Στὴν ἀρχὴ τοῦ ἔτους

Διονύσιος Ψαριανός (Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+))


Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,

Ἀπ’ ὅλες τὶς εὐχές, ποὺ μοιράζονται τώρα μὲ τὴν ἀνατολὴ τοῦ νέου ἔτους, ἡ πιὸ σωστὴ γιὰ μᾶς τοὺς χριστιανοὺς εἶναι ἡ δέηση τῆς Ἐκκλησίας. «Τὸν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ζωῆς ἡμῶν ἐν εἰρήνῃ καὶ μετάνοιᾳ ἐκτελέσαι». Ἡ πιὸ ἐπίκαιρη καὶ πιὸ ἀληθινὴ εὐχὴ εἶναι αὐτή, τὸ χρόνο τῆς ζωῆς μας ποὺ μᾶς μένει νὰ τὸν περάσουμε εἰρηνικὰ καὶ μετανοημένοι.

Ὅταν ἡ Ἐκκλησία λέη «ἐν εἰρήνῃ», δὲν ἐννοεῖ μόνο τὴν ἐξωτερικὴ πολιτικὴ εἰρήνη, ἀλλὰ πρῶτα καὶ πολὺ περισσότερο τὴν ἐσωτερικὴ καὶ ψυχική μας εἰρήνη, ἀπὸ τὴν ὁποία ἐξαρτᾶται καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ κόσμου. Γιατί εἶναι ἀλήθεια πὼς ὁ κόσμος δὲν θὰ εἰρήνευση, ἂν δὲν εἰρηνεύσουν ἕνας-ἕνας οἱ ἄνθρωποι, ἀνοίγοντας εἴσοδο καὶ δεχόμενοι μέσα τους τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ δὲν βλέπει ἀπὸ μακρυὰ τὴν πορεία τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων. Καθὼς στὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας τὸ Πνεῦμα του «ἐπεφέρετο ἐπάνω τῆς ἀβύσσου» (1), ἔτσι καὶ τώρα τὸ ἴδιο Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ εἶν’ ἐπάνω ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τὸν συντηρεῖ καὶ τὸν κυβερνᾶ. Ὄχι σὰν μοίρα ἤ σὰν τυφλὴ βία, ἀλλὰ ὁ θεῖος Λόγος ἐπάνω στὴν κτίση καὶ ἡ θεία Χάρη μέσα στοὺς ἀνθρώπους. Οὔτε στὴν τύχη βρέθηκε ὁ κόσμος οὔτε ἄσκοπη εἶναι ἡ πορεία του οὔτε ἄγνωστο εἶναι τὸ τέλος του.

Ἡ Ἐκκλησία ὁμιλεῖ γιὰ τὰ «ἐν ἀρχῇ» καὶ κηρύττει γιὰ τὰ «τέλη τῶν αἰώνων». Ἡ θεία Γραφή, ποὺ εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν Ἐκκλησία, ὄχι μὲ τὴ γλώσσα τῆς ἐπιστήμης, ἀλλὰ μὲ τὸ πνεῦμα τῆς πίστεως, ὁμιλεῖ γιὰ τὴν ἀρχὴ καὶ γιὰ τὸ τέλος τοῦ κόσμου. «Πίστει νοοῦμεν κατηρτίσθαι τοὺς αἰῶνας ρήματι Θεοῦ…» (2), γράφει γιὰ τὴν ἀρχὴ ὁ Ἀπόστολος. Δηλαδή, μὲ τὴν πίστη βάζομε στὸ μυαλό μας πὼς οἱ κόσμοι δημιουργήθηκαν μὲ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Καὶ γιὰ τὸ τέλος ἄλλος Ἀπόστολος γράφει· «οὐρανοὶ ροιζηδὸν παρελεύσονται, στοιχεῖα δὲ καυσούμενα λυθήσονται, καὶ γῆ καὶ τὰ ἐν αὐτῇ ἔργα κατακαήσεται» (3). Δηλαδὴ οἱ οὐρανοὶ θὰ ἐξαφανιστοῦν μὲ πάταγο καὶ τὰ φυσικὰ στοιχεῖα θὰ διαλυθοῦν ἀπὸ τὴ φωτιά, καὶ ἡ γῆ κι ὅλα τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων ἐπάνω της θὰ καοῦν καὶ θὰ γίνουν στάχτη.

Τὸ τέλος αὐτό, ὄχι σὰν καταστροφὴ τοῦ κόσμου, ἀλλὰ σὰν ἀλλαγὴ καὶ μεταμόρφωση, θὰ μᾶς περάση «ἀπὸ τοῦ νῦν πρὸς τὸν μέλλοντα αἰῶνα», σὲ μία καινούργια καὶ ἀνέσπερη ἥμερα, τὴν ὄγδοη καὶ ἀτελεύτητη ἡμέρά τῆς δημιουργίας καὶ τῆς ἀνάστασης.

Κι ὅταν ἡ Ἐκκλησία στὴ δέηση γιὰ τὸν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς μας λέη «ἐν μετάνοιᾳ», τοῦτο ἀκριβῶς ἐννοεῖ· νὰ εἲμαστ’ ἕτοιμοι περιμένοντας αὐτὸ τὸ τέλος, ἐπειδὴ δὲν ξέρομε πότε μᾶς ἔρχεται. Καὶ πάντως ὄχι τὸ τέλος τοῦ κόσμου, ἀλλὰ τὸ τέλος τοῦ βίου μας, ποὺ ἂν δὲν εἶναι τὸ τέλος τοῦ κόσμου, εἶναι τὸ δικό μας τέλος γιὰ τὸν κόσμο. Ὕστερα, καθὼς εἶπε ὁ Ἰησοῦς Χριστός, «ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι» (4).

Ὅ,τι ἔχομε νὰ κάμωμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας καὶ γιὰ τὴ σωτηρία μας θὰ τὸ κάμωμε τώρα, μέσα σ’ αὐτὴ τὴ διάρκεια τῆς ἐδῶ ὕπαρξής μας, ποὺ λέγεται βίος. Ὁ βίος αὐτὸς εἶναι μία πίστωση καὶ μία προθεσμία, ποὺ μᾶς παρέχεται γιὰ νὰ ἐργασθοῦμ’ ἐπάνω στὸ κεφάλαιο ποὺ μᾶς ἔδωκε ὁ Θεός, ποὺ εἶναι τὸ «κατ’ εἰκόνα», γιὰ νὰ κατορθώσουμε ὅσο μπορέσουμε τὸ «καθ’ ὁμοίωσιν», ποὺ θὰ εἶναι ἡ φιλοτιμία κι ὁ κόπος ὁ δικός μας.

Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ὄχι μόνο οἱ ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, μὰ καὶ πολλοὶ ἀπὸ κείνους ποὺ λένε πὼς εἶναι χριστιανοί, δὲν τὰ σκέφτονται ἔτσι, ἀλλ’ ἀντίθετα πιστεύουν πὼς ὁ βίος κι ἡ ζωὴ μας εἶναι κάτι ἄλλο παρὰ εὐθύνη καὶ χρέος καὶ ἐργασία καὶ κόπος καὶ φιλότιμη προσπάθεια, γιὰ νὰ φτιάξουμε καὶ τὸν ἑαυτό μας καὶ τὸν κόσμο. Γιατί γι’ αὐτὸ ἤρθαμε, γιὰ νὰ φτιάξουμε, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας κι ἐπεκτείνοντας τὴν προσπάθειά μας ὅσο μποροῦμε πιὸ πολὺ καὶ στὰ γύρω μας.

Δὲν ἤρθαμε μόνο γιὰ νὰ πάρωμε ἀπὸ τὴ ζωή, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ δώσουμε. Πρῶτα γιὰ νὰ δώσουμε κι ὕστερα γιὰ νὰ πάρωμε· ὁ πατέρας κι ἡ μάνα γιὰ τὰ παιδιά τους, ὁ ἀδελφὸς γιὰ τὸν ἀδελφό του, ὁ ἱερέας γιὰ τὸ ποίμνιό του, ὁ δάσκαλος γιὰ τοὺς μαθητές του, ὁ πολίτης γιὰ τὸν τόπο του, ὁ κυβερνήτης γιὰ τὴ χώρα του.

Στὸν καιρὸ μας φαίνονται σὰν καὶ νὰ ἔχουν ἀλλάξει οἱ ἀντιλήψεις τῶν ἀνθρώπων· ὅλοι ζητοῦν δικαιώματα κι ὅλοι θέλουν νὰ πάρουν, μὰ κανένας δὲν σκέφτεται τί δίνει, τί κάνει πρῶτα γιὰ τὸν ἑαυτό του, γιὰ νὰ γίνη καλύτερος, κι ὕστερα τί κάνει καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους καὶ γιὰ τὸν τόπο του. Γιατί δὲν μπορεῖ νὰ γίνη ἀλλιῶς· στὴ ζωὴ δὲν εἴμαστε μόνοι μας οὔτε χωρὶς τόπο. Εἴμαστε μία κοινωνία ἀνθρώπων ἐπάνω σ’ ἕναν τόπο, ποὺ εἶναι τὸ χωριό μας, ἡ πόλη μας, ἡ πατρίδα μας. Τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα εἴμαστε δεμένοι ἔτσι, ποὺ νὰ μὴν μπορῆ νὰ πῆ κανεὶς πὼς εἶναι μόνος του, ἀδέσμευτος κι ἀνεξάρτητος, ποὺ νὰ κάνει ὅ,τι θέλει καὶ τοῦ ἀρέσει.

Ὁ τρόπος αὐτός, μὲ τὸν ὁποῖο μιλᾶμε σήμερα στὴν πρώτη τοῦ νέου ἔτους, εἶναι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο πιστεύει καὶ ὁμιλεῖ ἡ Ἐκκλησία, ὅταν ἀπευθύνεται στὰ παιδιά της. Γιατί ὁ ποιμένας τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ αὐτὴν ἐδῶ τὴ θέση στὰ παιδιὰ τῆς Ἐκκλησίας, στοὺς χριστιανοὺς καὶ στοὺς πιστοὺς ὁμιλεῖ καὶ ἀπευθύνεται. Καὶ ὁ λόγος του δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι τίποτ’ ἄλλο παρὰ λόγος πίστεως, λόγος οἰκοδομῆς καὶ παράκλησης πρὸς τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ.

Δεχθῆτε λοιπόν, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὅσα καὶ σήμερα ἔκρινε πὼς μποροῦσε νὰ πῆ ὁ ἐπίσκοπός σας. Δεχθῆτε τα ὄχι σὰν λόγια τυπικά, ποὺ λέγονται μόνο γιὰ νὰ λεχθοῦν οὔτε λόγια ποὺ θέλουν νὰ κάμουν κάποια ἐντύπωση, ἀλλὰ σὰν ρήματα ζωῆς, σὰν λόγο Θεοῦ, ἑρμηνευμένο μὲ ταπεινοσύνη καὶ ἀγάπη. Δεχθῆτε στὸ τέλος καὶ τὴν εὐχὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ εὔχεσθε καὶ σεῖς γιὰ μᾶς τοὺς ἱερεῖς σας, γιὰ νὰ ζήσουμε ὅλοι «τὸν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ζωῆς ἠμῶν ἐν εἰρήνῃ καὶ μετάνοιᾳ». Ἀμήν.

†ο Σ.Κ.Δ.