ΓΙΑ ΤΗ Ν ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ( ΔΙΔΑΧΕΣ ΑΓ.ΚΟΣΜΑ ΑΙΤΩΛΟΥ)

   ΓΙΑ ΤΗ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ

-Πόσων χρονών είσαι παππούλη; ρωτούσε το άλλο πρωί ο Νίκωνας την ώρα που ροκάνιζαν ένα ξεροκόμματο.
-Τί έχει να κάνει; απαντούσε ο πάτερ Κοσμάς. Πάντως πέρασα τα εξήντα.
-Κι από ποιο χωριό, αν αγαπάς παππούλη; επέμεινε ο Νίκωνας.
-Περιττό και τούτο. Ας πω Αιτωλός. Και δεν είναι ανάγκη να μιλάμε άλλο για τέτοια ασήμαντα.
Χτύπησαν την πόρτα. Ο Νίκωνας έτρεξε να ανοίξη. Ήταν ο παπάς του χωριού.
-Καλημέρα, αδελφοί, είπε με σεβασμό και χαρά. Και πρόσθεσε κοιτώντας τον πάτερ Κοσμά.
-Ο κόσμος παππούλη περιμένει από τα χαράματα.
Πραγματικά μια βοή από μεγάλο πλήθος ακουγόταν. Έμοιαζε με βέλασμα αρνιών σαν είναι να θηλάσουν.
-Ερχόμαστε, αποκρίθηκε ο άγιος.
Ο παπάς υποκλίθηκε και βγήκε κλείνοντας την πόρτα. Ο άγιος γύρησε κατά την Ανατολή. Γονάτισε.
-Κύριε συντρόφεψέ μας και σήμερα, είπε κάνοντας τον σταυρό του.
Σηκώθηκε. Προχώρησε στην πόρτα, την άνοιξε και βγήκε. Ο Νίκωνας τον ακολούθησε. Καμιά τρακοσαριά μέτρα μακρύτερα, στη πλατεία, οι χωριάτες περίμεναν. Θα ήταν περισσότεροι από χίλιοι. Μόλις τον είδαν η οχλοβοή έσβησε. Μπροστά τους ήταν στημένος ένας Σταυρός, ολόγυμνος.
-Γιατί τους βάζεις να στήνουν το Σταυρό; ψιθύρισε ο Νίκωνας.
-Τί άλλο να τους δώσω: απάντησε ζωηρά ο καλόγερος. Στον Σταυρό βλέπουν τον Θεό και την Αγάπη του. Τί άλλο να τους δώσω;
Πλησίασαν. Το πλήθος σταυροκοπήθηκε. -Ο Θεός να σας ευλογή, αδελφοί, φώναξε ο πάτερ Κοσμάς.
-Κι εσένα να σ’ έχει καλά άγιε. αποκρίθηκαν μερικοί.
Ανέβηκε πάνω στο σκαμνί που του είχαν στήσει. Γυρόφερε το βλέμμα του στον κόσμο. Ήταν κάτι που το συνήθιζε. Από την σύνθεση του ακροατηρίου του κανόνιζε τα επίπεδα του λόγου του. Μα πιο πολύ ήθελε να τους αγκαλιάση με τη ματιά και τη σκέψη του. Και να δείξη πώς τους περιβάλλει όλους με την αγάπη του. Ένα πλήθος ηπειρώτικα μάτια τον κοιτούσαν ήσυχα περιμένοντας. Ευλόγησε. Σταυροκοπήθηκαν πάλι. Κι άρχισε αργά, αργά, ήταν η δεύτερη φορά που τους μιλούσε.
-Σήμερα, αδελφοί μου, θα μιλήσουμε για τη Βασίλισσα την Αγάπη. Φυσικόν μας είναι να αγαπώμεν τους αδελφούς μας, διότι είμεθα μιας φύσεως, έχομεν ένα βάπτισμα, τα Άχραντα Μυστήρια μεταλαμβάνομεν, έναν παράδεισον ελπίζομεν να απολαύσωμεν. Καλότυχος εκείνος ο άνθρωπος όπου αξιώθηκε και έλαβεν εις την καρδίαν του αυτάς τας δυο αγάπας, εις τον Θεόν και εις τους αδελφούς του. Διότι όποιος έχει τον Θεόν εις την καρδίαν του, έχει πάντα τα αγαθά και αμαρτία δεν υποφέρει να κάμη, και όστις δεν έχει τον Θεόν εις την καρδίαν, έχει τον διάβολον και κάμνει πάντα τα κακά και όλας τας αμαρτίας.
Εδώ ο άγιος σταμάτησε. Έπειτα με βροντερή φωνή συνέχισε:
-Χίλιας χιλιάδας καλά να κάμνωμεν, αδελφοί μου, νηστείας, προσευχάς, ελεημοσύνας, και το αίμα μας να χύσωμεν δια τον Χριστό μας, και δεν έχομεν αυτάς τα δύο αγάπας, αλλά έχομεν το μίσος και την έχθραν εις τους αδελφούς μας, όλα εκείνα τα καλά όπου εκάμαμεν είναι του διαβόλου και εις την κόλασιν πηγαίνομεν. Μα καλά, λέγετε, εκεί με εκείνην την έχθραν την ολίγην όπου έχομεν εις τους αδελφούς μας, έχοντες τόσα καλά καμωμένα, εις την κόλασιν πηγαίνουμεν; Ναι, αδελφοί μου, διότι εκείνη η έχθρα είναι φαρμάκι του διαβόλου και καθώς βάνομεν μέσα εις εκατόν οκάδας αλεύρι ολίγον προζύμι, και έχει τόσην δύναμιν και ανακουφίζει όσον ζυμάρι και αν είναι, έτσι είναι και η έχθρα, όλα εκείνα, τα καλά όπου εκάμαμεν τα γυρίζει και τα κάνει φαρμάκι του διαβόλου.
Ο πάτερ Κοσμάς σταμάτησε πάλι. Χάϊδεψε με το βλέμμα τα παιδιά και τους μεγαλύτερους και τους γέρους. Ύστερα μαλακά, φιλικά, καθώς ο πατέρας στα παιδιά του είπε:
-Εδώ, Χριστιανοί μου, πώς πηγαίνετε; έχετε την αγάπη ανάμεσά σας; Ανίσως και θέλετε να σωθήτε, κανένα άλλο πράγμα να μη ζητήσετε εδώ στον κόσμο από την αγάπην. Τους κοίταξε σα να τους έβλεπε έναν, έναν, σαν να έβλεπε την ψυχή τους. Έπειτα ρώτησε:
-Είναι εδώ κανένας από την ευγενίαν σας όπου να έχει αυτήν την αγάπην εις τους αδελφούς του; Ας σηκωθεί επάνω να μου το πει, να τον ευχηθώ και εγώ, να βάλω και όλους τους χριστιανούς να τον συγχωρήσωσι, να λάβη μίαν συχγώρησιν, όπου να έδινεν χιλιάδες φλωριά δεν την εύρισκεν.
Ένας νεαρός σηκώθηκε.
-Εγώ, άγιε του Θεού αγαπώ τον Θεόν και τους αδελφούς μου, είπε.
-Καλά παιδί μου, απάντησε ο πάτερ Κοσμάς, έχε την ευχήν μου. Πώς σε λέγουν το όνομά σου;
-Κώστα.
-Τί τέχνη κάμνεις;
-Πρόβατα φυλάγω.
-Το τυρί όταν το πωλής το ζυγιάζεις;
-Το ζυγιάζω.
-Εσύ παιδί μου, έμαθες να ζυγιάζεις το τυρί και εγώ να ζυγιάζω την αγάπην. Το ζύγι εντρέπεται τον αφέντη του;
-Όχι.
-Τώρα να ζυγιάσω και εγώ την αγάπη σου αν είναι σωστή και δεν είναι ξύγικη, τότε να σε ευχηθώ και εγώ, να βάλω όλους τους χριστιανούς να σε συγχωρήσουν.
Οι χωριάτες κοιτούσαν περίεργοι. Το βοσκόπουλο είχε αρχίσει να κοκκινίζει. Ο πάτερ Κοσμάς συνέχισε απλά:
-Πώς να σε καταλάβω, παιδί μου, πως αγαπάς τους αδελφούς σου; Εγώ τώρα εδώ όπου περπατώ και διδάσκω τον κόσμον, λέγω πώς τον κυρ Κώστα τον αγαπώ ωσάν τα μάτια μου, μα εσύ δεν το πιστεύεις, θέλεις να με δοκιμάσεις πρώτον, και τότε να με πιστέψεις. Εγώ έχω ψωμί να φάγω, ανίσως και σου δώσω κομμάτι και σε, όπου δεν έχεις, τότε φανερώνω πώς σε αγαπώ. Αμή εγώ να φάγω όλο το ψωμί και εσύ να πεινάς, τί φανερώνω; Πώς η αγάπη όπου έχω εις εσέ είναι ψεύτικη. Έχω δύο ποτήρια κρασί να πιω, εσύ δεν έχεις, ανίσως και σου δώσω και σε απ’ αυτό να πιεις, τότε φανερώνω πως σε αγαπώ. Αμή ανίσως δεν σου δώσω είναι κάλπικη η αγάπη. Είσαι λυπημένος, απέθανεν η μήτηρ σου, ο πατήρ σου. Ανίσως και έλθω να σε παρηγορήσω, τότε είναι αληθινή η αγάπη, αμή ανίσως εσύ κλαίεις και θρηνείς, και εγώ τρώγω, πίνω και χορεύω, ψεύτικη είναι η αγάπη μου.
Σταμάτησε εδώ ο άγιος. Έρριξε ένα ερευνητικό βλέμμα στο πλήθος. Στάθηκε σ’ ένα παιδαρέλι ως δέκα χρονών, βρώμικο και αξιολύπητο, μ’ ένα κουρέλι για πουκάμισο. Γύρισε έπειτα στο βοσκό που εξακολουθούσε να στέκεται όρθιος. Του είπε δείχνοντας με το χέρι:
-Το αγαπάς εκείνο το φτωχό παιδί;
-Το αγαπώ, απήντησε ο άλλος.
-Αν το ηγάπας του έπαιρνες ένα υποκάμισο όπου είναι γυμνό, να παρακαλή και εκείνο δια την ψυχήν σου. Τότε είναι αληθινή η αγάπη, αμή τώρα είναι ψεύτικη. και γυρίζοντας προς το πλήθος ρώτησε:
-Δεν είναι έτσι χριστιανοί μου;
-Έτσι είναι, έτσι, αποκρίθηκαν ζωηρά πολλοί.
-Με ψεύτικην αγάπην, συνέχισε ο καλόγερος, δεν πηγαίνομεν εις τον Παράδεισον.
Έπειτα στράφηκε πάλι στο βοσκό. -Τώρα σα θέλεις να κάμης την αγάπην μάλαμα, είπε, πάρ
ε και ένδυσε τα φτωχά παιδιά, και τότε να βάλω να σε συγχωρήσωσι. Το κάμνεις τούτο;
-Το κάμνω, αποκρίθηκε ο Κώστας.
-Χριστιανοί μου, γύρισε πάλι στους άλλους ο άγιος, ο Κώστας εκατάλαβε πως η αγάπη που είχεν έως τώρα ήτο ψεύτικη, και θέλει να την κάνη μάλαμα, να ενδύση τα φτωχά παιδιά. Επειδή και τον εκπαιδεύσαμεν, σας παρακαλώ να ειπήτε δια τον κυρ Κώστα τρεις φοράς Ο Θεός συγχωρήση και ελεήση αυτόν.
-Ο Θεός συγχωρήση και ελεήση αυτόν, επανέλαβε το πλήθος τρεις φορές. 
 ( Ι.Μενούνου ” ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΔΙΔΑΧΕΣ ” Αθήναι 2004)