Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, στην ακολουθία του Επιταφίου, διαβάζεται μια εντυπωσιακή προφητεία για την ανάσταση των νεκρών, από το κεφάλαιο 37 του βιβλίου του προφήτη Ιεζεκιήλ, που βρίσκεται στην Παλαιά Διαθήκη.
Την αναδημοσιεύουμε σε μετάφραση από εδώ, όπου μπορείτε να διαβάσετε και το αρχαίο κείμενό της:



Ο Κυριος εθεσε το χέρι του επάνω μου και δια του Πνεύματός του με έβγαλε και με έθεσεν ωσάν εν μέσω μιας πεδιάδος. Αυτή δε η πεδιάς ήτο γεμάτη από ανθρώπινα οστά.
Ο Κυριος με περιέφερεν ολόγυρα από τα οστά αυτά και ιδού, είδα ότι αυτά ήσαν πάρα πολλά εις όλην εκείνην την πεδιάδα, ξηρά δε πολύ.
Ο Κυριος είπε προς εμέ· “υιέ ανθρώπου, είναι δυνατόν να αποκτήσουν ζωήν τα οστά αυτά;” Και εγώ είπα· “Κυριε Κυριε, συ γνωρίζεις τι μπορεί να συμβή με αυτά”.
Ο Κυριος μου είπε· “προφήτευσε διά τα οστά αυτά και ειπέ τα εξής· Τα οστά τα ξηρά ακούσατε τον λόγον του Κυρίου.
Αυτά λέγει ο Κυριος εις αυτά τα ξηρά οστά· ιδού, εγώ φέρω εις σας πνεύμα ζωής,
θα δώσω εις σας νεύρα, θα σας καλύψω με σάρκας, θα απλώσω επάνω εις σας δέρμα και θα δώσω το Πνεύμα μου εις σας. Θα αποκτήσετε ζωήν και θα ζήσετε. Ετσι δε θα μάθετε, ότι εγώ είμαι ο Κυριος”.
Εγώ επροφήτευσα σύμφωνα με την εντολήν του Κυρίου. Οταν εγώ επροφήτευσα ιδού, έγινε σεισμός, ο οποίος έφέρε τα οστά το καθένα εις την φυσικήν του θέσιν και το ενηρμόνισε προς τα αλλά οστά, ώστε να αποτελεσθούν ολόκληροι σκελετοί. Και με κατάπληξίν μου
είδον και ιδού, ότι εφύτρωσαν επάνω εις αυτά νεύρα και σάρκες. Επάνω δε εις τας σάρκας και τα νεύρα, ηπλώθη δέρμα, αλλά πνοή ζωής δεν υπήρχεν ακόμη εις αυτά τα σώματα.
Ο Κυριος είπε τότε προς εμέ· “προφήτευσον προς το Πνεύμα· υιέανθρώπου, προφήτευσε και ειπέ στο ζωογόνον Πνεύμα· αυτά λέγει ο Κυριος· από τους τέσσαρας ανέμους, από όλα τα σημεία του ορίζοντος, συ Πνεύμα, πανταχού παρόν, έλα εδώ και εμφύσησε εις τα νεκρά αυτά σώματα, δια να λάβουν ζωήν και ζήσουν”.
Επροφήτευσα, όπως ο Κυριος με διέταξε, και εισήλθε πράγματι εις αυτά το Πνεύμα της ζωής και έζησαν και εστάθησαν όρθια επάνω στους πόδας των, λαός πάρα πολύς.
Ο Κυριος ωμίλησε πάλιν προς εμέ και είπεν· “υιέ ανθρώπου, αυτά τα οστά υποδηλώνουν τον ισραηλιτικόν λαόν, διότι οι Ισραηλίται λέγουν, ο καθένας δια τον εαυτόν του και δι’ ολόκληρον τον λαόν, ότι τα οστά μας έγιναν κατάξηρα, εχάθη πλέον κάθε ελπίς δι’ ημάς· έχομεν οριστικώς χαθή.
Δια τούτο προφήτευσε και είπε προς αυτούς· αυτά λέγει ο Κυριος· Ιδού εγώ θα ανοίξω τους τάφους σας και θα σας βγάλω μέσα από τα μνήματά σας και θα σας επαναφέρω εις την χώραν του Ισραήλ.
Και τότε θα μάθετε, ότι εγώ είμαι ο Κυριος, όταν θα ανοίξω τους τάφους σας και θα βγάλω τον λαόν μου μέσα από τα μνήματα του.
Θα σας δώσω το ζωοποιόν μου Πνεύμα, θα αναστηθήτε και θα αποκτήσετε ζωήν. Θα σας εγκαταστήσω εις την χώραν σας και θα μάθετε, ότι εγώ είμαι ο Κυριος. Εγώ ωμίλησα και θα πραγματοποιήσω αυτά που είπα, λέγει ο Κυριος”.


Λαϊκή απεικόνιση του οράματος του προφήτη Ιεζεκιήλ, με στοιχεία από
την επίσης λαϊκή απεικόνιση της Δευτέρας Παρουσίας

Το Όραμα του Προφήτη Ιεζεκιήλ. Η Ανάσταση των νεκρών και τι γίνεται με τα ανθρώπινα οστά! (επισκόπου Αυγουστίνου Καντιώτη, από εδώ)

προφήτης Ἰεζεκιὴλ εἶδε ὅραμα (κεφ. 37ο).
Ὁ Κύριος τὸν μεταφέρει σὲ μιὰ πεδιάδα γεμάτη ἀνθρώπινα ὀστᾶ. Κ᾽ ἐνῷ ὁ προφήτης τὰ βλέπει περίλυπος, φωνὴ Κυρίου τὸν ἐρωτᾷ·
«Υἱὲ ἀνθρώπου, τὰ ὀστᾶ αὐτὰ μποροῦν νὰ ξαναζήσουν;».
«Σὺ γνωρίζεις, Κύριε», ἀπαντᾷ ὁ προφήτης.
Ὁ Κύριος τὸν διατάζει νὰ κηρύξῃ στὰ ὀστᾶ, κι αὐτὸς κάνει τὸ περίεργο κήρυγμα.
«Τὰ ὀστᾶ τὰ ξηρά», λέει, «ἀκούσατε λόγον Κυρίου…» (Ἰεζ. 37,4).

Καὶ νά, γίνεται σεισμός, τὰ ἀναρίθμητα ἐκεῖνα σκορπισμένα ὀστᾶ τρίζουν, τρέχουν τὸ ἕνα πρὸς τὸ ἄλλο, συναρμολογοῦνται σὲ σκελετούς, φυτρώνουν πάνω τους σάρκες καὶ νεῦρα καὶ καλύπτονται μὲ δέρμα.
Τώρα ὅλη ἡ πεδιάδα γέμισε ἀπὸ σώματα, ἀλλὰ πτώματα, δίχως πνεῦμα.
Κατ᾿ ἐντολὴν τοῦ Κυρίου ὁ προφήτης κηρύττει πάλι, καὶ τότε ἔρχεται πνεῦμα, τὰ πτώματα ζωντανεύουν, κινοῦνται, σηκώνονται καὶ παρατάσσονται ὄρθια, σχηματίζουν στρατιές.

Τὸ θαυμάσιο αὐτὸ ὅραμα μᾶς δίνει μιὰ εἰκόνα τῆς μελλοντικῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν.
«Ἀναστήσονται οἱ νεκροί, καὶ ἐγερθήσονται οἱ ἐν τοῖς μνημείοις», εἶνε ἡ φωνὴ τοῦ προφήτου,ἡ μαρτυρία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης (Ἠσαΐας, 26,19).
Καὶ ἡ Καινὴ Διαθήκη τὸ βεβαιώνει.
Ὁ Κύριος ἀπεκάλυψε·«Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ νεκροὶ ἀκούσονται τῆς φωνῆς τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ ἀκούσαντες ζήσονται… Μὴ θαυμάζετε τοῦτο· ὅτι ἔρχεται ὥρα ἐν ᾗ πάντες οἱ ἐν τοῖς μνημείοις ἀκούσονται τῆς φωνῆς αὐτοῦ, καὶ ἐκπορεύσον ται οἱ τὰ ἀγαθὰ ποιήσαντες εἰς ἀνάστασιν ζωῆς, οἱ δὲ τὰ φαῦλα πράξαντες εἰς ἀνάστασιν κρίσεως» (κατά Ἰωάννην 5,25-29).
Ὁ δὲ ἀπόστολος Παῦλος κήρυξε τὴν ἀλήθεια τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦ Ἀρείου πάγου, ἐνῷ οἱ ὑλισταὶ ἐπικούρειοι τὸν εἰρωνεύονταν (βλ. Πράξεις τῶν Ἀποστόλων 17,16-34).
Ἀλλ᾿ αὐτὸ δὲν στάθηκε ἱκανὸ ν᾽ ἀνακόψῃ τὸ ἀποστολικὸ κήρυγμα, ποὺ θεμελιῶδες ἄρθρο του ἦταν ἡ ἀλήθεια ποὺ μπῆκε στὸ Σύμβολο τῆς πίστεως· «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν».

Καὶ ὄχι μόνο ἡ διδασκαλία ἀλλὰ καὶ θαύματα τῆς Καινῆς Διαθήκης ἐπιβεβαιώνουν τὴν ἀνάστασι.
Οἱ τρεῖς νεκροὶ ποὺ ἀνέστησε ὁ Κύριος (ὁ υἱὸς τῆς χήρας, ἡ κόρη τοῦ Ἰαείρου, ὁ τεταρταῖος Λάζαρος), οἱ ἄλλοι ἐκεῖνοι ποὺ ἀναστήθηκαν τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ «καὶ ἐνεφανίσθησαν πολλοῖς» (Ματθ. 27,53), ἡ Ταβιθὰ καὶ ὁ Εὔτυχος ποὺ ἐν ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ τοὺς ἀνέστησαν ὁ Πέτρος καὶ ὁ Παῦλος, ὅλοι αὐτοὶ εἶνε οἱ προάγγελοι τῆς κοινῆς ἀναστάσεως.
Ἀλλ᾿ ἐκεῖνο ποὺ περισσότερο ἀπ᾽ ὅλα δημιουργεῖ τὴν πεποίθησι ὅτι οἱ νεκροὶ θ᾽ ἀναστηθοῦν εἶνε ἡ ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ.
Ἐκεῖ στηρίζονται ὅλες οἱ προσδοκίες τοῦ Χριστιανοῦ. Γι᾽ αὐτὸ ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει θριαμβευτικά·«Νυνὶ Χριστὸς ἐγήγερται ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο» (Α΄ Κορ. 15,20).

Οἱ Χριστιανοὶ τῶν πρώτων αἰώνων ἔθαβαν τοὺς νεκρούς, ἀγαπητοί μου, μὲ πίστι στὴν ἀνάστασι· ὁ θάνατος λεγόταν ὕπνος, τὰ νεκροταφεῖα κοιμητήρια · στὶς ἐπιγραφὲς τῶν τάφων δὲν ἔγραφαν «πέθανε» ἀλλὰ «κοιμήθηκε», καὶ ἡ ἡμέρα τοῦ θανάτου ἐθεωρεῖτο γέννησι σὲ νέο κόσμο.
Ὅταν μαρτύρησε ὁ ἅγιος Πολύκαρπος Σμύρνης, οἱ Χριστιανοὶ συνέλεξαν τὰ ὀστᾶ του «τὰ τιμιώτερα λίθων πολυτελῶν» (Πολυκ. μαρτ.XVIII), κι ἀπὸ τότε ἑώρταζαν κάθε χρόνο τὴν ἡμέρα τοῦ μαρτυρίου του ὡς ἡμέρα γενεθλίων. Θάνατος = τοκετός, νέα γέννησις .
Ὤ μακαρία ἐποχή! Σήμερα τὸ πιστεύουμε αὐτό;
Ἡ ἀλήθεια τῆς ἀναστάσεως δὲ λάμπει στὶς καρδιὲς τῶν Χριστιανῶν ὅπως τότε. Ἡ ὑλιστικὴ ἀντίληψι κλόνισε τὴν πίστι, σκόρπισε ἀμφιβολία. Γι᾿ αὐτὸ σὲ θανάτους συγγενῶν δὲν τρέχει τὸ παρήγορο δάκρυ τοῦ πιστοῦ, ἀλλ᾽ ἀκούγονται οἱ κοπετοὶ τῶν εἰδωλολατρῶν. Κλείνονται στὸ σπίτι σὰν σὲ τάφο, ἀπ᾽ τὸν ἕνα τάφο πᾶνε στὸν ἄλλο.
Ἔτσι κάνουν ὅσοι ἔπαψαν νὰ πιστεύουν στὸ Χριστὸ ποὺ εἶπε «Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή» (Ἰω. 11,25).

Τί στάσι τηρεῖ ὁ πιστὸς μπρὸς στὸ θάνατο; Διαφέρει κ᾽ ἐδῶ ἀπὸ τὸν ἄπιστο.
Λυπᾶται βέβαια, ἀλλ᾿ ὄχι ὅπως «οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα» (Α΄ Θεσ. 4,13).
Ὁ ἄπιστος κλαίει γιὰ ὁριστικὴ ἐξαφάνισι τοῦ νεκροῦ, ὅπως νομίζει, ὁ πιστὸς κλαίει γιὰ ἕνα προσωρινὸ ἀποχωρισμό. Τὸν ἀποχαιρετᾷ, ὅπως ἂν πήγαινε ταξίδι. Ἐνῷ τοῦ δίνει τὸν τελευταῖο ἀσπασμό, εὔχεται μυστικά· «Ἀγαπητέ μου πατέρα, μητέρα, ἀδελφέ, σύζυγε, παιδί, καλὴ συνάντησι στοὺς οὐρανούς!».
Καὶ μὲ τὴν πίστι, ποὺ κάνει τὸ μέλλον παρόν, ἀκούει ἀπὸ τώρα τὸ ἀρχαγγελικὸ πρόσταγμα «Νεκροί, ἀναστηθῆτε!», ποὺ θ᾽ ἀκουστῇ τὴν ἡμέρα ἐκείνη.
Τότε, μέσα στὶς μυριάδες ἐκείνων ποὺ θ᾽ ἀναστηθοῦν, θὰ δῇ τὸν ἄνθρωπό του ἀπείρως ὡραιότερο ἀπ᾿ ὅ,τι ἐδῶ.
 
(†) Ο Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης