν αμαρτάνει. Τότε που αυτός δεν έχει φωνή, τού αναγνωρίζουμε εμείς την ταυτότητα. Καταστρέφοντας και τα έμβρυα και τα οστά είναι σαν να καταστρέφουμε την ανθρώπινη ταπείνωση.
Το  γεγονός του θανάτου στην  Εκκλησία δεν αντιμεωπίζεται ως μεμονωμένο γεγονός -κάποιος πέθανε- αλλά ως εκκλησιαστικό και  κοινωνικό γεγονός -κάποιος μας έφυγε και η αναχώρησή του έχει άμεση σχέση με  τη ζωή μας.  
δ. Να αποτυπώσει το θεολογικό βίωμά της στην πράξη τηςΗ λογική της  πρέπει να είναι η λογική του σεβασμού, η δε πρακτική της απόλυτα ξεκομμένη από κάθε χρηματική ή οικονομική αντίληψη και εντελώς ξένη από πάσης φύσεως συναλλαγές, συμφωνίες και διαπραγματεύσεις.
“Κηδεία” σημαίνει την τελευταία και ιερότερη φροντίδα μας στον νεκρό. Ετυμολογικά προέρχεται η λέξη από το ρήμα “κήδομαι”, φροντίζω. Όταν κάποιον θέλεις να τον φροντίσεις, τότε ούτε την ιερότητά του περιορίζεις ούτε και τη φυσική υπόστασή του λιγοστεύεις. Αρνείσαι τη βία επάνω του, όχι για να μην  πονέσει το σώμα του, αλλά για να μην πονέσει η ψυχή σου.
Με την ταφή όμως, όταν αυτή γίνεται όπως πρέπει, μπορούν οι συγγενείς να πάρουν τεράστια ελπίδα·  αισθάνονται ότι ο άνθρωπός τους υπάρχει, κάπου είναι και κάτι περιμένει·  σίγουρα δεν τέλειωσε. Όσο το σώμα διατηρείται και δεν τελειώνει, τόσο και η αίσθηση της ψυχής συνεχίζει να υπάρχει μέσα μας και να μας υποβοηθεί στην ανάμνησή της. Η ταφή μπορεί να είναι αρχή ζωής, σπορά.
Κάθε μνημόσυνο, κάθε ανάμνηση, κάθε προσευχή, κάθε τρισάγιο, κάθε ψυχοσάββατο είναι ένα πότισμα σ’ αυτούς τους σπόρους που υπάρχουν μέσα στη  γη, στους κήπους, στα περιβόλια των κοιμητηρίων. Η Εκκλησία μας φυτεύει κάθε σώμα με ιερά αισθήματα, όχι μόνο ανθρώπινα, αλλά κατ’ εξοχήν πνευματικά και εκεί εναποθέτει όλη της την πίστη και όλη μας την ελπίδα στην αιωνιότητα και στην ανάσταση, κατεβάζοντας τον κάθε σπόρο, το κάθε σώμα, μέσα στά σπλάγχνα της γης. Αν τα καίγαμε τα σποράκια, όσο νερό και να ρίχναμε από πάνω ποτέ δεν θα βλάσταινε.
Για την Εκκλησία δεν είναι πτώματα τα νεκρά σώματα. Ούτε είναι κόκκαλα τα απομεινάρια των λειωμένων πτωμάτων. Για την κοινωνία μπορεί να είναι κάτι τετοιο ή να είναι οστά. Για μας υπάρχει η ιερή λέξη λείψανα· αυτή περιγράφει την ουσία τους, διότι αυτή υπογραμμίζει την ύπαρξη της ψυχής και την ελπίδα της αναστάσεώς της.
Η Εκκλησία, λοιπόν, αρνείται την καύση, γιατί αρνείται το ανθρώπινο τέλος και τη βία πάνω στον άνθρωπο. Επιλέγει την ταφή, γιατί έχει πίστη και ελπίδα στο αιώνιο μέλλον του ανθρώπου και αναθέτει στη φύση την ευθύνη της φυσιολογικής φθοράς του φυσικού παρόντος του ανθρώπου.
 
6. Συμπεράσματα Ο σύγχρονος κόσμος θέλει να κάψει τους νεκρούς. Τους λείπει το αιώνιο, το θεϊκό, η τιμή του υλικού, το επέκεινα, το μετά ταύτα. Αρνείται τουλάχιστον σκεφθεί τη ζωή που υπάρχει χωρίς όμως να φαίνεται. Ούτε στα σπλάγχνα ως έμβρυο την δέχεται, ούτε στόν τάφο ως λείψανο, ούτε στην σκέψη ως αιώνιο προόσωπο, ούτε στον πόθο ως υπέρτατη αξία, ούτε στην ψυχή ως χάρη θεώσεως. Τα δεσμά του εδώ και τώρα σπάζουν μόνο κάτω από την πίεση της αιώνιας αλήθειας.
Καίμε ό,τι έχει αξία, ομορφιά και ζωή. Ό,τι έχει χρόνο μέσα του και διάρκεια. Καίμε τα δάση, καίμε τις περιουσίες μας, καίμε τις αιώνιες αξίες με τους νόμους, καίμε τις παραδόσεις μας (αποποινικοποίηση της μοιχείας, νομιμοποίηση των αμβλώσεων κ.λπ.). Τώρα θέλεουμε να καίμε και τα σώματά μας. Όταν κάψουμε την υπόμνηση της αιώνιας προοπτικής και του θανάτου μας, θα έχουμε προσδώσει στο τοπίο της ζωής μας την εικόνα που αντικρύζουμε μπροστά σε ένα καμμένο δάσος. Η Εκκλησία δυσκολεύεται να ενταχθεί σε μιά τέτοια λογική.
Πνεύμονες της ζωής είναι τα δάση. Πνεύμονες της ψυχής είναι τα λείψανα. Στα μοναστήρια μπορούμε να συναντήσουμε την πεμπτουσία της Ορθοδόξου παραδόσεως.  Τα κεντρικά τους σημεία, εκεί που διαφυλάσσεται ο πνευματικός θησαυρός τους είναι το ιερό θυσιαστήριο, οι λειψανοθήκες και το οστεοφυλάκιο. Στο πρώτο επιτελείται το μυστήριο -προσφέρεται ο Θεός- από το δεύτερο προχέεται  η χάρις των αγίων -προβάλλει η Εκκλησία- και το τρίτο αποτελεί το Πανεπιστήμιο της εν Χριστώ φιλοσοφίας, το εργαστήριο  της μνήμης του θανάτου -αναδύει το πρόσωπο. Και τα τρία έχουν λείψανα. Και τα τρία δεν θα υπήρχαν, αν η Εκκλησία υιοθετούσε την καύση των νεκρών της. Η Εκκλησία δεν μπορεί να απορρίψει την παράδοσή της, δεν μπορεί να προδώσει την εμπειρία και την  πίστη της· η Εκκλησία δεν μπορεί να κάψει τα σπλάγχνα της και να αρνηθεί τον εαυτό της.