Η τιμή των ιερών εικόνων, τα θαύματα και η ποιμαντική της ελπίδας στην Ορθόδοξη Εκκλησία
Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος
Στη σύγχρονη δημόσια συζήτηση επανέρχονται συχνά ερωτήματα (ή κατηγορίες διατυπωμένες με χυδαίο τρόπο) γύρω από τη θέση των ιερών εικόνων, την έννοια του θαύματος, τη σχέση της πίστης με την ιατρική επιστήμη, καθώς και τον χαρακτήρα των προσκυνημάτων και των εκδηλώσεων ευλαβείας των πιστών. Τα ζητήματα αυτά απαιτούν νηφαλιότητα, θεολογική ακρίβεια και ποιμαντική ευαισθησία, διότι συνδέονται όχι μόνο με δόγματα και εκκλησιαστικές πρακτικές, αλλά και με τον πόνο, την ελπίδα και την υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αντιμετωπίζει την πίστη ως μηχανισμό μαγικής επίλυσης προβλημάτων, ούτε βλέπει τα ιερά σύμβολα ως αυτόνομα αντικείμενα υπερφυσικής ισχύος. Αντιθέτως, η εκκλησιαστική εμπειρία τοποθετεί στο κέντρο της τον ζώντα Θεό, την ενανθρώπηση του Χριστού, τη μετοχή του ανθρώπου στη θεία χάρη και την ελπίδα που γεννιέται μέσα στη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό.
- Η θεολογική βάση της τιμητικής προσκύνησης των εικόνων
Μία από τις συνηθέστερες παρανοήσεις αφορά την τιμή προς τις ιερές εικόνες. Η Ορθόδοξη Εκκλησία διακρίνει σαφώς μεταξύ λατρείας και τιμητικής προσκύνησης. Η λατρεία ανήκει αποκλειστικά στον Θεό. Η τιμητική προσκύνηση προς τις εικόνες δεν στρέφεται στην ύλη αυτή καθαυτή, αλλά στο εικονιζόμενο πρόσωπο. Αυτή η διάκριση διατυπώθηκε με σαφήνεια στη θεολογία της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, η οποία υπερασπίστηκε τις εικόνες όχι ως είδωλα, αλλά ως μαρτυρία της αλήθειας της Ενανθρώπησης.
Ο Υιός και Λόγος του Θεού έγινε αληθινός άνθρωπος, προσέλαβε ορατή και ιστορική μορφή. Συνεπώς, η απεικόνιση του Χριστού δεν αποτελεί άρνηση της πνευματικότητας, αλλά ομολογία ότι ο Θεός εισήλθε πραγματικά στην ιστορία. Για τον ίδιο λόγο, η απεικόνιση της Παναγίας και των Αγίων δηλώνει ότι η χάρη του Θεού αγιάζει τον άνθρωπο και ολόκληρη την κτίση.
Η εικόνα, επομένως, δεν είναι φυλαχτό ούτε «μαγικό αντικείμενο». Είναι εκκλησιαστικό σημείο αναφοράς, μέσο μνήμης, τιμής, προσευχής και σχέσης. Όταν ο πιστός ασπάζεται μία εικόνα, δεν αποδίδει θεϊκές ιδιότητες στο ξύλο και στα χρώματα. Εκφράζει με σωματικό τρόπο την αγάπη και την ευλάβειά του προς το εικονιζόμενο πρόσωπο.
- Θαύμα και επιστήμη
Εξίσου σημαντικό είναι το ερώτημα για τα θαύματα. Συχνά παρουσιάζεται ένα ψευδές δίλημμα: ή πίστη ή επιστήμη. Στην πραγματικότητα, η Ορθόδοξη παράδοση δεν αντιλαμβάνεται την ιατρική επιστήμη ως αντίπαλο της πίστης. Η επιστήμη ερευνά τους φυσικούς μηχανισμούς του κόσμου, θεραπεύει, ανακουφίζει και παρατείνει τη ζωή. Η Εκκλησία έχει κάθε λόγο να ευγνωμονεί τον Θεό για την πρόοδο της ιατρικής γνώσης και για τη διακονία των ιατρών.
Η προσευχή για την υγεία του ανθρώπου δεν καταργεί την ανάγκη ιατρικής φροντίδας. Ούτε η ιατρική πρόοδος αναιρεί την προσευχή. Η θεραπεία μέσω της επιστήμης δεν είναι ήττα της πίστης. Αντιθέτως, μπορεί να ιδωθεί ως καρπός της ανθρώπινης σοφίας, την οποία επίσης επιτρέπει ο Θεός. Δεν είναι τυχαίο ότι η εκκλησιαστική παράδοση τιμά και αγίους που συνδέθηκαν με την ιατρική διακονία, όπως οι Ανάργυροι.
Το θαύμα, με θεολογικούς όρους, δεν είναι θέαμα, ούτε μηχανισμός επιβεβαίωσης θρησκευτικών ισχυρισμών. Δεν αποτελεί υποχρεωτική «παρέμβαση» του Θεού κάθε φορά που ο άνθρωπος τη ζητά. Το θαύμα παραμένει ελεύθερη ενέργεια της θείας χάριτος και πάντοτε εντάσσεται στο μυστήριο της θείας οικονομίας. Η Εκκλησία δεν υποχρεούται να αποδεικνύει την πίστη της με εντυπωσιακά συμβάντα, ούτε η απουσία ενός θαυμαστού γεγονότος ακυρώνει την αλήθεια της πνευματικής ζωής.
- Ο πόνος του ανθρώπου και η αναζήτηση της ελπίδας
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν μιλά κανείς για ανθρώπους που προσέρχονται σε προσκυνήματα, σε ιερούς ναούς ή σε ιερές εικόνες προσευχόμενοι για την υγεία τους ή για τους οικείους τους. Αυτή η στάση δεν πρέπει να ερμηνεύεται πρόχειρα ως δεισιδαιμονία ή πνευματική πλάνη. Πολλές φορές αποτελεί κραυγή αγωνίας, αναζήτηση παρηγορίας και εμπιστοσύνης στον Θεό μέσα σε οριακές συνθήκες.
Ο άνθρωπος που δοκιμάζεται δεν αναζητεί αφηρημένους θεολογικούς όρους. Προσέρχεται με δάκρυα, φόβο, ελπίδα και ανάγκη εσωτερικής στήριξης. Η Εκκλησία δεν εκμεταλλεύεται αυτή τη συνθήκη όταν στέκεται δίπλα του με προσευχή, παράκληση και παρηγορία. Η ποιμαντική φροντίδα προς τον πάσχοντα άνθρωπο είναι πράξη αγάπης, όχι ιδεολογικός χειρισμός.
Η ελπίδα, άλλωστε, δεν είναι εμπόρευμα. Είναι θεμελιώδης πνευματική δύναμη της ανθρώπινης υπάρξεως. Άλλο πράγμα η γνήσια ελπίδα που συνδέεται με την πίστη και άλλο η εκμετάλλευση της ευπιστίας, η οποία βεβαίως πρέπει να ελέγχεται όπου εμφανίζεται. Η κατάχρηση δεν ακυρώνει τη σωστή χρήση. Το ότι μπορεί να υπάρξουν παραμορφώσεις της θρησκευτικής ζωής δεν σημαίνει ότι κάθε έκφραση ευλαβείας είναι εξαπάτηση.
- Προσκυνήματα, τάματα και παγκάρια
Συχνά παρεξηγούνται και οι πρακτικές διαστάσεις της εκκλησιαστικής ζωής, όπως τα προσκυνήματα, τα τάματα και οι οικονομικές προσφορές των πιστών. Το προσκύνημα είναι αρχαία θρησκευτική πράξη, συνδεδεμένη με την επιθυμία του ανθρώπου να μεταβεί σε τόπο ιερό, να προσευχηθεί εντονότερα, να βιώσει την κοινότητα της πίστης και να εκφράσει έμπρακτα τη μετάνοια ή την ευγνωμοσύνη του. Η μετακίνηση σε έναν ιερό τόπο δεν σημαίνει ότι ο Θεός είναι «μόνον εκεί». Δηλώνει, όμως, ότι ο άνθρωπος έχει ανάγκη και από τόπους μνήμης, διδακτικού παραδείγματος (τάφοι Μαρτύρων), συλλογικής προσευχής και πνευματικής αναφοράς.
Παρόμοια, το τάμα δεν πρέπει να νοείται ως συναλλαγή με το θείο, σαν να επρόκειτο για ανταλλακτική σχέση. Στην ορθή εκκλησιαστική συνείδηση αποτελεί έκφραση ευγνωμοσύνης, ικεσίας ή προσωπικής αφιέρωσης. Αν κάποιοι το αντιλαμβάνονται ως μηχανική «αγορά» θαύματος, αυτό συνιστά ποιμαντικό πρόβλημα και χρειάζεται διόρθωση. Δεν αποτελεί, όμως, τον πυρήνα της εκκλησιαστικής διδασκαλίας.
Όσο για τα παγκάρια και τις προσφορές, είναι προφανές ότι κάθε ενορία, ναός ή μονή έχει πραγματικές λειτουργικές ανάγκες. Η Εκκλησία οφείλει, βεβαίως, να λειτουργεί με καθαρότητα, διαφάνεια και υπευθυνότητα. Όπου υπάρχουν σκιές, πρέπει να αίρονται. Ωστόσο, η ύπαρξη οικονομικής προσφοράς δεν συνιστά από μόνη της απόδειξη θρησκευτικής εξαπάτησης. Η εθελούσια προσφορά των πιστών αποτελεί διαχρονικό στοιχείο της εκκλησιαστικής ζωής.
- Η ανάγκη διάκρισης απέναντι στον θρησκευτικό εντυπωσιασμό
Η ίδια η Εκκλησία έχει χρέος να αντιμετωπίζει με σοβαρότητα κάθε φαινόμενο θρησκευτικού εντυπωσιασμού. Ισχυρισμοί περί «δακρύζουσας εικόνας» ή άλλων έκτακτων συμβάντων δεν πρέπει να γίνονται άκριτα αποδεκτοί. Η ορθόδοξη πνευματικότητα δεν στηρίζεται σε εντυπώσεις, αλλά στη διάκριση. Οι ποιμένες της Εκκλησίας οφείλουν να εξετάζουν τέτοια ζητήματα με προσοχή, χωρίς εύκολη υιοθέτηση, αλλά και χωρίς περιφρόνηση προς τον λαό.
Το ίδιο ισχύει και για υπερβολικές ή λανθασμένες λαϊκές αντιλήψεις. Εκεί όπου η ευλάβεια διολισθαίνει σε δεισιδαιμονία, χρειάζεται κατήχηση. Εκεί όπου η τιμή προς τα ιερά γίνεται μαγική αντίληψη, χρειάζεται θεολογική αποσαφήνιση. Η θεραπεία τέτοιων φαινομένων δεν έρχεται με χλευασμό, αλλά με πνευματική παιδεία.
Η Εκκλησία οφείλει να ελέγχει υπερβολές, να απορρίπτει κάθε μορφή εκμετάλλευσης και να καλλιεργεί στους πιστούς το φρόνημα της διάκρισης. Μόνον έτσι διαφυλάσσεται η ισορροπία μεταξύ αλήθειας και ποιμαντικής, μεταξύ ευλάβειας και θεολογικής ακρίβειας, μεταξύ ελπίδας και υπευθυνότητας.
ΠΗΓΗ: https://anastasiosk.blogspot.com
