Αποτέλεσμα εικόνας για θείας Εὐχαριστίας


Ὁ ἄνθρωπος πρῶτα γεννιέται, στὴν συνέχεια πρέπει νὰ ἔχη μέσα του κίνηση καὶ ἐνέργεια καὶ βέβαια γιὰ νὰ ζήση χρειάζεται νὰ τραφεῖ. Ἂν κάποιος μετὰ τὴν γέννησή του δὲν ἔχει ἐνέργεια καὶ δὲν τρέφεται θὰ ἔλθει στιγμὴ ποὺ θὰ πεθάνει. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴν πνευματικὴ γέννηση. Πρῶτα κανεὶς ἀναγεννιέται ἀπὸ τὴν πνευματικὴ μήτρα τῆς Ἐκκλησίας ποὺ εἶναι ἡ Κολυμβήθρα, ἔπειτα χρίεται μὲ τὸ ἅγιο Χρίσμα καὶ ἀποκτᾶ κίνηση καὶ στὴν συνέχεια προσέρχεται στὴν θεία Κοινωνία καὶ κοινωνεῖ τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ γιὰ νὰ ζήση.


Αὐτὸς ὁ συνδυασμὸς μεταξὺ τοῦ Βαπτίσματος, τοῦ Χρίσματος καὶ τῆς θείας Κοινωνίας φαινόταν ἔκδηλα στοὺς πρώτους αἰῶνες τῆς Ἐκκλησίας, τότε ποὺ τὸ Βάπτισμα γινόταν κατὰ τὴν διάρκεια τῆς θείας Λειτουργίας, ὁπότε ἀμέσως ὁ ἄνθρωπος λάμβανε γιὰ πρώτη φορᾶ τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Σήμερα ἡ θεία Κοινωνία, ἀφοῦ τὸ μυστήριό του Βαπτίσματος γίνεται ἔξω ἀπὸ τὴν θεία Λειτουργία, λαμβάνεται στὴν πρώτη θεία Εὐχαριστία. Πάντως βαπτιζόμαστε καὶ χριόμαστε γιὰ νὰ κοινωνήσουμε τῶν ἀχράντων μυστηρίων. Δὲν νοεῖται πνευματικὴ ζωὴ χωρὶς θεία Κοινωνία, χωρὶς τὸν Χριστό.
Ἡ θεία Λειτουργία εἶναι τὸ ὑπερφυέστατο μυστήριο, τὸ κέντρο τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ὁ σκοπὸς ὅλων τῶν μυστηρίων, τὸ τέλος τῆς πορείας μας πρὸς τὸν Θεό. Πολλοὶ Χριστιανοὶ εἶναι βαπτισμένοι καὶ χρισμένοι, θεωροῦν τὸν ἑαυτὸ τοὺς ὡς Χριστιανό, ἀλλὰ ὅμως δὲν κοινωνοῦν. Εἶναι σὰν νὰ ἑτοιμάζεται ἕνα δεῖπνο καὶ ἐνῶ κληθήκαμε σὲ αὐτὸ δὲν προσερχόμαστε ἢ προσερχόμαστε στὸ δεῖπνο καὶ δὲν τρῶμε ἀπὸ τὰ παρατιθέμενα.
Ἡ μετάληψη, ὅμως, τῶν Τιμίων Δώρων δὲν γίνεται ἀπροϋπόθετα, δηλαδὴ χρειάζονται οἱ ἀπαραίτητες προϋποθέσεις. Μιὰ προϋπόθεση εἶναι νὰ ἔχη κανεὶς δεχθῆ ὀρθόδοξο βάπτισμα. Ἐὰν ἔχη βαπτισθῆ μὲ τὸ τυπικὸ μιᾶς ἄλλης ὁμολογίας, ὅπως τὸ κάνουν οἱ Λατίνοι καὶ οἱ Προτεστάντες, καὶ ἀνήκει σὲ μιὰ ἄλλη θρησκευτικὴ παράταξη, δὲν μπορεῖ νὰ κοινωνήση. Ἐπίσης πρέπει νὰ ἐνεργῆ μέσα στὴν καρδιὰ του τὸ χάρισμα τοῦ Χρίσματος, δηλαδὴ νὰ ἔχη μετάνοια, συναίσθηση τῆς καταστάσεώς του καὶ βέβαια ἡ μετάνοια νὰ εἶναι ἐνεργοῦσα καὶ βεβαιωμένη ἀπὸ πνευματικὸ πατέρα. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἀπαραίτητο, γιατί ἡ θεία Κοινωνία ἐνεργεῖ ἀνάλογα μὲ τὴν κατάσταση τοῦ κάθε Χριστιανοῦ. Βεβαίως, ἡ θεία Κοινωνία εἶναι φάρμακο, ἀλλὰ καὶ τὰ φάρμακα ἐνεργοῦν καὶ λαμβάνονται ἀνάλογα μὲ τὴν κάθε περίσταση. Μπορεῖ νὰ βοηθήσουν στὴν θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν λαμβάνονται μὲ τὶς ἀπαραίτητες δόσεις καὶ ὅσο τὰ ἀντέχει ὁ ὀργανισμός, τὸ στομάχι, ἐνῶ ὅταν δὲν λαμβάνονται μὲ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις, τότε δημιουργοῦν παρενέργειες. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴν θεία Κοινωνία.
Πρέπει νὰ κοινωνοῦμε μὲ τὴν ἄδεια τοῦ πνευματικοῦ μας πατέρα. Ἀκόμη, ὅμως, θὰ πρέπει πρὶν τὴν θεία Κοινωνία νὰ διαβάζουμε τὴν ἀκολουθία τῆς θείας Μεταλήψεως γιὰ νὰ ἐνισχυθεῖ ὁ πνευματικός μας ὀργανισμὸς ὥστε νὰ ἀντέξει στὴν λήψη τῆς στερεᾶς αὐτῆς πνευματικῆς τροφῆς, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν θεία Κοινωνία θὰ πρέπει, νὰ διαβάζουμε τὴν εἰδικὴ ἀκολουθία ποὺ ἔχουν συγγράψει ἅγιοι ἄνθρωποι, ὥστε μὲ τὴν κατάνυξη καὶ τὴν μετάνοιά μας νὰ ἐπενεργήσει μέσα μας τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ.
Πρέπει νὰ θυμηθοῦμε τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ: «ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἐαυτοίς» (Ἰω. ς’, 53). Τὴν πραγματικὴ ζωὴ χορηγεῖ ὁ Χριστὸς ποὺ εἶναι ἡ ἀληθινὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Ἔξω ἀπὸ τὸν Χριστὸ βασιλεύει ὁ πνευματικὸς θάνατος.

  ΚΟΥΔΟΥΜΙΑΝΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ