Λόγος γιά τήν προσευχή στήν ἐκκλησία (Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ)

Ἀπό τό βιβλίο “ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ”
Τόμος γ΄.

Ἀναμφίβολα τά πιό πολύτιμα κτίρια τῆς γῆς εἶναι οἱ ἐκκλησίες, οἱ ναοί ἤ οἵκοι τοῦ Θεοῦ. Μολονότι ὁ Κύριος εἶναι «πανταχοῦ παρῶν», στήν ἐκκλησία ἡ αἴσθηση τῆς παρουσίας Του εἶναι πιό ἔντονη καί, ἑπομένως, πιό ὠφέλιμη γιά τόν ἄνθρωπο. Ἀκόμα πιό αἰσθητά, ὡστόσο, ἐμφανίζεται ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο, ὅταν αὐτός ὁ ἴδιος γίνει ναός τοῦ Θεοῦ, ὅταν αὐτός ὁ ἴδιος γίνει κατοικία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος1, ὅπως ἔγιναν οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ ἄλλοι Ἅγιοι. Σ᾿ αὐτή τήν κατάσταση, ὅμως πολύ σπάνια φτάνουν οἱ χριστιανοί. Γι᾿ αὐτό καί δέν θ᾿ ἀναφερθοῦμε, γιά τήν ὥρα, στόν ἀχειροποίητο, τόν θεόπλαστο, τόν λογικό ναό τοῦ Θεοῦ, τόν ἄνθρωπο, καί τήν λατρεία πού πρέπει νά ἐπιτελεῖται σ᾿ αὐτόν. Θ᾿ ἀναφερθοῦμε στόν ὑλικό καί χειροποίητο ναό τοῦ Θεοῦ, στίς ἱερές ἀκολουθίες πού τελοῦνται στόν χῶρο του, στήν ὑποχρέωση τοῦ χριστιανοῦ νά τόν ἐπισκέπτεται τακτικά καί στήν ὠφέλεια του ἀπό κάθε τέτοια ἐπίσκεψη.

  Ὁ ναός τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐπίγειος οὐρανός: «Ἐν τῷ ναῷ ἑστῶτες τῆς δόξης σου, ἐν οὐρανῷ ἑστάναι νομίζομεν»2, ψάλλει ἡ ἁγία Ἐκκλησία μας. Ὁ ναός εἶναι τόπος ἐπικοινωνίας τοῦ Θεοῦ μέ τούς ἀνθρώπους. Στόν ναό τελοῦνται ὅλα τά ἐκκλησιαστικά Μυστήρια. Ἡ θεία Λειτουργία καί ἡ Χειροτονία δέν μποροῦν νά τελεστοῦν ἀλλοῦ. Καί τά ὑπόλοιπα Μυστήρια, βέβαια, πρέπει νά τελοῦνται μέσα στόν ναό. Συγκαταβατικά μόνο, ἀπό ἀνάγκη, ἐπιτρέπεται ἡ τέλεση ὁρισμένων, ἰδιαίτερα τῆς Ἐξομολογήσεως καί τοῦ Εὐχελαίου, σέ ἄλλα οἰκήματα.

 

  Ὁ ἅγιος προφήτης Δαβίδ, μολονότι ἦταν βασιλιάς, μολονότι κατοικοῦσε σέ εὐρύχωρο καί μεγαλόπρεπο παλάτι, μολονότι εἵχε τά μέσα καί τή δυνατότητα νά γευθεῖ κάθε ἐπίγεια χαρά καί τέρψη, ἀφοῦ ὅλα τά ἐξέτασε καί τά ἐκτίμησε μέ σοβαρότητα καί ὑπευθυνότητα, διακήρυξε ἀνεπιφύλακτα: «Ἕνα πράγμα ζήτησα ἀπό τόν Κύριο, αὐτό θά Του ζητήσω καί πάλι: Νά κατοικῶ στόν οἵκο Του ὅλες τίς ἡμέρες τῆς ζωῆς μου, νά βλέπω τήν τερπνότητά Του καί νά συχνάζω στόν ἅγιο ναό Του»3. Λόγια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι τοῦτα, διατυπωμένα μέ τά χείλη τοῦ Δαβίδ.

 Ὅποιος στή διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς του συχνάζει στόν ναό τοῦ Θεοῦ, ὅποιος ζεῖ, θά λέγαμε, μέσα στόν ναό τοῦ Θεοῦ, αὐτός, ὅταν θά χωριστεῖ ἀπό τό σῶμα του, πολύ πιό εὔκολα θά πάει στό αἰώνιο πανηγύρι τοῦ οὐράνιου ναοῦ, πού ἔχει οἰκοδομηθεῖ ἀπό τόν Θεό καί ὄχι ἀπό ἀνθρώπινα χέρια4. Μέσα στόν ναό καί προσευχόμαστε καί διδασκόμαστε καί καθαριζόμαστε ἀπό τίς ἁμαρτίες καί ἐπικοινωνοῦμε μέ τόν Κύριο.

Παράδειγμα προσελεύσεως στόν ναό τοῦ Θεοῦ μᾶς ἄφησε ὁ Κύριος5, ὅπως μᾶς ἄφησαν ἐπίσης καί οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι6. Οἱ χριστιανοί ὅλων τῶν ἐποχῶν θεωροῦσαν τήν τακτική προσέλευση στόν ναό ὡς ἀπαραίτητη ὑποχρέωσή τους. Ὁ ἅγιος Δημήτριος τοῦ Ροστώφ παρομοιάζει τό ἱερό καθῆκον τῆς συμετοχῆς τῶν χριστιανῶν σ᾿ ὅλες τίς ἀκολουθίες, πού τελοῦνται στόν ναό, μέ τό καθῆκον τῆς καταβολῆς του βασιλικοῦ φόρου ἀπό τούς πολίτες. Καί ἄν ἡ συμμετοχή στίς ἐκκλησιαστικές ἀκολουθίες εἶναι ἀπαραίτητο καθῆκον κάθε εὐσεβοῦς χριστιανοῦ, πολύ περισσότερο κάθε μοναχοῦ.

 Ὅπως ἀπό τήν ὑποχρέωση τῆς καταβολῆς φόρου ἀπαλλάσσονται οἱ ἀξιωματοῦχοι τοῦ βασιλιᾶ, ἔτσι καί ἀπό τήν ὑποχρέωση τῆς τακτικῆς προσελεύσεως στόν ναό ἀπαλλάσσονται οἱ προχωρημένοι μοναχοί, πού ἀσκοῦνται νοερά, θερίζοντας πλούσιους ἀλλά κρυμμένους ἀπό τούς ἀνθρώπους πνευματικούς καρπούς.

Ὅπως ἀπό τήν ὑποχρέωση τῆς καταβολῆς φόρου ἀπαλλάσσονται οἱ στρατιωτικοί καί ὅσοι ἐκτελοῦν κρατική ὑπηρρεσία, ἔτσι καί ἀπό τήν ὑποχρέωση τῆς συμμετοχῆς στίς ἐκκλησιαστικές ἀκολουθίες ἀπαλλάσσονται οἱ μοναχοί πού κατά τήν τέλεση τῆς θείας λατρείας εἶναι ἀπασχολημένοι μέ διακονήματα.

Πρόσεχε, πάντως, μήν τυχόν, μέ τήν πρόφαση εἴτε τοῦ διακονήματος εἴτε τῆς νοερᾶς ἀσκήσεως στό κελί εἴτε ἀκόμα καί μιᾶς ὄχι σοβαρῆς ἀδιαθεσίας, πέσεις μέ τρόπο ἀνεπαίσθητο καί μέ δικαιολογία πλαστή σέ παγίδα τοῦ διαβόλου, ὁ ὁποῖος μισεῖ τήν προσευχή ὡς μητέρα τῶν ἀρετῶν καί ὡς ξίφος πού πληγώνει καίρια τά πονηρά πνεύματα. Ὅλα τά μέσα, καί μάλιστα ὡραιοποιημένα, χρησιμοποιεῖ ὁ διάβολος, προκειμένου νά ἀποτρέψει τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν προσευχή, νά τόν ἀφοπλίσει κι ἔτσι νά τόν θανατώσει ἤ ἔστω νά τόν τραυματίσει7.

 Οἱ ἐκκλησιαστικές ἀκολουθίες τοῦ νυχθημέρου εἶναι ἑφτά:

ὁ Ἑσπερινός,

τό Ἀπόδειπνο,

τό Μεσονυκτικό,

ὁ Ὄρθρος,

ἡ Πρώτη Ὥρα,

οἱ Ὡρες Τρίτη καί Ἕκτη (Τριθέκτη),

ἡ Ἐνάτη Ὥρα.

Ἐπειδή ὁρισμένες ἀπ᾿ αὐτές τελοῦνται συναπτά, συγκεντρώνονται σέ τρεῖς ἀκολουθίες.

 Ἔτσι , ὁ Ἑσπερινός, μέ τόν ὁποῖο ἀρχίζει λατρευτικά τό εἰκοσιτετράωρο, τελεῖται μαζί μέ τήν Ἐνάτη Ὥρα, πού προηγεῖται, καί τό Ἀπόδειπνο, πού ἀκολουθεῖ.

 Ὁ Ὄρθρος τελεῖτε μαζί μέ τό Μεσονυκτικό, πού προηγεῖται, καί τήν Πρώτη Ὥρα, πού ἀκολουθεῖ.

Μέ τίς Ὥρες Τρίτη καί Ἕκτη συνάπτονται τά Τυπικά.

Ὅταν ὁ Ὄρθρος τελεῖται μαζί μέ τόν Ἑσπερινό ἤ τό Μεγάλο Ἀπόδειπνο, ἡ ἀκολουθία ὀνομάζεται Ἀγρυπνία.

Ἀγρυπνίες τελοῦνται στίς μεγάλες ἐκκλησιαστικές ἑορτές. Οἱ ἀγωνιστές τότε περνοῦν τό μεγαλύτερο μέρος τῆς νύχτας μέ εὐλαβική καί προσεκτική προσευχή. Γι᾿ αὐτό, τήν ἄλλη μέρα αἰσθάνονται ἀνάλαφροι καί ἀναζωογονημένοι μέ καθαρό νοῦ καί ἱκανό γιά προσευχητική θεωρία. Τό ἐπιβεβαιώνει ὁ ἀββάς Ἰσαάκ: «Ἡ ἡδονή πού δίνεται στούς ἀσκητές τήν ἡμέρα ἀπό τήν ἐργασία τῆς νύχτας, χύνεται πάνω στόν καθαρό νοῦ»8.

Ἡ θεία Λειτουργία δέν περιλαμβάνεται στόν ἀριθμό τῶν ἑφτά ἀκολουθιῶν. Ἀποτελεῖ ξεχωριστή ἀκολουθία, μέ τήν ὁποία τελεῖται ἡ ἀναίμακτη θεία Θυσία.

Σωτήριο ὑπόδειγμα προσελεύσεως στόν ναό τοῦ Θεοῦ ἀπότελεῖ ὁ τελώνης τῆς εὐαγγελικῆς παραβολῆς9. Ὁ τελώνης στάθηκε πολύ πίσω, μακριά ἀπό τό θυσιαστήριο, καί δέν τολμοῦσε οὔτε τά μάτια του νά σηκώσει στόν οὐρανό. Χτυποῦσε τό στῆθος του κι ἔλεγε: «Θεέ μου, σπλαχνίσου με, τόν ἁμαρτωλό». Ἔτσι, ἔφυγε ἀπό τόν ναό ἔχοντας ἑλκύσει πάνω του τή χάρη τοῦ Θεοῦ.

  Κι ἐσύ, λοιπόν, ὅταν ἔρχεσαι στήν ἐκκλησία, ἄν δέν σοῦ ἔχει ἀνατεθεῖ κάποια διακονία, νά στέκεσαι σέ μιά σκοτεινή γωνιά ἤ πίσω ἀπό μιά κολόνα, τόσο γιά νά μήν ἀποσπᾶται ἡ προσοχή σου ἀπό τίς κινήσεις τῶν ἀνθρώπων, ὅσο καί γιά νά μήν γίνεται φανερή σ᾿ αὐτούς ἡ εὐλάβειά σου. Νά κατεβάζεις τά μάτια τοῦ σώματος στή γῆ καί τά μάτια τοῦ νοῦ στήν καρδιά. Ἔτσι νά προσεύχεσαι στόν Θεό, μέ πνεῦμα γεμάτο συντριβή, πιστεύοντας πώς δέν ἔχεις καμιά καλοσύνη καί καμιάν ἀρετή, καταδικάζοντας τόν ἑαυτό σου ὡς ἔνοχο ἀναρίθμητων ἁμαρτημάτων, γνωστῶν ἤ καί ἀγνώστων σ᾿ ἐσένα· γιατί εἶναι ἀλήθεια ὅτι πολλές φορές ἁμαρτάνουμε χωρίς νά τό συνειδητοποιοῦμε, εἴτε ἀπό ἄγνοια εἴτε λόγω τῆς περιορισμένης ἀντιλήψεώς μας εἴτε ἐξαιτίας τῆς φθορᾶς τῆς φύσεώς μας ἀπό τήν ἁμαρτία. Ἡ θεία Γραφή λέει: «Καρδία γεμάτη συντριβή καί ταπείνωση ὁ Θεός δέν θά τήν περιφρονήσει»10. Ἄν προσεύχεσαι, λοιπόν, μέ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς σου καί τῆς πνευματικῆς φτώχειας σου, ὁ Κύριος «θ᾿ ἀκούσει τή φωνή σου ἀπό τόν ἅγιο ναό Του (στούς οὐρανούς), καί ἡ (προσευχητική) κραυγή σου θά φτάσει μπροστά Του καί θ᾿ ἀγγίξει τ ᾿ αὐτιά Του»11. Καί τότε Ἐκεῖνος θά ξεχύσει πάνω σου πλούσιο τό ἔλεός Του.

Ἄν σοῦ ἔχει ἀνατεθεῖ κάποια διακονία στόν ναό, καί γι᾿ αὐτό δέν μπορεῖς νά προσευχηθεῖς ἀπερίσπαστα, ἄς ἐκτελεῖς αὐτή τή διακονία μέ βαθιά εὐλάβεια, μέ πολλή προσοχή καί μέ συναίσθηση ὅτι διακονεῖς τόν Θεό καί ὄχι τούς ἀνθρώπους.

Τό Εὐαγγέλιο, στήν παραβολή πού ἀναφέραμε πιό πάνω, μᾶς πληροφορεῖ ὅτι μαζί μέ τόν τελώνη μπῆκε στόν ναό γιά νά προσευχηθεῖ κι ἕνας Φαρισαῖος. Σημαντικό πρόσωπο καθώς ἦταν, στάθηκε σέ φανερό σημεῖο, γιά νά τόν βλέπουν. Ἀπό τόν νοῦ του, φαίνεται, πέρασε ἡ σκέψη –σκέψη συνηθισμένη σ᾿ ὅλους τούς Φαρισαίους– νά παραδειγματίσει τόν λαό, πού βρισκόταν ἐκεῖ, μέ τήν εὐπρεπή στάση του καί μέ τήν προσευχή του. Ὡς προχωρημένος τάχα στήν ἀρετή, θεώρησε ὅτι δέν κινδύνευε ἀπό τήν ἀλαζονεία. Μιά μέτρια ὑποκρισία, ἄλλωστε, ἐφόσον αὐτή ἀποσκοποῦσε στήν κοινή ὠφέλεια, δέν τήν ἔβρισκε ἀθέμιτη.Πῶς προσευχήθηκε, λοιπόν, ὁ Φαρισαῖος; Ἀρχικά δόξασε τόν Θεό. Καλή ἦταν ἡ ἀρχή. Συνέχισε, ὡστόσο, μέ τήν ἀπαρίθμηση ὄχι τῶν εὐεργεσιῶν τοῦ Θεοῦ ἀλλά τῶν καλῶν ἔργων του καί τῶν ἀρετῶν του. Διαφορετικά, λοιπόν, θά ἔπρεπε καί νά εἵχε ἀρχίσει. Πῶς; Δοξάζοντας τόν ἑαυτό του καί ὄχι τόν Θεό. Τυπικά δόξασε τόν Θεό, γιά νά κρύψει ἐν μέρει τόν ἐγωισμό του, τήν ὑπερηφάνειά του, τήν ἔπαρσή του. Κι αὐτή ἐκδηλώθηκε μέ τήν κατάκριση καί τήν περιφρόνηση τοῦ πλησίον, τοῦ τελώνη, γιά τήν ψυχική κατάσταση τοῦ ὁποίου ἦταν ἐντελῶς ἀνυποψίαστος. Καί ὅμως ὁ τελώνης, ἀνατρέποντας τή φαρισαϊκή λογική, μέ τή συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς του μαγνήτισε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ.

 Δοξάζοντας ὑποκριτικά τόν Θεό ὁ Φαρισαῖος, εἶπε: Δέν εἵμαι σάν τούς ἄλλους ἀνθρώπους ἅρπαγας, ἄδικος, μοιχός, ἤ καί σάν αὐτόν ἐδῶ τόν τελώνη. Ἐγώ νηστεύω δυό φορές τήν ἑβδομάδα καί δίνω στόν ναό τό δέκατο ἀπ᾿ ὅλα τά εἰσοδήματά μου»12. Τά λόγια αὐτά τοῦ Φαρισαίου δείχνουν ξεκάθαρα ὅτι αὐτός δέν εἵχε συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς του, ὅτι ἀπεναντίας ἦταν βέβαιος γιά τήν ἀρετή του καί ὅτι συνακόλουθα εἵχε κυριευθεῖ ἀπό τήν ὑπερηφάνεια, πού ἐκδηλώθηκε μέ τήν κατάκριση καί περιφρόνηση τοῦ τελώνη. Ἡ προσευχή τοῦ Φαρισαίου δέν ἔγινε δεκτή ἀπό τόν Κύριο, πού, τελειώνοντας τήν παραβολική Του διήγηση, βεβαίωσε: «Ὅποιος ὑψώνει τόν ἑαυτό του θά ταπεινωθεῖ, καί ὅποιος ταπεινώνει τόν ἑαυτό του θά ὑψωθεῖ»13.

 Ὁ ἄνθρωπος, λοιπόν, πού θέλει νά γίνεται δεκτή ἀπό τόν Θεό ἡ προσευχή του, πρέπει νά τήν προσφέρει σ᾿ Ἐκεῖνον μέ ἀπόλυτη συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς του. Πρέπει νά τήν προσφέρει ἀπορρίπτοντας κάθε πεποίθηση στήν ὅποια ἀρετή του, ἀρετή τιποτένια μπροστά στήν ἄπειρη ἁγιότητα τοῦ Κυρίου. Πρέπει νά τήν προσφέρει μέ καρδιά ταπεινωμένη μπροστά στόν πλησίον, μέ καρδιά πού ἀγαπᾶ τόν πλησίον, μέ καρδιά πού συγχωρεῖ στόν πλησίον ὅλες τίς ἀδικίες του. «Ἐγώ», λέει ὁ προφήτης καθώς προσεύχεται στόν Θεό, «χάρη στήν ἄπειρη εὐσπλαχνία Σου θά εἰσέλθω στόν οἵκο Σου καί μέ εὐλάβεια θά προσκυνήσω στόν ἅγιο ναό Σου»14.

  Πόσο μεγάλη εὐσπλαχνία ἔδειξε ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο μέ τήν καθιέρωση κοινῶν προσευχῶν στούς ἱερούς ναούς! Οἱ προσευχές αὐτές, οἱ ἱερές ἀκολουθίες, θεσπίστηκαν ἀπό τούς ἁγίους ἀποστόλους, τούς μαθητές τους καί τούς θεοφόρους Πατέρες τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων μέ θεία ἀποκάλυψη15. Κάθε χριστιανός μπορεῖ νά συμμετέχει στίς ἐκκλησιαστικές ἀκολουθίες, κατά τίς ὁποῖες, μέ τρόπο ἀσύλληπτο καί ἀνέκφραστο, ἀκόμα κι ἕνας ἀγράμματος οἰκειώνεται τή γνώση καί τή σοφία τῶν θεόπνευστων ποιητῶν καί διδασκάλων τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἀλλά καί τή νοερά προσευχή μπορεῖ εὔκολα νά διδαχθεῖ κανείς στίς ἀκολουθίες. Ἡ πληθώρα τῶν προσευχῶν ὁδηγεῖ στήν ποιότητα, λένε οἱ Πατέρες. Γι᾿ αὐτό καί οἱ μεγάλες μοναστηριακές ἀκολουθίες βοηθοῦν τόν ἀγωνιστή μοναχό νά μεταβεῖ ἀπό τήν προφορική προσευχή στή νοερά καί τήν καρδιακή.

Τέλος, στούς ὕμνους καί τά κείμενα τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν περιέχεται ὅλη ἡ δογματική καί ἠθική θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὅποιος, λοιπόν, πηγαίνει τακτικά στόν ναό τοῦ Θεοῦ καί ἀκούει προσεκτικά τά τροπάρια, τίς εὐχές καί τά ἀναγνώσματα, μπορεῖ νά μάθει μέ ἀκρίβεια ὅλα ὅσα πρέπει νά γνωρίζει ὁ ὀρθόδοξος χριστιανός γιά τήν πίστη του.

Μακάριος εἶναι ὁ μοναχός πού βρίσκεται πάντοτε κοντά στόν ναό τοῦ Θεοῦ. Ὁ μοναχός αὐτός βρίσκεται κοντά στόν οὐρανό, κοντά στόν παράδεισο, κοντά στή σωτηρία. Ἄς μήν πετάξουμε μακριά μας τή σωτηρία, πού μᾶς τήν ἔδωσε, θά λέγαμε, στά χέρια ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ. Ἰδιαίτερα ὁ ἀρχάριος μοναχός πρέπει νά προσέρχεται σέ κάθε ἀκολουθία πού τελεῖται στόν ναό. Γιατί στά γηρατειά του, ὅταν τά χρόνια, ἡ ἀδυναμία καί οἱ ἀρρώστιες θά τόν ἔχουν ἀναγκάσει νά ζεῖ κλεισμένος στό κελί του, θά τρέφεται μέ τίς πνευματικές προμήθειες τῆς νεανικῆς του ἡλικίας, πού συγκέντρωσε συχνάζοντας στόν οἵκο τοῦ Κυρίου. Καί ἡ κυριότερη ἀπ᾿ αὐτές εἶναι ἡ νοερά καί καρδιακή προσευχή.

Ὁ πολυέλεος Κύριος ἄς μᾶς ἀξιώσει νά ζήσουμε ὅπως πρέπει ὡς στόν οὐρανό, πρίν ἀκόμη ἀναχωρήσουμε ἀπό τή γῆ. Καί στόν οὐρανό μπορεῖ νά μᾶς ἀνεβάσει ἡ προσευχή, ὅταν αὐτή ἑλκύει τή θεία χάρη, ὅταν ἀπό προσευχή ἀνθρώπου γίνει προσευχή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού θά μεσιτεύει στόν Θεό γιά τόν ἄνθρωπο «μέ στεναγμούς ἀνεκφράστους»16.

Ἀμήν.

 Τέλος καί τῷ Θεῷ δόξα!