Π Ν Ε Υ Μ Α Τ Ι Κ Ε Σ Σ Υ Μ Β Ο Υ Λ Ε Σ

Κεί­με­να για την ορ­θό­δο­ξη πνευ­μα­τι­κή ζω­ή βα­σι­σμέ­να στους
Α­σκη­τι­κούς Λό­γους του αβ­βά Ι­σα­άκ του Σύ­ρου

v  Ό­ποι­ος γνω­ρί­ζει την αρ­ρώ­στια του βρί­σκε­ται στην αρ­χή της τα­πει­νώ­σε­ως. Ο Θε­ός υ­πο­φέ­ρει ό­λες τις α­σθέ­νει­ες των αν­θρώ­πων. Δεν υ­πο­φέ­ρει ό­μως ε­κεί­νον που γογ­γύ­ζει. Αυ­τός που ευ­χα­ρι­στεί πάν­το­τε τον Θε­ό για τ΄α­γα­θά και τις ευ­ερ­γε­σί­ες που του χα­ρί­ζει, δέ­χε­ται τις ευ­λο­γί­ες του Θε­ού και στην καρ­διά του κα­τοι­κεί η χά­ρη Του.



v  Ό­ποι­ος υ­πε­ρη­φα­νεύ­ε­ται, πα­ρα­χω­ρεί ο Θε­ός και πέ­φτει στη βλα­σφη­μί­α. Ό­ποι­ος κομ­πά­ζει για τις α­ρε­τές του, πά­λι κα­τά πα­ρα­χώ­ρη­ση Θε­ού πέ­φτει στην πορ­νεί­α. Ο ε­γω­ι­στής μπο­ρεί να πέ­σει σε πολ­λές α­κό­μη σκο­τει­νές πα­γί­δες του πο­νη­ρού.

v  Αυ­τός που δεν θυ­μά­ται και δεν σκέ­φτε­ται τον Θε­ό, κρα­τά­ει μί­σος κα­τά του πλη­σί­ον. Αν­τί­θε­τα ό­ποι­ος θυ­μά­ται τον Θε­ό, δεν μνη­σι­κα­κεί και α­γα­πά­ει κά­θε άν­θρω­πο. Ό­ποι­ος βο­η­θά­ει τον α­δι­κού­με­νο έ­χει σύμ­μα­χο τον Θε­ό. Ό­ποι­ος βο­η­θά­ει τον πλη­σί­ον, τον βο­η­θά­ει ο Θε­ός. Ό­ποι­ος κα­τη­γο­ρεί τον α­δελ­φό του, τον α­πο­στρέ­φε­ται ο Θε­ός. Ε­κεί­νος που ε­λε­εί τον α­δελ­φό του κρυ­φά, δεί­χνει φα­νε­ρά στον θε­ό τη δύ­να­μη της α­γά­πης του. Αυ­τός που κά­νει πα­ρα­τη­ρή­σεις στον α­δελ­φό του μπρο­στά στους άλ­λους, πραγ­μα­τι­κά τον ε­ξου­θε­νώ­νει και τον εμ­παί­ζει. Ό­ποι­ος εν­δι­α­φέ­ρε­ται για την ψυ­χι­κή υ­γεί­α του άλ­λου, φρον­τί­ζει πάν­το­τε να γί­νει αυ­τό με α­γά­πη. Το ί­διο κά­νει και ο Θε­ός. Δο­κι­μά­ζει τον άν­θρω­πο πάν­τα με α­γά­πη, προ­κει­μέ­νου να θε­ρα­πευ­θεί η έμ­ψυ­χη ει­κό­να Του. Για­τί δεν παι­δεύ­ει τον άν­θρω­πο για να τον εκ­δι­κη­θεί για τις α­μαρ­τί­ες του, αλ­λά για να τον γι­α­τρέ­ψει.

v  Ό­σο ο άν­θρω­πος τε­λει­ο­ποι­εί­ται στην α­ρε­τή, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο πλη­σιά­ζει τον Θε­ό και Τον α­κο­λου­θεί. Ό­πως ό­ταν ρί­χνει κα­νείς ξε­ρά ξύ­λα στη φω­τιά, αυ­τή δύ­σκο­λα σβή­νει, έ­τσι κι αυ­τός που α­γα­πά­ει α­λη­θι­νά τον Θε­ό, η α­γά­πη του ό­λο και αυ­ξά­νει, ό­σο προ­ο­δεύ­ει στην α­ρε­τή.

v  Ό­πως ο έμ­πο­ρος ό­ταν που­λή­σει το εμ­πό­ρευ­μά του θέ­λει να γυ­ρί­σει στο σπί­τι του, έ­τσι και ο χρι­στια­νός, ό­ταν τε­λει­ώ­σει την ερ­γα­σί­α του, θέ­λει ν΄α­σχο­λη­θεί με τον Θε­ό και την ψυ­χή του. Και ό­πως ο έμ­πο­ρος, ό­ταν βρί­σκε­ται στη θά­λασ­σα, φο­βά­ται μή­πως έρ­θει τρι­κυ­μί­α και βυ­θι­σθεί η ελ­πί­δα της ερ­γα­σί­ας του, έ­τσι και ο χρι­στια­νός, ό­σο βρί­σκε­ται στον κό­σμο αυ­τό, φο­βά­ται μή­πως έρ­θει ο χει­μώ­νας των πα­θών και χά­σει τον καρ­πό του α­γώ­να του.

v  Ό­πως ο ναύ­της ό­ταν πλέ­ει στη θά­λασ­σα βλέ­πει τη θέ­ση των α­στε­ρι­ών και α­νά­λο­γα δι­ευ­θύ­νει το πλοί­ο, έ­τσι και ο χρι­στια­νός με την προ­σευ­χή προ­χω­ρά­ει στον δρό­μο της ζω­ής του, έ­ως ό­του φτά­σει στο λι­μά­νι της αι­ω­νι­ό­τη­τος. Ε­κεί οι άν­θρω­ποι δεν τρέ­χουν και δεν εμ­πο­ρεύ­ον­ται, ό­πως στη ζω­ή αυ­τή, αλλ΄α­να­παύ­ον­ται στον πλού­το των α­ρε­τών που α­πέ­κτη­σαν με τον α­γώ­να τους ε­ναν­τί­ον της α­μαρ­τί­ας. Μα­κά­ριος ε­κεί­νος του ο­ποί­ου η πρα­μά­τεια δεν χά­θη­κε στη θά­λασ­σα του μά­ται­ου αυ­τού κό­σμου. Μα­κά­ριος ε­κεί­νος του ο­ποί­ου το πλοί­ο δεν βυ­θί­στη­κε, αλλ΄α­ξι­ώ­θη­κε να φτά­σει με χα­ρά στο α­χεί­μα­στο λι­μά­νι της αι­ω­νι­ό­τη­τος.

v  Ό­ποι­ος θέ­λει να βρει τον πο­λύ­τι­μο μαρ­γα­ρί­τη μπαί­νει γυ­μνός στη θά­λασ­σα. Έ­τσι και ο συ­νε­τός άν­θρω­πος περ­νά απ΄τη ζω­ή αυ­τή χω­ρίς πολ­λά χρή­μα­τα και πε­ρι­ου­σί­ες, μέ­χρις ό­του βρει τον πο­λύ­τι­μο μαρ­γα­ρί­τη, που εί­ναι ο Ι­η­σούς Χρι­στός. Και ό­ταν τον βρει δεν α­γα­πά­ει τί­πο­τε άλ­λο στον κό­σμο αυ­τό.

v  Ό­πως το φί­δι σε κά­θε κίν­δυ­νο φυ­λά­ει το κε­φά­λι του, έ­τσι κι ο σο­φός χρι­στια­νός, σε κά­θε δύ­σκο­λη πε­ρί­πτω­ση, φυ­λά­ει την πί­στη του, που α­πο­τε­λεί το θε­μέ­λιο της ζω­ής του.

v  Ό­πως το δέν­τρο, αν δεν πε­τά­ξει τα πα­λιά του φύλ­λα δεν βγά­ζει νέ­α, έ­τσι κι ο άν­θρω­πος του Θε­ού δεν θα έ­χει καρ­πό πνευ­μα­τι­κό, αν δεν βγά­λει α­πό μέ­σα του τη θύ­μη­ση των κα­κι­ών και των πα­θών του.

v  Ο ά­νε­μος τρέ­φει τους καρ­πούς της γης και η πρό­νοι­α του Θε­ού τους καρ­πούς της ψυ­χής.

v  Ο σκύ­λος ό­ταν γλεί­φει τη λί­μα, μα­τώ­νει τη γλώσ­σα του, πί­νει το ί­διο του το αί­μα και χω­ρίς να το αι­σθά­νε­ται προ­ξε­νεί βλά­βη στον ε­αυ­τό του. Έ­τσι και ο υ­πε­ρή­φα­νος, αι­σθά­νε­ται για λί­γο γλυ­κύ­τη­τα, αλ­λά με­τά νι­ώ­θει τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα της ψυ­χι­κής φθο­ράς.

v  Η κο­σμι­κή δό­ξα μοιά­ζει σαν την πέ­τρα που εί­ναι σκε­πα­σμέ­νη α­πό τα νε­ρά μέ­σα στη θά­λασ­σα, κι έ­τσι δεν την βλέ­πει ο κυ­βερ­νή­της και χτυ­πά­ει πά­νω της το πλοί­ο. Η υ­πε­ρη­φά­νεια και η κε­νο­δο­ξί­α εί­ναι κρυμ­μέ­νες και αυ­τές μέ­σα στην ψυ­χή και της προ­ξε­νούν κα­κό.

v  Μη ζη­τή­σεις πο­τέ να κα­τα­λά­βεις τους λό­γους των θεί­ων μυ­στη­ρί­ων, που πε­ρι­έ­χον­ται στις Α­γί­ες Γρα­φές, χω­ρίς προ­η­γου­μέ­νως να προ­σευ­χη­θείς θερ­μά στον Θε­ό. Το κλει­δί που θα κα­τα­λά­βου­με τα θεί­α νο­ή­μα­τα εί­ναι η προ­σευ­χή.

v  Πρέ­πει να γνω­ρί­ζεις ό­τι χω­ρίς κό­πο σω­μα­τι­κό δεν πλη­σι­ά­ζε­ται ο Θε­ός. Ό­λοι οι Πα­τέ­ρες κο­πί­α­σαν πο­λύ για να κα­τοι­κή­σει μέ­σα τους το Πνεύ­μα το Ά­γιο. Μό­λις το Ά­γιο Πνεύ­μα κα­τοι­κή­σει στην ψυ­χή, ο άν­θρω­πος α­πο­κτά­ει πρα­ό­τη­τα και ει­ρή­νη, και φεύ­γει κά­θε σκέ­ψη α­κο­λα­σί­ας. Μη νο­μί­σεις ό­τι μπο­ρείς με την προ­σευ­χή να πλη­σιά­σεις τον Θε­ό, αν προ­η­γου­μέ­νως δεν κα­θα­ρί­σεις την καρ­διά σου α­πό τα πά­θη της α­τι­μί­ας που τη μο­λύ­νουν.

v  Ό­πως το λά­δι τρέ­φει το φως του λυ­χνα­ριού, έ­τσι και η ε­λε­η­μο­σύ­νη τρέ­φει την ψυ­χή. Δεν υ­πάρ­χει ω­ραι­ό­τε­ρη πρά­ξη μπρο­στά στα μά­τια του Θε­ού α­πό την α­γά­πη προς τον συ­νάν­θρω­πο. Πό­σο γλυ­κειά εί­ναι η συ­να­να­στρο­φή με πνευ­μα­τι­κούς α­δελ­φούς, αν υ­πάρ­χει η α­γά­πη! Α­γά­πη στον Θε­ό και στους α­δελ­φούς. Α­γά­πη στους α­δελ­φούς και στον Θε­ό. Αυ­τά εί­ναι δε­μέ­να μα­ζί και δεν μπο­ρείς να τα ξε­χω­ρί­σεις.

v  Αυ­τός που θέ­λει να τρυ­γή­σει χα­ρά και καρ­πό πνευ­μα­τι­κό πρέ­πει να δου­λέ­ψει στην προ­σευ­χή. Ό­πως η ψυ­χή εί­ναι α­νώ­τε­ρη α­πό το σώ­μα, έ­τσι και η προ­σευ­χή εί­ναι α­νώ­τε­ρη α­πό κά­θε άλ­λη πνευ­μα­τι­κή ερ­γα­σί­α.

v  Με­γά­λη δύ­να­μη παίρ­νει κα­νείς α­πό τις μι­κρές πνευ­μα­τι­κές α­σκή­σεις, ό­ταν γί­νον­ται τα­κτι­κά και στα­θε­ρά, ό­πως α­κρι­βώς οι στα­γό­νες του α­πα­λού νε­ρού μπο­ρούν να βα­θου­λώ­σουν τη σκλη­ρή πέ­τρα.

v  Ό­ταν νε­κρω­θούν τα πά­θη, τό­τε η ψυ­χή θερ­μαί­νε­ται α­πό τη γλυ­κύ­τη­τα της πνευ­μα­τι­κής χα­ρά, και η πα­ρου­σί­α του Θε­ού στην ψυ­χή εί­ναι έν­το­νη. Χρει­ά­ζε­ται με­γά­λος α­γώ­νας και πολ­λή υ­πο­μο­νή για να λά­βει ο άν­θρω­πος τη χά­ρη της πα­ρη­γο­ριάς α­πό τον Θε­ό. Ό­ταν ο Θε­ός μπει στην ψυ­χή του αν­θρώ­που, τό­τε τα πά­θη υ­πο­χω­ρούν.

v  Κα­τα­στρο­φή της ψυ­χής εί­ναι η αρ­γί­α και η α­πρα­ξί­α. Η χει­ρό­τε­ρη κα­κί­α εί­ναι η α­κη­δί­α. Α­κη­δί­α ση­μαί­νει να μη φρον­τί­ζου­με για τη σω­τη­ρί­α της ψυ­χής μας με την προ­σευ­χή, τη νη­στεί­α και τ΄άλ­λα α­γι­α­στι­κά μέ­σα της Εκ­κλη­σί­ας μας. Μην υ­πο­λο­γί­σεις το σώ­μα στην ά­σκη­ση της α­ρε­τής, για­τί θ΄αν­τι­δρά­σει ο­πωσ­δή­πο­τε. Ο σα­τα­νάς κά­νει το πάν, ώ­στε να μας α­πο­μα­κρύ­νει α­πό τα έρ­γα του Θε­ού.

v  Η πνευ­μα­τι­κή ερ­γα­σί­α α­παι­τεί προ­σο­χή και η­συ­χί­α της καρ­διάς. Δεν μπο­ρεί να κα­θα­ρι­σθεί κα­νείς μό­νο με τα κα­λά που κά­νει για τον άλ­λο. Πρέ­πει να δου­λέ­ψει και μέ­σα στην ψυ­χή του, για ν΄α­παλ­λα­γεί α­πό τα πά­θη της σάρ­κας και των αι­σχρών και ρυ­πα­ρών λο­γι­σμών. Για­τί εί­ναι εύ­κο­λο να κά­νει κα­νείς ε­λε­η­μο­σύ­νη, δύ­σκο­λο ό­μως να κό­ψει τα πά­θη του και τις κα­κές του συ­νή­θει­ες. Την ε­λε­η­μο­σύ­νη τη δέ­χε­ται ο Θε­ός ό­ταν συ­νο­δεύ­ε­ται α­πό κα­θα­ρή καρ­διά. Δεν μπο­ρού­με να εν­δι­α­φερ­θού­με για το πρώ­το και να εγ­κα­τα­λεί­ψου­με το δεύ­τε­ρο. Αλ­λι­ώ­τι­κα ξε­πέ­φτου­με στα μά­τια του Θε­ού.

v  Στα πνευ­μα­τι­κά έρ­γα να προ­χω­ράς σι­γά-σι­γά, για­τί τα με­γά­λα και α­πό­το­μα άλ­μα­τα εί­ναι ε­πι­κίν­δυ­να. Ό­ταν η ψυ­χή γλυ­κα­θεί α­πό την πνευ­μα­τι­κή χα­ρά, αυ­τό θα την κά­νει να προ­χω­ρή­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο, ό­πως συμ­βαί­νει μ΄αυ­τόν που πί­νει λί­γο κρα­σί, και α­φού του α­ρέ­σει, πί­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο, έ­ως ό­του με­θύ­σει. Οι θλί­ψεις και οι στε­νο­χώ­ρι­ες αν­τι­με­τω­πί­ζον­ται με υ­πο­μο­νή και ελ­πί­δα στον Θε­ό.

v  Δεν εί­ναι εύ­κο­λο πράγ­μα να έρ­θει το Πνεύ­μα το Ά­γιο μέ­σα στην ψυ­χή μας. Πρέ­πει προ­η­γου­μέ­νως να την κα­θα­ρί­σου­με α­πό κά­θε σαρ­κι­κό μο­λυ­σμό και να γί­νει δο­χεί­ο κα­θα­ρό. Έ­τσι θα έρ­θει να κα­τοι­κή­σει ο Θε­ός. Αλ­λά δεν φτά­νει αυ­τό. Για να πά­ρου­με το θε­ϊ­κό δώ­ρο πρέ­πει να λυ­γί­σουν πολ­λές φο­ρές τα γό­να­τά μας στην προ­σευ­χή. Και η προ­σευ­χή μας θα πρέ­πει να συ­νο­δεύ­ε­ται α­πό την τα­πεί­νω­ση για να γί­νει δε­κτή α­πό τον Θε­ό.

v  Να φυ­λάς τη γλώσ­σα σου να μη λέ­ει α­πρό­σε­κτα και πε­ριτ­τά λό­για. Για­τί α­πό την πο­λυ­λο­γί­α προ­έρ­χε­ται η α­μαρ­τί­α. Οι Πα­τέ­ρες της Εκ­κλη­σί­ας α­σκού­σαν πο­λύ τη σι­ω­πή, για να μπο­ρέ­σουν να πλη­σιά­σουν το Θε­ό και να ε­νω­θούν μα­ζί Του. Μό­νο ό­ταν προ­σέ­χου­με τη γλώσ­σα, εί­ναι δυ­να­τό να έρ­θει στην ψυ­χή μας η κα­τά­νυ­ξη. Ο μα­κά­ριος Ά­γιος Ι­ω­άν­νης της Κλί­μα­κος εί­πε, ό­τι το κα­θα­ρό στό­μα κα­θα­ρί­ζει και την καρ­διά. Και στην κα­θα­ρή καρ­διά κα­τοι­κεί ο Ά­γιος Θε­ός. Αν ό­μως σε νι­κή­σει η γλώσ­σα σου, πί­στε­ψέ με, δεν πρό­κει­ται να προ­κό­ψεις πο­τέ στην α­ρε­τή και η ψυ­χή σου θα εί­ναι ά­δεια, σαν το στά­χυ που δεν έ­χει καρ­πό.

v  Ό­ταν θέ­λεις να συμ­βου­λέ­ψεις κά­ποι­ον στο κα­λό, πρώ­τα να του δεί­ξεις την α­γά­πη σου και με­τά με λε­πτό­τη­τα και προ­σο­χή να του κά­νεις την πα­ρα­τή­ρη­ση, προ­σέ­χον­τας να μην τον πλη­γώ­σεις. Για­τί αυ­τός θα πα­ρα­τη­ρή­σει πρώ­τα την α­γά­πη που θα του δεί­ξεις, κι ύ­στε­ρα θα προ­σέ­ξει την πα­ρα­τή­ρη­ση που θα του κά­νεις. Έ­τσι θα τον ω­φε­λή­σεις χω­ρίς να βλα­φτεί η ψυ­χή του.

v  Ό­σο ο άν­θρω­πος α­πο­τρα­βι­έ­ται α­πό τα πράγ­μα­τα του κό­σμου τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο πλη­σιά­ζει τον Θε­ό.

v  Να μη λυ­πά­σαι ό­ταν συ­ναν­τάς στε­νο­χώ­ρι­ες και δυ­σκο­λί­ες στη ζω­ή σου, για­τί όλ΄αυ­τά γί­νον­ται κα­τά πα­ρα­χώ­ρη­ση Θε­ού, για την ψυ­χι­κή σου ω­φέ­λεια. Α­κό­μη ού­τε τον θά­να­το να φο­βά­σαι. Για­τί βλέ­πον­τας ο Θε­ός την υ­πο­μο­νή σου, θα σε βο­η­θή­σει να φτά­σεις στην νί­κη, ε­κεί ό­που θ΄α­πο­λαύ­σεις τα αι­ώ­νια α­γα­θά, που ε­τοί­μα­σε για κεί­νους που τον α­γα­πούν α­λη­θι­νά.