Ο Απόστολος και το Ευαγγέλιο της Κυριακής 15 Δεκεμβρίου 2013 (IA´ Λουκά)

Το Αποστολικό Ανάγνωσμα(Β´ Τιμ. α´ 8-18)
Τέκνον Τιμόθεε, μὴ ἐπαισχυνθῇς τὸ μαρτύριον τοῦ Κυρίου ἡμῶν μηδὲ ἐμὲ τὸν δέσμιον αὐτοῦ, ἀλλὰ συγκακοπάθησον τῷ εὐαγγελίῳ κατὰ δύναμιν Θεοῦ, τοῦ σώσαντος ἡμᾶς καὶ καλέσαντος κλήσει ἁγίᾳ, οὐ κατὰ τὰ ἔργα ἡμῶν, ἀλλὰ κατ᾿ ἰδίαν πρόθεσιν καὶ χάριν, τὴν δοθεῖσαν ἡμῖν ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ πρὸ χρόνων αἰωνίων, φανερωθεῖσαν δὲ νῦν διὰ τῆς ἐπιφανείας τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, καταργήσαντος μὲν τὸν θάνατον, φωτίσαντος δὲ ζωὴν καὶ ἀφθαρσίαν διὰ τοῦ εὐαγγελίου, εἰς ὃ ἐτέθην ἐγὼ κῆρυξ καὶ ἀπόστολος καὶ διδάσκαλος ἐθνῶν. δι᾿ ἣν αἰτίαν καὶ ταῦτα πάσχω, ἀλλ᾿ οὐκ ἐπαισχύνομαι· οἶδα γὰρ ᾧ πεπίστευκα, καὶ πέπεισμαι ὅτι δυνατός ἐστι τὴν παραθήκην μου φυλάξαι εἰς ἐκείνην τὴν ἡμέραν. ὑποτύπωσιν ἔχε ὑγιαινόντων λόγων ὧν παρ᾿ ἐμοῦ ἤκουσας, ἐν πίστει καὶ ἀγάπῃ τῇ ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ· τὴν καλὴν παραθήκην φύλαξον διὰ Πνεύματος ῾Αγίου τοῦ ἐνοικοῦντος ἐν ἡμῖν.
Οἶδας τοῦτο, ὅτι ἀπεστράφησάν με πάντες οἱ ἐν τῇ ᾿Ασίᾳ, ὧν ἐστι Φύγελλος καὶ ῾Ερμογένης. δῴη ἔλεος ὁ Κύριος τῷ ᾿Ονησιφόρου οἴκῳ, ὅτι πολλάκις με ἀνέψυξε καὶ τὴν ἅλυσίν μου οὐκ ἐπαισχύνθη, ἀλλὰ γενόμενος ἐν ῾Ρώμῃ σπουδαιότερον ἐζήτησέ με καὶ εὗρε· δῴη αὐτῷ ὁ Κύριος εὑρεῖν ἔλεος παρὰ Κυρίου ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ· καὶ ὅσα ἐν ᾿Εφέσῳ διηκόνησε, βέλτιον σὺ γινώσκεις.

Απόδοση:
Παιδί μου Τιμόθεε, νὰ μὴν ντρέπεσαι νὰ ὁμολογεῖς τὸν Κύριό μας, οὔτε νὰ ντρέπεσαι γιὰ μένα, ποὺ εἶμαι φυλακισμένος γιὰ χάρη του. Νὰ εἶσαι ἕτοιμος νὰ κακοπαθήσεις μαζὶ μ’ ἐμένα γιὰ τὸ κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου, κι ὁ Θεὸς θὰ σοῦ δώσει τὴ δύναμη. ᾿Εκεῖνος μᾶς ἔσωσε καὶ μᾶς κάλεσε νὰ γίνουμε λαός του, ὄχι ἐξαιτίας τῶν ἔργων μας, ἀλλὰ γιατὶ ὁ ἴδιος τὸ θέλησε καὶ μᾶς ἔδωσε τὴ χάρη του διὰ τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ ἡ χάρη εἶχε δοθεῖ προαιώνια, φανερώθηκε ὅμως τώρα μὲ τὴν ἐμφάνιση στὴ γῆ τοῦ σωτήρα μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ποὺ μὲ τὸ εὐαγγέλιο κατήργησε τὸν θάνατο κι ἔκανε νὰ λάμψει ἡ ἄφθαρτη ζωή. Αὐτοῦ τοῦ εὐαγγελίου ὁρίστηκα νὰ εἶμαι ἐγὼ κήρυκας κι ἀπόστολος καὶ διδάσκαλος τῶν ἐθνικῶν. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο ὑποφέρω αὐτὰ τὰ δεινά. Δὲν δειλιάζω ὅμως, γιατὶ ξέρω σὲ ποιὸν ἔχω στηρίξει τὴν πίστη μου. Καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι αὐτὸς ἔχει τὴ δύναμη νὰ φυλάξει ὣς τὴν ἡμέρα ἐκείνη ὅ,τι μοῦ ἔχει ἐμπιστευθεῖ. Νὰ ἔχεις ὡς ὑπόδειγμα τῆς ὀρθῆς διδασκαλίας ὅσα ἄκουσες ἀπὸ μένα. Νὰ τὰ τηρεῖς μὲ τὴν πίστη καὶ τὴν ἀγάπη ποὺ δίνει ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός. Τὴν ὀρθὴ πίστη ποὺ σοῦ ἐμπιστεύτηκε ὁ Θεὸς φύλαγέ την, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ποὺ κατοικεῖ μέσα μας.

Τὸ ξέρεις ὅτι μὲ ἀπαρνήθηκαν ὅλοι αὐτοὶ ποὺ ἦταν στὴν ᾿Ασία —ἀνάμεσά τους κι ὁ Φύγελλος κι ὁ ῾Ερμογένης. ῾Ο Κύριος ἂς δείξει τὸ ἔλεός του στὴν οἰκογένεια τοῦ ᾿Ονησιφόρου, ποὺ μὲ ἀνακούφισε πολλὲς φορὲς καὶ δὲν ντράπηκε γιὰ τὴ φυλάκισή μου, ἀλλὰ ἦρθε στὴ Ρώμη, μὲ ἀναζήτησε μὲ πολλὴ ἐπιμονὴ καὶ μὲ βρῆκε. ῍Ας δώσει ὁ Κύριος νὰ βρεῖ ἔλεος ἀπὸ τὸν Θεὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα! Καὶ πόσες ὑπηρεσίες μοῦ πρόσφερε στὴν ῎Εφεσο, ἐσὺ τὸ ξέρεις καλύτερα.

Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα
(Λουκ. ιδ´ 16-24)

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· ῎Ανθρωπός τις ἐποίησε δεῖπνον μέγα καὶ ἐκάλεσε πολλούς· καὶ ἀπέστειλε τὸν δοῦλον αὐτοῦ τῇ ὥρᾳτοῦ δείπνου εἰπεῖν τοῖς κεκλημένοις· ῎Ερχεσθε, ὅτι ἤδη ἕτοιμά ἐστι πάντα. Καὶ ἤρξαντο ἀπὸ μιᾶς παραιτεῖσθαι πάντες. ῾Ο πρῶτος εἶπεν αὐτῷ· ᾿Αγρὸν ἠγόρασα, καὶ ἔχω ἀνάγκην ἐξελθεῖν καὶ ἰδεῖν αὐτόν· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον. Καὶ ἕτερος εἶπε· Ζεύγη βοῶν ἠγόρασα πέντε, καὶ πορεύομαι δοκιμάσαι αὐτά· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον. Καὶ ἕτερος εἶπε· Γυναῖκα ἔγημα, καὶ διὰ τοῦτο οὐ δύναμαι ἐλθεῖν. Καὶ παραγενόμενος ὁ δοῦλος ἐκεῖνος ἀπήγγειλε τῷ κυρίῳ αὐτοῦ ταῦτα. Τότε ὀργισθεὶς ὁ οἰκοδεσπότης εἶπε τῷ δούλῳ αὐτοῦ· ῎Εξελθε ταχέως εἰς τὰς πλατείας καὶ ῥύμας τῆς πόλεως, καὶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀναπήρους καὶ χωλοὺς καὶ τυφλοὺς εἰσάγαγε ὧδε. Καὶ εἶπεν ὁ δοῦλος· Κύριε, γέγονεν ὡς ἐπέταξας, καὶ ἔτι τόπος ἐστί. Καὶ εἶπεν ὁ κύριος πρὸς τὸν δοῦλον· ῎Εξελθε εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ φραγμοὺς καὶ ἀνάγκασον εἰσελθεῖν, ἵνα γεμισθῇ ὁ οἶκός μου. Λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι οὐδεὶς τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων τῶν κεκλημένων γεύσεταί μου τοῦ δείπνου. Πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί.

Απόδοση:
Εἶπε ὁ Κύριος αὐτὴ τὴν παραβολή· «῞Ενας ἄνθρωπος ἑτοίμασε μεγάλο δεῖπνο καὶ κάλεσε πολλούς. ῞Οταν ἦρθε ἡ ὥρα τοῦ δείπνου, ἔστειλε τὸν δοῦλο του νὰ πεῖ στοὺς καλεσμένους· “ἐλᾶτε, ὅλα εἶναι πιὰ ἕτοιμα”. Τότε ἄρχισαν, ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλο, νὰ βρίσκουν δικαιολογίες· ῾Ο πρῶτος τοῦ εἶπε· “ἔχω ἀγοράσει ἕνα χωράφι καὶ πρέπει νὰ πάω νὰ τὸ δῶ· σὲ παρακαλῶ, θεώρησέ με δικαιολογημένον”. ῎Αλλος τοῦ εἶπε· “ἔχω ἀγοράσει πέντε ζευγάρια βόδια καὶ πάω νὰ τὰ δοκιμάσω· σὲ παρακαλῶ, δικαιολόγησέ με”. Κι ἕνας ἄλλος τοῦ εἶπε· “εἶμαι νιόπαντρος καὶ γι’ αὐτὸ δὲν μπορῶ νὰ ἔρθω”. Γύρισε ὁ δοῦλος ἐκεῖνος καὶ τὰ εἶπε αὐτὰ στὸν κύριό του. Τότε ὁ οἰκοδεσπότης ὀργισμένος εἶπε στὸν δοῦλο του· “πήγαινε γρήγορα στὶς πλατεῖες καὶ στοὺς δρόμους τῆς πόλης καὶ φέρε μέσα τοὺς φτωχούς, τοὺς ἀνάπηρους, τοὺς κουτσοὺς καὶ τοὺς τυφλούς”. ῞Οταν γύρισε ὁ δοῦλος τοῦ εἶπε· “κύριε, αὐτὸ ποὺ πρόσταξες ἔγινε καὶ ὑπάρχει ἀκόμη χῶρος”. Εἶπε πάλι ὁ κύριος στὸν δοῦλο· “πήγαινε ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη στοὺς δρόμους καὶ στὰ μονοπάτια κι ἀνάγκασέ τους νὰ ἔρθουν, γιὰ νὰ γεμίσει τὸ σπίτι μου· γιατὶ σᾶς βεβαιώνω πὼς κανένας ἀπὸ κείνους ποὺ κάλεσα δὲν θὰ γευτεῖ τὸ δεῖπνο μου”. Γιατί, πολλοὶ εἶναι οἱ καλεσμένοι, λίγοι ὅμως οἱ ἐκλεκτοί».