
Κάθισα λοιπόν να διαβάσω. Και σε αυτό το σημείο θα πρέπει να πιστέψετε τα λόγια μου διότι αυτό δεν μπορεί να αποδειχθεί. Μου έτυχε κάτι το οποίο που και που συμβαίνει όταν περπατάς κατά μήκος του δρόμου και ξαφνικά γυρίζεις πρός τα πίσω γιατί νομίζεις πως κάποιος από πίσω σου σε παρατηρεί.
Καθόμουν και διάβαζα αργά (γιατί η γλώσσα δεν μου ήταν οικεία) και ανάμεσα στην αρχή του πρώτου και στην αρχή του τρίτου κεφαλαίου, ένιωσα ξαφνικά ότι εκεί, στην άλλη άκρη του τραπεζιού στεκόταν ο Χριστός. Ήταν τόσο έντονη η αίσθηση αυτή όπου έπρεπε να σταματήσω το διάβασμα και να κοιτάξω. Κοιτούσα για αρκετή ώρα και δεν έβλεπα τίποτα. Ούτε άκουγα, ούτε αισθανόμουν οτιδήποτε. Μα ακόμα και όταν κοίταζα ίσια μπροστά μου προς το μέρος όπου δεν υπήρχε κανένας που να μπορώ να δω, είχα ακόμα την ίδια ζωηρή αίσθηση πως ο Χριστός, χωρίς καμιά αμφιβολία, στεκόταν εκεί. Θυμάμαι ότι σε εκείνο το σημείο, έγειρα πρός τα πίσω και σκέφτηκα: αν ο ζωντανός Χριστός στέκεται εδώ – αυτό σημαίνει ότι είναι ο αναστημένος Χριστός. Σημαίνει ότι γνωρίζω προσωπικά και στα σίγουρα, εντός των ορίων της δικής μου προσωπικής εμπειρίας, ότι ο Χριστός έχει αναστηθεί και αυτό σημαίνει πως όλα όσα λέγονται γι’ Αυτόν είναι αλήθεια. (…)
Αντώνιος Bloom, Μικρό Συναξάρι, εκδ. Εν Πλώ, Αθήνα 2010, σελ. 80-82.