Η προσευχή – Ο άρτος της ψυχής μας


Ἡ προσευχὴ εἶναι πνευματικὴ ἐργασία. Εἶναι μιὰ ἔκφραση αὐτοῦ ποὺ εἴμαστε καὶ ἐκείνου ποὺ πρέπει νὰ εἴμαστε, ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ πλησιάσουμε τὸν Θεὸ καὶ νὰ βρισκόμαστε σὲ κοινωνία μαζί Του.   
Ἡ προσευχὴ καὶ τὰ καλὰ ἔργα ἀποτελοῦν τὰ δύο φτερὰ μὲ τὰ ὁποῖα ὁ ἄνθρωπος ἀνεβαίνει πρὸς τὸν οὐρανό.

Διψασμένος ἀπὸ τὶς ὁδοιπορίες αὐτῆς τῆς ζωῆς, ὁ ἄνθρωπος σταματᾶ στὸ φρέαρ τῆς προσευχῆς καὶ ἐκεῖ, ἀπὸ τὰ βάθη του, δροσίζεται μὲ τὴν δροσιὰ τῆς Θείας Χάριτος.
Στὸ ἔργο τῆς προσευχῆς πρέπει νὰ κάνουμε διάκριση ἀνάμεσα στὸ «νὰ προσεύχεσαι» καὶ στὸ «νὰ ἐνεργεῖ ἡ προσευχή».
Διὰ τῆς προσευχῆς ὁ ἄνθρωπος ξεφεύγει ἀπὸ τὴν ταραχὴ τῆς καθημερινῆς ζωῆς, ὅπου πολλὲς φορὲς ὁ ἴδιος ἡττᾶται ἢ βρίσκεται σὲ ἀδιέξοδο.
Στὴν σύγχρονη κοινωνία συμβαίνουν καθημερινὰ διάφορα γεγονότα τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν εἶναι πάντοτε εὐχάριστα. Ἡ κοινωνία βρίσκεται σὲ συνεχῆ τεχνο­λο­γικὴ ἀνάπτυξη, ἀλλὰ μέσα της ἐμφανίζονται καὶ συνέπειες κάποιων ὀπισθοδρομήσεων, ἰδίως ἠθικῆς φύσεως.
Ὁ ὁλοκληρωτισμός, οἱ διάφορες μορφὲς δικτατορίας καί, πιὸ πρόσφατα, ἡ τεχνοκρατία ὑποδουλώνουν τὸν ἄνθρωπο καὶ πολλὲς φορὲς τὸν μεταμορφώνουν σὲ ὑποχείριο τῶν δημιουργημάτων του.
Σήμερα ἡ τεχνοκρατία σμικρύνει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν καταντᾶ ἕνα ἀριθμὸ μέσα στὸ πλῆθος τῶν ἐπὶ τῆς γῆς διαβιώντων. Τὸν ὑποτιμᾶ καὶ τὸν περιορίζει στὸ μέτρο ἑνὸς ἀτόμου. Τὸν ἀποπροσωποποιεῖ καὶ τὸν περιορίζει ἀποκλειστικὰ στὸν ὑλικὸ κόσμο, ὅπου ἡ πίστη, ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ ἀγάπη δὲν θεωροῦνται πλέον Θεῖες ἀξίες.
Ἀπὸ τὸν ἀτομοποιημένο αὐτὸν κόσμο δὲν δύναται νὰ ἀποδράσει κάποιος παρὰ μὲ προσευχή, ἡ ὁποία εἶναι ἡ κλίμακα πρὸς τὸν Οὐρανό, πρὸς τὸν Δημιουργό μας, δηλαδὴ πρὸς τὴν τέλεια Ἀγάπη.
Βγαίνοντας ἀπὸ τὴν ἀτομικότητά του ὁ ἄνθρωπος, ἀνακαλύπτει ἑαυτόν, τὸ δικό του “εἶναι”, καὶ βλέπει τότε καθαρὰ τὸν ρόλο του καὶ τὸν σκοπὸ γιὰ τὸν ὁποῖο δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸν Θεό, νὰ γίνει δηλαδὴ συμμέτοχος μίας ἁγίας κοινωνίας ἀπὸ τὴν τέλεια ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. 
Ἡ προσευχὴ δὲν εἶναι κάποια ἁπλῆ ἐργασία τοῦ ἀνθρώπου ἢ κάποιο χαρακτηριστικὸ γνώρισμα μόνο τῶν μοναχῶν, ἡ ὁποία γίνεται εὐκαιριακά, ἀλλὰ πρέπει νὰ εἶναι ἕνα ἀδιάλειπτο καὶ οὐσιῶδες ἔργο στὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ ἄνθρωπος δὲν προσεύχεται μόνο μὲ τὴν γλῶσσα ἢ μὲ τὰ χείλη, ἀλλὰ προσεύχεται μὲ ὁλόκληρο τὸ εἶναι του. Καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ οἱ καρποὶ τῆς προσευχῆς  διαχέονται ἐπάνω σ’ ὅλο τὸ εἶναι του καὶ ἐπάνω σ’ ὁλόκληρο τὸν κόσμο ποὺ δημιούργησε ὁ Θεός, στὸν κόσμο αὐτὸν ποὺ τώρα ἐπηρεάζεται ἀρνητικὰ ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μας. Διότι, ἁμαρτάνοντας, ὁ ἄνθρωπος ξεκίνησε τὴν ἐρήμωση τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ. Καὶ σ’ αὐτὴ τὴν σημερινὴ ἔρημο τῆς κοινωνίας, μᾶς χρειάζεται περισσότερο ἀπὸ ποτὲ ἄλλοτε ἡ δροσιὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία διαχέεται ἐπάνω στὴν γῆ κατόπιν τῆς μετὰ δακρύων προσευχῆς τοῦ ἀνθρώπου.
Ἡ προσευχὴ ἀποτελεῖ τεράστιο πνευματικὸ χῶρο, ὅπου εἴμαστε καλεσμένοι  ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ὥστε ἐν ἑνὶ πνεύματι νὰ δοξάζουμε τὸν Θεὸ καὶ Δημιουργό μας. Ἑνωμένοι δὲ ὅλοι στὴν προσευχή, ἀποτελοῦμε τὸ μυστικὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Διότι ἡ κοινωνία ποὺ δημιουργεῖται διὰ τῆς προσευχῆς ἐξαφανίζει τὰ πρόσκαιρα σύνορα ποὺ χαράζονται ἀνάμεσα στὶς διάφορες ἀνθρώπινες κοινωνίες καὶ ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο σ’ ἕνα ἱερὸ χῶρο.
Ἀκόμη καὶ τότε ποὺ γίνεται σὲ ἰδιωτικὸ χῶρο, ἡ προσευχὴ συμπεριλαμβάνει ὁλόκληρο τὸν κόσμο καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἀποκτᾶ μιὰ παγκόσμια διάσταση.
Μὲ τὴν προσευχὴ ταξιδεύουμε ἀνάμεσα στὸν Οὐρανὸ καὶ στὴν γῆ, δὲν βαδίζουμε πρὸς τὸ πουθενά, ἀλλὰ ἀναζητᾶμε τὸν Θεό, ποὺ ἀποζητᾶ ἐμᾶς.
Ἡ συνάντηση μὲ τὸν Θεὸ πραγματοποιεῖται στὸν πνευματικὸ ἐκεῖνο χῶρο, ὅπου ἡ ἀγάπη τοῦ Πατρὸς κυλᾶ πρὸς τὴν καρδιὰ τοῦ ἀσώτου υἱοῦ.
Ὁ Θεὸς ἀναζητεῖ τὸν ἄνθρωπο σ’ ὁλόκληρη τὴν Δημιουργία.
Μὲ τὴν προσευχὴ ἐμεῖς ἀναζητοῦμε τοὺς ἀρρώστους στὰ κρεβάτια τοῦ πόνου τους, ἀποζητοῦμε ὅσους ἔχουν πέσει σὲ ἔσχατη πενία, τοὺς περιθωριακούς  τῆς ἀνθρωπίνης κοινωνίας, ἀποζητοῦμε τοὺς ἑαυτούς μας, οἱ ὁποῖοι, τὴν σημερινὴ ἐποχή, χάνονται πολλὲς φορὲς σ’ ἕναν κόσμο ποὺ ἀτομοποιεῖται συνεχῶς.
Ὑπὸ τὸ φῶς τοῦ καντηλιοῦ τῆς προσευχῆς ἐμεῖς ἀνακαλύπτουμε τὴν θαυμάσια πλάση τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν κορωνίδα τῆς δημιουργίας Του, δηλαδὴ τὸν ἄνθρωπο. Πρὶν ὅμως ἀπὸ τὴν συνάντηση μὲ τὸν Θεό, προτοῦ βρεῖς τὸν Θεό, πρέπει νὰ βρεῖς τὸν πλησίον σου ποὺ βρίσκεται στὰ βάσανα καὶ σὲ σκληρὲς δοκιμασίες.
Μὲ τὴν προσευχὴ κινούμεθα ἀνάμεσα σὲ δύο κόσμους: τὸν κόσμο τῶν δακρύων καὶ τοῦ πόνου καὶ τὸν κόσμο τῆς τέλειας χαρᾶς ἐν Θεῷ.
Ἡ προσευχὴ εἶναι ἐκείνη ἡ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου ποὺ τὸν φέρνει σὲ θέση ἐπικοινωνίας μὲ τὸν Θεὸ καθὼς καὶ μὲ ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑψώνοντας τὰ χέρια τους πρὸς τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ, ζητᾶνε μὲ δάκρυα τὴν συγχώρηση καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Ὁ μοναχὸς προσεύχεται στὴν μοναξιά του, ἀλλὰ δὲν προσεύχεται μονάχα γιὰ τὸν ἑαυτό του, μὰ γιὰ ὁλόκληρο τὸν κόσμο. Τὸ δῶρο του γιὰ τὸν κόσμο εἶναι ἡ ἴδια ἡ προσευχή του. Ὁ μοναχὸς δὲν μοιράζει ψωμὶ στὸν κόσμο, ἀλλὰ προσευχὲς γιὰ τὶς ὁποῖες τόσες ἀνάγκες ἔχει ὁ σημερινὸς κόσμος.
Καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου τρέφεται μὲ προσευχή, ὅπως ἀκριβῶς τὸ σῶμα τρέφεται μὲ τὸ ψωμί.
Ἡ προσευχὴ εἶναι τὸ χέρι μας ἁπλωμένο πρὸς τὸν Θεὸ καὶ πρὸς τοὺς συνανθρώπους μας. Εἶναι τὸ καράβι μὲ τὸ ὁποῖο διασῴζουμε τοὺς πληγωμένους ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες ἢ ἐκείνους ποὺ ζοῦν στὸ περιθώριο τοῦ κόσμου.
Ἡ ἴδια ἡ προσευχὴ κάνει τὴν γῆ νὰ καρποφορεῖ ἄρτο.
Σήμερα ἀποδίδονται σὲ πολλοὺς ἀνώτατοι πανεπιστημιακοὶ τίτλοι τοῦ «θεολόγου». Ὅμως ὁ ἀληθινός, ὁ γνήσιος «θεολόγος» εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἀπέκτησε τὴν προσευχή. Ἡ ἴδια ἐξ ἄλλου ἡ λέξη «θεολόγος» δηλώνει τὴν στενὴ σχέση μεταξὺ τοῦ λόγου καὶ τοῦ Θεοῦ, ἀνάμεσα στὸν ἄνθρωπο καὶ στὸν Θεό.
Ἐμεῖς προσευχόμαστε στὸν ἰδιωτικὸ χῶρο τοῦ σπιτιοῦ μας καί, ἐκ πρώτης ὄψεως αὐτὸ φαίνεται σὰν ἀπομόνωση ἀπὸ τὸν κόσμο. Ὅμως ἐκεῖνος ποὺ προσεύχεται ἀκόμη καὶ μόνος του, στὴν προσευχή του περιλαμβάνει ὅλο τὸν κόσμο.
Ἡ προσευχὴ δὲν πρέπει νὰ προσεγγίζεται μὲ τὰ φτερὰ τοῦ ἐγωισμοῦ, ἀλλὰ μὲ τὰ φτερὰ τῆς τέλειας ἀγάπης γιὰ ὅλους τοὺς συνανθρώπους μας. Ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ προσεύχονται, ἀνυψώνονται στὸν Οὐρανὸ τῆς προσευχῆς, ὅπως ἀκριβῶς ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παῦλος ἀνυψώθηκε μέχρι τὸν τρίτο Οὐρανό. (Βλ. Β΄ Κορ. 12, 2 ).
Κατὰ τὴν προσευχὴ  ὁ Οὐρανὸς κατεβαίνει στὴ γῆ καὶ ἔτσι ὁ ἄνθρωπος προσεύχεται εἰς τὸν Οὐρανό. Πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς ἀνεβαίνουμε σ’αὐτὸ τὸν Οὐρανὸ τῆς προσευχῆς; Πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς παίρνουμε μαζί μας σ’αὐτὸ τὸν Οὐρανὸ τῆς προσευχῆς καὶ τὶς στενοχώριες τῶν συνανθρώπων μας, παρακαλῶντας τὸν Θεὸ νὰ τοὺς ἁπαλύνει τοὺς πόνους;
Εἰς τὸν Οὐρανὸ τῆς προσευχῆς  ὁ ἄνθρωπος ἑνώνει τὶς προσευχές του μὲ ἐκεῖνες τῶν ἁγίων ἀγγέλων, οἱ ὁποῖοι ἀκατάπαυστα δοξάζουν τὸν Θεό. Οἱ ἅγιοι ἄγγελοι ποθοῦν νὰ μείνουμε συνεχῶς σὲ ἐπικοινωνία μαζί τους, δηλαδή, ὁ Οὐρανὸς καὶ ἡ Γῆ νὰ ἀντηχοῦν ἀδιάκοπα ἀπὸ δοξολογικὲς προσευχὲς γιὰ τὸν Θεό.
Οἱ ἅγιοι ἄγγελοι καὶ οἱ ἄνθρωποι καλοῦνται νὰ κοινωνοῦν μαζὶ ἀπὸ τὸ ποτήριο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.
Σήμερα ζοῦμε περισσότερο στὴν χώρα τῆς ἁμαρτίας παρὰ στὴν χώρα τῆς προσευχῆς.
Μὲ τὸν Μωϋσῆ, ὁ Θεὸς ἐξήγαγε τὸν λαό Του τὸν Ἰσραὴλ ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο Μέσῳ τοῦ Χριστοῦ, διὰ τῆς Γεθσημανῆς, ὁ Θεὸς μᾶς ἔβγαλε ἀπὸ τὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας αὐτοῦ τοῦ κόσμου.
Ὁ Χριστὸς προσευχήθηκε στὴ Γεθσημανῆ καὶ δίδαξε καὶ σ’ ἐμᾶς πῶς πρέπει νὰ προσευχόμαστε. Μᾶς ἄφησε ἔτσι τὴν προσευχὴ σὰν ἀστείρευτη πηγὴ μὲ τὴν ὁποία μπορεῖ νὰ σβήσει τὴν δίψα του ὁποιοσδήποτε ἐπιθυμεῖ νὰ συναντηθεῖ μὲ τὸν Θεό. Στὴν προσευχὴ «Πάτερ ἡμῶν» ὁ  Χριστὸς μᾶς δείχνει τὴν κοσμικὴ διάσταση τῆς προσευχῆς καὶ ἀπομακρύνει ὁποιαδήποτε σκιὰ ἐγωισμοῦ τὴν στιγμὴ τῆς προσευχῆς.
Ὅποιος προσεύχεται, ἔρχεται σὲ κοινωνία μὲ τοὺς Ἀγγέλους καὶ μὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἐπιθυμοῦν τὴν εἰρήνη ἐπάνω στὴν γῆ. Καί, ἀλλοίμονο, πόσο εὐτυχισμένος εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ποὺ προσεύχεται μὲ τοὺς ἀγγέλους!
Πόσο καιρὸ νὰ προσευχώμεθα, μᾶς λέγει ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παῦλος: «Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε!» (Α΄ Θεσ. 5, 17). Προσευχόμενος ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ χάρη ἀπὸ τὸν Θεὸ τόσο γιὰ τὸν ἑαυτόν του, ὅσο καὶ γιὰ ὅλους γιὰ ὅσους προσεύχεται. Προσευχόμενος ὁ προφήτης Ἠλίας κατέβασε φωτιὰ ἐξ οὐρανοῦ καὶ εὐλογημένο ὄμβρο στὴν γῆ.
Μέρος τοῦ περιεχομένου τῆς προσευχῆς ἀναφέρεται στὶς σωματικὲς ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου καθὼς καὶ ἐκείνων ποὺ τὸν περιβάλλουν. Ἐμεῖς προσευχόμαστε γιὰ τοὺς συνανθρώπους μας, ἀλλὰ συγχρόνως προσευχόμαστε καὶ γιὰ τὸ χορτάρι καὶ γιὰ τὸ κόκκο σιταριοῦ, καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἡ προσευχὴ γίνεται περιεκτικότατη καὶ διαφαίνεται ἐν αὐτῇ ἡ ἀγάπη πρὸς ὁ,τιδήποτε ἔπλασε ὁ Θεός.
Τὸ πῶς πρέπει νὰ προσευχηθοῦμε, μᾶς τὸ διδάσκει ἡ Ἁγία Γραφή. Ἔτσι, ὁ Δαβὶδ μᾶς λέγει στὸ Βιβλίο τῶν Ψαλμῶν: «Ἔπαρσις τῶν χειρῶν μου, θυσία ἑσπερινὴ» (Ψαλ. 140, 2), ἐνῷ ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παῦλος στὴν «πρὸς Τιμόθεον Ἐπιστολὴ» γράφει: «Βούλομαι οὖν προσεύχεσθαι τοὺς ἄνδρας ἐν παντὶ τόπῳ ἐπαίροντας ὁσίους χεῖρας χωρὶς ὀργῆς καὶ διαλογισμοῦ»(Α΄ Τιμ. 2, 8). Εἶναι φανερὸ ὅτι καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου συμμετέχει στὴν προσευχή, καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ὁλόκληρο τὸ εἶναι τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται σὲ σχέση μὲ τὸν Θεό. Καὶ ἔτσι ἐπιτυγχάνεται καὶ μιὰ προσκύνηση τοῦ σώματος, ἀφοῦ γίνεται ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Α΄ Κορ. 6, 19).
Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ἀποτελεῖ τὴν κατ’ ἐξοχὴν ἔκφραση τῆς ψυχῆς καὶ τῆς ἐσωτερικῆς της κατάστασης. Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἀνεβαίνει μέχρι τὸν Οὐρανὸ καὶ μεταφέρει τὰ δεινὰ καὶ τὶς στενοχώριες, τὶς ὁποῖες τοποθετεῖ στὸ ποτήριο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ὁ νοῦς εἶναι δύναμη τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος. Τὸ θεμελιῶδες ἔργο του εἶναι ἡ κατανόηση, ἡ ὁμιλία καὶ ἡ λογικὴ σκέψη.
Ἡ προσευχὴ εἶναι ἡ πολλαπλῆ ἔκφραση τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἡ συνομιλία τοῦ νοὸς μὲ τὸν Θεό, εἶναι ἡ ἀνάβασις τοῦ νοὸς πρὸς τὸν Θεό.
Καὶ ἐὰν ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς, ἡ προσευχὴ εἶναι ὁ ἄρτος τῆς ψυχῆς.
Πόσο καὶ πῶς  κοστολογεῖται, πῶς δηλαδὴ καθορίζεται ἀπὸ ἐμᾶς ἡ ποσότητα ἢ ἡ ἀξία τῆς προσευχῆς πρὸς τὸν Θεό; Τὸν δοξάζουμε, Τὸν εὐχαριστοῦμε καὶ ζητᾶμε ἀπὸ τὸν Θεό. Φαίνεται ὅμως ὅτι μᾶς δελεάζει περισσότερο τὸ νὰ ζητᾶμε, νὰ ἀπαιτοῦμε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ λιγότερο νὰ Τὸν δοξάζουμε καὶ νὰ Τὸν εὐχαριστοῦμε. Νὰ παρακαλέσουμε τὸν Θεὸ νὰ μᾶς διδάσκει τί νὰ ζητᾶμε, διότι ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς μᾶς λέγει: «Οὐκ οἴδατε τὶ αἰτεῖσθε» (Μάρκ. 10, 38).
Καὶ πράγματι. Συμπληρώνονται 100 χρόνια ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ποιὲς ἦσαν οἱ προσευχὲς τῶν ἀνθρώπων ἐκείνου τοῦ καιροῦ; «Κύριε, βοήθησέ μας νὰ νικήσουμε τοὺς ἐχθρούς μας!» Παρόμοιες προσευχὲς ἀκούσθηκαν τότε σὲ ὅλους τοὺς ναοὺς σὲ ὅλα τὰ χαρακώματα. Κανεὶς δὲν εἶπε: «Κύριε, βοήθησέ μας νὰ ἀγαπᾶμε τοὺς ἐχθρούς μας!» Προσευχηθήκαμε δηλαδὴ νὰ σκοτώνουμε, δὲν προσευχηθήκαμε νὰ ἀγαπᾶμε!
Στὴν προσευχὴ «Πάτερ ἡμῶν», μιὰ προσευχὴ γιὰ τὴν Ζωὴ καὶ τὴν Εἰρήνη, ζητᾶμε «τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον», εὐχόμαστε δηλαδὴ γιὰ τὴν διάσωση τῆς ζωῆς.
Μετὰ τὴν Ἀνάσταση, ὁ Χριστὸς ἀπηύθυνε τὸν πρῶτο Του λόγο πρὸς τοὺς  Ἀποστόλους, λέγοντας: «Εἰρήνη ὑμῖν!» (Ἰω. 20, 19).
Ἡ Εἰρήνη εἶναι τὸ χωράφι στὸ ὁποῖο ὁ Χριστὸς σπέρνει τὸν λόγο Του, τὴν ἀγάπη Του. (σ. 19). Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δὲν μπορεῖ νὰ καρποφορεῖ, δὲν μπορεῖ νὰ αὐξάνεται  παρὰ στὸ χωράφι τῆς εἰρήνης. Τὰ κτίσματα προσφέρουν στὸν Θεὸ δόξα καὶ εὐγνωμοσύνη. Ἴσως ὁ λιγότερο εὐγνώμων εἶναι ὁ ἄνθρωπος.
Τὰ λουλούδια, ὅταν πεθαίνουν, δὲν κλαῖνε, μολονότι ζοῦν τόσο μικρὸ διάστημα. Ὁ ἄνθρωπος ὅμως κλαίει πρὶν νὰ πεθάνει, διότι θὰ ἤθελε νὰ ζεῖ πολὺ χρόνο ἐπάνω στὴν γῆ, ὄχι ἐν εἰρήνῃ, ἀλλὰ μέσα στὴν ἁμαρτία. Ὁ ἄνθρωπος κλαίει ἐπειδὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἁμαρτάνει πιά.
Ἐμεῖς στέλνουμε τὰ παιδιά μας στὸ μέτωπο τοῦ πολέμου καὶ παρακαλοῦμε τὸν Θεὸ νὰ τὰ βοηθήσει νὰ σκοτώνουν. Ξέρουμε ἄραγε τί ζητᾶμε; Αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἐπιθυμεῖ ἀπὸ ἐμᾶς ὁ Θεός; Τὰ παιδιά μας νὰ φορέσουν τὴν  εἰκόνα, «τὸ σημεῖον» τοῦ Κάϊν;
Πόσες συναντήσεις γιὰ εἰρηνικὴ συμφωνία μεταξύ τῶν μαχομένων μερῶν ἀρχίζουν μὲ μία προσευχή; Ὅλες ἀρχίζουν μὲ τὴν ἐπίδειξη τῶν ὅπλων, τόσο ἀπὸ τὴν μία ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά.
Ἄνδρες ἀπὸ τὴν οἰκογένειά μου, ποὺ ἔλαβαν μέρος στὸν Πρῶτο Παγκόσμιο πόλεμο, μοῦ ἐξιστόρησαν ὅτι σὲ ὁρισμένες ἑορτὲς –τῶν Χριστουγέννων καὶ τῆς Ἀναστάσεως– οἱ στρατιῶτες τόσο ἀπὸ τὴν μία μεριὰ τοῦ μετώπου, ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες σύναψαν μεταξύ τους εἰρήνη στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ δὲν πυροβολοῦσαν οἱ μὲν κατὰ τῶν δέ. Πίστευαν ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς κατέβαινε τότε στὰ χαρακώματα καὶ οὐδεὶς τολμοῦσε νὰ πυροβολήσει ἀκόμη μιὰ φορὰ ἐνάντια τοῦ Χριστοῦ.
Γιατί ἄραγε καταστρέψαμε τὴν τάξη τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔπλασε γιὰ νὰ ζοῦμε μιὰ ἀτελείωτη ἑορτὴ μαζί Του; Γιατί δὲν ἀκοῦμε τὰ Θεῖα λόγια τοῦ Χριστοῦ καὶ θέλουμε νὰ ἀκούσουμε περισσότερο τὴν φωνὴ τῶν ὅπλων, τὴν φωνὴ τοῦ Θανάτου; Ἰδού, ἀνάμεσα στὴν Ζωὴ καὶ στὸν θάνατο, ὁ ἄνθρωπος διαλέγει τὸν θάνατο, ἀνάμεσα στὴν Ἀγάπη καὶ στὸ μῖσος, διαλέγει τὸ μῖσος. Σὲ ποιὸν Θεὸ δουλεύουμε, ποιὸν Θεὸ προσκυνοῦμε; Τὸν Θεὸ τοῦ θανάτου ἢ τὸν Θεὸ τῆς ζωῆς; Πότε ἄραγε θὰ γίνει ἡ ἀφύπνιση τοῦ κόσμου, τὸ ξύπνημα τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὸν ὕπνο, διότι τὸ καράβι τοῦ κόσμου τούτου βρίσκεται ἤδη σὲ πελώρια κύματα;
Ποτὲ ἄλλοτε στὴν Ἱστορία, τὸ καράβι τῆς ἀνθρωπότητας δὲ βρέθηκε σὲ τόσο μεγάλο κίνδυνο, ὅπως στὶς ἡμέρες μας.
Σήμερα πολλοὶ περισσότεροι ἄνθρωποι πεθαίνουν ὄχι στὰ μέτωπα πολέμου, ἀλλὰ στὶς κοιλίες τῶν μητέρων τους. Βρισκόμαστε μπροστὰ σὲ μιὰ ἀληθινὴ σταυροφορία ἐναντίον τῶν παιδιῶν.
Σὲ ὅλο τὸν κόσμο ὑπάρχουν ἄνθρωποι Ὀρθόδοξοι ποὺ ἐπιθυμοῦν τὴν Εἰρήνη καὶ ἀγαπᾶνε τὴν Ζωή. Νὰ ἑνωθοῦμε λοιπὸν σὲ μιὰ φωνὴ καὶ νὰ παρακαλοῦμε τὸν Δημιουργό μας νὰ μεταδίδει στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων καθὼς καὶ στὶς καρδιὲς ἐκείνων ποὺ κυβερνοῦν τοὺς λαούς, τὴν χάρη τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἀγάπης. Διότι δύο πράγματα βρίσκονται σήμερα σὲ κίνδυνο ἐπάνω στὴν Γῆ: ἡ Ζωὴ καὶ ἡ Εἰρήνη.
Νὰ ὑψώσουμε λοιπὸν ὅλοι μαζὶ μιὰ προσευχὴ πρὸς τὸν Θεὸ γιὰ τὴν εἰρήνη ὅλου του κόσμου, γιὰ νὰ σβήσει ὁ Θεὸς ὅλες τὶς ἑστίες  τοῦ πολέμου, οἱ ὁποῖες δημιουργοῦν τόσους ὀρφανούς, διότι ἕνας Ἰορδάνης δακρύων καὶ αἵματος ρέει σήμερα ἐπάνω στὴν Γῆ μας.
«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους 154-155   Ἰούνιος-Ἰούλιος 2015