Το θέ­μα μας σή­με­ρα, «οι σχέ­σεις μας με τον πλη­σί­ον», θα μπο­ρού­σα­με να πού­με ό­τι εί­ναι πρα­κτι­κό, αλ­λά έ­χει με­γά­λη ση­μα­σί­α για την κα­θη­με­ρι­νή μας ζω­ή. Ό,τι υ­πάρ­χει στον κό­σμο, εί­ναι μί­α ει­κό­να που α­νε­βά­ζει την σκέ­ψι μας, τον νου μας, την καρ­διά μας στον ου­ρα­νό και μας συν­δέ­ει με τον Θε­όν. Το θέ­μα μας δεν εί­ναι α­πλώς μί­α ει­κό­να, αλ­λά έ­να ο­λό­κλη­ρο ει­κο­νο­στά­σιο, το ο­ποί­ο μας δεί­χνει πώς ζού­σαν οι ά­γιοι και πώς θέ­λουν να ζού­με ε­μείς. Ε­πέ­λε­ξα το θέ­μα αυ­τό, για­τί σή­με­ρα γι­ορ­τά­ζο­με έ­ναν με­γά­λο ά­γιο, τον ά­γιο Ι­ά­κω­βο τον Α­δελ­φό­θε­ο, ο ο­ποί­ος θα μας δώ­ση τις α­φορ­μές και τις πη­γές μιας ζω­ής ό­πως την θέ­λει ο Θε­ός.

Ο ά­γιος Ι­ά­κω­βος, ό­πως ξεύ­ρε­τε, ή­ταν υι­ός του μνή­στο­ρος Ι­ω­σήφ και ε­πο­μέ­νως α­δελ­φός του Χρι­στού. Ή­ταν τό­σο ε­κλε­κτός και τό­σο δί­και­ος και ά­γιος, ώ­στε οι Ι­ου­δαί­οι έ­νοι­ω­θαν μει­ο­νε­ξί­α, έ­νοι­ω­θαν δυ­στυ­χείς, δι­ό­τι δεν εί­χαν άλ­λον α­πό το γέ­νος τους σαν τον Ι­ά­κω­βο. ΄Ε­τσι, ό­ταν μά­λι­στα τους κα­τέ­κρι­νε, ε­πει­δή δεν δέ­χθη­καν τον Χρι­στόν ως τον Μεσ­σί­α τους, α­πό αν­τί­δρα­σι και ζή­λεια τον α­νέ­βα­σαν στο υ­ψη­λό­τε­ρο ση­μεί­ο του να­ού, στο πτε­ρύ­γιο, και τον έρ­ρι­ξαν κά­τω, αλ­λά ε­κεί­νος δεν α­πέ­θα­νε. Τρέ­χουν τό­τε με μο­χθη­ρί­α και τον σκο­τώ­νουν(1).
Για μας έ­χει ση­μα­σί­α ό­χι μό­νον το ό­τι ή­ταν μέ­γας στην πί­στι, στην α­ρε­τή και στα μαρ­τυ­ρι­κά κα­τορ­θώ­μα­τα, αλ­λά και το ό­τι ή­ταν ευ­γε­νέ­στα­τος. Θα λέ­γα­με ό­τι υ­πήρ­ξε υ­πό­δειγ­μα κοι­νω­νι­κής ευ­γε­νεί­ας, δη­λα­δή πώς να συ­να­να­στρε­φώ­με­θα με τους αν­θρώ­πους, πώς να δι­οι­κού­με αν­θρώ­πους και πώς να υ­πο­τασ­σώ­με­θα σε αυ­τούς. Ε­πί­σης, πώς να εί­με­θα α­γα­πη­μέ­νοι, πώς να εί­με­θα μί­α ει­κό­να, μί­α σκη­νή, έ­να σπί­τι, μί­α καρ­διά, μί­α α­γά­πη. Ε­πει­δή ή­ταν τό­σο λε­πτός, τό­σο ευ­γε­νής, τό­σο γλυ­κύς, δεν υ­πήρ­χε ού­τε έ­νας στην Εκ­κλη­σί­α των Ι­ε­ρο­σο­λύ­μων που να μην τον α­γα­πά και να μην τον εμ­πι­στεύ­ε­ται. Ο Θε­ός θέ­λει να εί­με­θα στην κα­θη­με­ρι­νή μας ζω­ή τέ­τοι­οι, ώ­στε να μας α­γα­πούν οι άλ­λοι και να μας νοι­ώ­θουν ευ­χά­ρι­στους. Να μπο­ρούν να ε­πι­κοι­νω­νούν μα­ζί μας, να πουν την χα­ρά τους, την λύ­πη τους, τα προ­βλή­μα­τά τους. Να νοι­ώ­θουν ό­τι εί­μα­στε καρ­δι­ές που ζού­με κον­τά η μί­α στην άλ­λη και μπο­ρού­με να βο­η­θού­με ο έ­νας τον άλ­λον.
Ε­νώ υ­πήρ­χαν πολ­λά προ­βλή­μα­τα κα­τά την α­πο­στο­λι­κή ε­πο­χή, κα­νείς δεν εί­χε δι­α­φο­ρές με τον ά­γιο Ι­ά­κω­βο. Αν­τι­θέ­τως, και ε­κεί­νους που ή­ταν δι­η­ρη­μέ­νοι -η δι­αί­ρε­σις εί­ναι έ­να σκου­λή­κι που μπαί­νει παν­τού• α­κό­μη και στον πα­ρά­δει­σο μπή­κε(2)!- ο ά­γιος Ι­ά­κω­βος τους συ­νέ­δε­ε. Εν­θυ­μεί­σθε ό­τι η αρ­χέ­γο­νος Εκ­κλη­σί­α, κα­τά την αν­θρώ­πι­νη αν­τί­λη­ψι, κιν­δύ­νευ­ε να δι­α­λυ­θή, μα­ζί και το έρ­γο του Λυ­τρω­τού, του Χρι­στού. Δεν ή­το δυ­να­τόν ό­μως να κα­τα­στρα­φή, δι­ό­τι ο Θε­ός βρή­κε αν­θρώ­πους και ε­πι­βί­ω­σε η ευ­λο­γη­μέ­νη κα­τά­στα­σις που δη­μι­ούρ­γη­σε η σταύ­ρω­σις και η α­νά­στα­σις του Χρι­στού. Ό­πως γνω­ρί­ζε­τε, υ­πήρ­χε δι­α­μά­χη α­νά­με­σα στους χρι­στια­νούς τους προ­ερ­χο­μέ­νους α­πό τους Ι­ου­δαί­ους και τους προ­ερ­χο­μέ­νους α­πό τους Ελ­λη­νι­στάς• δεν μπο­ρού­σαν να συμ­βι­ώ­σουν. Οι ε­πι­δρά­σεις, των μεν α­πό τον νό­μο, των δε α­πό την ελ­λη­νι­κή παι­δεί­α, τους δη­μι­ουρ­γού­σαν δια­ρκώς δυ­σκο­λί­ες στην με­τα­ξύ των κοι­νω­νί­α. Ποι­ος τους συ­νέ­δε­σε; Ο ά­γιος Ι­ά­κω­βος, ο ο­ποί­ος στο τέ­λος ε­πέ­τυ­χε να συγ­κα­λέ­ση την Α­πο­στο­λι­κή Σύ­νο­δο στην ο­ποί­α προ­ή­δρευ­σε. Δεν θα μπο­ρού­σε κα­νείς άλ­λος α­πό­στο­λος να προ­ε­δρεύ­ση πα­ρά μό­νον αυ­τός, δι­ό­τι ή­ξευ­ρε να ι­σορ­ρο­πή τις καρ­δι­ές των αν­θρώ­πων, να κα­τα­λα­βαί­νη τα πνεύ­μα­τα και να βο­η­θή τους πι­στούς, χω­ρίς να θυ­σιά­ζη την ου­σί­α.
Α­κό­μη εί­ναι γνω­στό ό­τι συμ­φι­λί­ω­σε και τον Πέ­τρο με τον Παύ­λο. Εί­χαν φθά­σει οι σχέ­σεις τους σε πα­ρο­ξυ­σμό. Ο α­πό­στο­λος Παύ­λος ή­θε­λε να πά­η στα Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα. Κα­θυ­στε­ρού­σε ό­μως, δι­ό­τι φο­βό­ταν ό­τι δεν θα τον δέ­χον­ταν. Τον θε­ω­ρού­σαν σχε­δόν ε­θνι­κό, ε­πει­δή δεν τη­ρού­σε τις δι­α­τά­ξεις του νό­μου. Ή­ταν γε­μά­τη η καρ­διά τους α­πό υ­πο­ψί­ες ε­ναν­τί­ον του. Α­πό την άλ­λη ο Πέ­τρος, του ο­ποί­ου γνω­ρί­ζο­με τον χα­ρα­κτή­ρα α­πό τα πε­ρι­στα­τι­κά της ζω­ής του, ή­ταν έ­νας αυ­θόρ­μη­τος άν­θρω­πος και με ορ­μή θα ε­πέ­πι­πτε στον α­πό­στο­λο Παύ­λο, ο ο­ποί­ος τον εί­χε ε­λέγ­ξει στην Αν­τι­ό­χεια για το θέ­μα αυ­τό. Ο ά­γιος Ι­ά­κω­βος ό­μως τους συμ­φι­λί­ω­σε(3).
Ο ά­γιος Ι­ά­κω­βος ή­ταν πτω­χό­τα­τος, ο πιο πτω­χός άν­θρω­πος της ε­πο­χής ε­κεί­νης. Δεν φο­ρού­σε πο­λυ­τε­λή εν­δύ­μα­τα, αλ­λά έ­ναν χι­τώ­να λευ­κό, και περ­πα­τού­σε ξυ­πό­λυ­τος. Και αυ­τό ή­ταν έ­να ε­ξω­τε­ρι­κό ση­μά­δι, το ο­ποί­ο δεν χώ­νε­ψαν πο­τέ οι Ε­βραί­οι. Ή­ταν και α­θλη­τής! Γε­ρός α­θλη­τής, πρώ­τος στο
 α­γώ­νι­σμα των γο­νυ­κλι­σι­ών. Τα γό­να­τά του εί­χαν γί­νει σαν της κα­μή­λας, γε­μά­τα κά­λους. Τό­σο πο­λύ δού­λευ­ε νύ­κτα και η­μέ­ρα. Την η­μέ­ρα για τις καρ­δι­ές των αν­θρώ­πων και την νύ­κτα ε­νώ­πιον του Θε­ού(4). Ο ά­γιος Ι­ά­κω­βος λοι­πόν μας έ­δω­σε τις α­φε­τη­ρί­ες της λε­πτό­τη­τας, της ευ­γε­νεί­ας και των κοι­νω­νι­κών δο­μών της αν­θρω­πί­νης ζω­ής, τις ο­ποί­ες συ­ναν­τά­με κυ­ρί­ως στην πιο ωρ­γα­νω­μέ­νη και αρ­χαι­ό­τε­ρη κοι­νω­νί­α, την μο­να­χι­κή πο­λι­τεί­α.
Ο μο­να­χι­σμός εί­ναι μί­α πραγ­μα­τι­κή κοι­νω­νί­α, μί­α σύ­να­ξις. Στο μο­να­στή­ρι οι μο­να­χοί δεν εί­μα­στε ά­το­μα και α­πλά ο­νό­μα­τα, αλ­λά ό­λοι μα­ζί α­πο­τε­λού­με μί­α καρ­διά, έ­να σώ­μα. Δεν ξε­χω­ρί­ζο­με. Και κα­θώς τα μο­να­στή­ρια, ως ε­πί το πλεί­στον, έ­χουν πε­ρισ­σό­τε­ρους μο­να­χούς και λι­γώ­τε­ρα κελ­λιά, ο έ­νας εί­ναι πλά­ι στον άλ­λον και α­να­πνέ­ει την α­γά­πη της καρ­διάς του. Ό,τι υ­πάρ­χει στον μο­να­χι­σμό εί­ναι υ­πό­δειγ­μα του ου­ρα­νού. Η Εκ­κλη­σί­α παίρ­νει τα υ­πο­δείγ­μα­τα αυ­τά και τα προ­σφέ­ρει στους πι­στούς, ό­πως έ­κα­ναν και οι Πα­τέ­ρες.
Ο κό­σμος νο­μί­ζει ό­τι, ό­ταν κά­ποι­ος πά­η στο μο­να­στή­ρι, φεύ­γει α­πό την κοι­νω­νί­α και α­γρι­εύ­ει. Το λέ­γουν αυ­τό, δι­ό­τι α­γνο­ούν ό­τι οι μο­να­χοί εί­ναι οι πε­ρισ­σό­τε­ρο κοι­νω­νι­κοί άν­θρω­ποι. Να ξεύ­ρε­τε ό­τι κα­νείς δεν μπο­ρεί να γί­νη μο­να­χός, ε­άν δεν εί­ναι κοι­νω­νι­κός, ε­άν δη­λα­δή δεν μπο­ρή να ε­πι­κοι­νω­νή με τους αν­θρώ­πους και να αν­τι­με­τω­πί­ζη ό­λες τις κοι­νω­νι­κές δυ­σκο­λί­ες. Αν δυ­σκο­λεύ­ε­ται να παν­τρευ­θή, να δη­μι­ουρ­γή­ση οι­κο­γέ­νεια, ε­πί­σης δεν μπο­ρεί να γί­νη μο­να­χός. Πρέ­πει να νοι­ώ­θη α­σφα­λής στην ζω­ή του. Δεν εί­ναι κα­τα­φύ­γιο τα μο­να­στή­ρια. Ε­πο­μέ­νως, ο μο­να­χός μπο­ρεί να ε­πι­τύ­χη ό­λα τα προ­η­γού­με­να, τα ο­ποί­α α­γα­πά, δεν τα αρ­νεί­ται, δεν τα κα­τη­γο­ρεί, δεν τα πε­ρι­φρο­νεί, αλ­λά προ­τι­μά κά­τι α­νώ­τε­ρο για τον ε­αυ­τό του.
Το μο­να­στή­ρι εί­ναι μια πο­λύ ζε­στή α­δελ­φό­τη­τα. Ό­λοι εί­ναι μέ­λη ε­νός σώ­μα­τος, του σώ­μα­τος του Χρι­στού. Ε­κεί νοι­ώ­θει κα­νείς αυ­τό που λέ­γει ο α­πό­στο­λος Παύ­λος στους Κο­ριν­θί­ους, οι ο­ποί­οι ή­ταν δι­η­ρη­μέ­νοι, «εί­τε πά­σχει εν μέ­λος», πα­ρα­δείγ­μα­τος χά­ριν το α­ρι­στε­ρό μου χέ­ρι, «συμ­πά­σχει πάν­τα τα μέ­λη»• δη­λα­δή το μά­τι μου θα σκύ­ψη να δη τι έ­χει το χέ­ρι, και το δε­ξί μου χέ­ρι θα κοι­τά­ξη να το βο­η­θή­ση. Ό­λα τα μέ­λη βο­η­θούν το έ­να το άλ­λο. Ε­άν πά­σχη έ­να μέ­λος, το άλ­λο λυ­πά­ται και το βο­η­θά­ει. Ε­άν χαί­ρη, ε­άν δο­ξά­ζε­ται το εν μέ­λος, συγ­χαί­ρουν πάν­τα τα μέ­λη(5)• ό­λο το σώ­μα μας χαί­ρει.
Ας πλη­σι­ά­σω­με τώ­ρα τις κοι­νω­νι­κές συν­θή­κες ε­νός μο­να­στη­ριού αρ­χί­ζον­τας α­πό την ι­δι­ο­κτη­σί­α, για την ο­ποί­α κά­θε τό­σο γί­νε­ται με­γά­λη συ­ζή­τη­σις. Πό­σοι νό­μοι ψη­φί­ζον­ται και πό­σα δι­κα­στή­ρια γί­νον­ται για την ι­δι­ο­κτη­σί­α! Στο μο­να­στή­ρι δεν υ­πάρ­χει ι­δι­ο­κτη­σί­α. Δεν ε­πι­τρέ­πε­ται στον μο­να­χό ού­τε για μί­α μύ­τη μο­λυ­βιού να πη ό­τι εί­ναι «ε­μή», δι­κή μου. Το «ε­μόν» και το «σον» δεν υ­πάρ­χει στην μο­να­χι­κή ζω­ή. Α­γα­πούν οι άν­θρω­ποι τα μο­να­στή­ρια και α­πό την α­γά­πη τους κά­νουν λά­θος και δί­νουν δώ­ρα στους μο­να­χούς, αλ­λά κα­νείς δεν κρα­τά­ει κά­τι. Ό­λα τα δί­νουν στον Γέ­ρον­τα ή λέ­γουν στον ε­πι­σκέ­πτη να τα δώ­ση ε­κεί­νος. Δεν υ­πάρ­χει τί­πο­τε δι­κό μου ή δι­κό σου. Έ­χει ε­ξο­στρα­κι­σθή αυ­τό, έ­χει α­πο­βλη­θή. Ο­πό­τε η α­φε­τη­ρί­α του μα­ρα­σμού -δι­ό­τι α­πό ε­κεί ξε­κι­νούν οι με­γά­λες έ­ρι­δες(6)- ε­κλεί­πει α­πό το μο­να­στή­ρι. Ας πά­με τώ­ρα στο άλ­λο ζή­τη­μα, που α­φο­ρά την ερ­γα­σί­α.
Πώς εί­ναι η ερ­γα­σί­α στο μο­να­στή­ρι; Στον κό­σμο τε­λει­ώ­νει κα­νείς το λύ­κει­ο και, για να πά­η στο πα­νε­πι­στή­μιο ή σε κά­ποι­α άλ­λη ερ­γα­σί­α, αν­τα­γω­νί­ζε­ται με ε­κα­τον­τά­δες υ­πο­ψη­φί­ων. Κου­ρά­ζε­ται, αρ­ρω­σταί­νει, παίρ­νει φάρ­μα­κα, ξε­κου­ρά­ζε­ται, κου­ρά­ζε­ται πά­λι, α­γω­νιά. Μέ­χρι να γί­νη ε­πι­στή­μων, να έ­χη την δι­κή του ερ­γα­σί­α, πό­σα και πό­σα δεν έ­χει τρα­βή­ξει! Ε­άν βε­βαί­ως ε­πι­τύ­χη ε­κεί που θέ­λει! Ε­άν τον ι­κα­νο­ποι­ή αυ­τό το ε­πάγ­γελ­μα!
Στο μο­να­στή­ρι δεν υ­πάρ­χει αυ­τή η α­γω­νί­α, δι­ό­τι δεν υ­πάρ­χει ε­πι­θυ­μί­α. Κα­νείς δεν λέ­γει, ε­γώ θέ­λω αυ­τό το δι­α­κό­νη­μα. Μπο­ρεί ό­μως ο μο­να­χός να πη την γνώ­μη του, τον λο­γι­σμό του, δι­ό­τι το μο­να­στή­ρι δεν εί­ναι φυ­λα­κή. Εί­ναι ε­λεύ­θε­ρος κό­σμος και ο κα­θέ­νας προ­σφέ­ρει αυ­τό που λα­χτα­ρά­ει, αυ­τό που θέ­λει η δι­κή του η καρ­διά. Ε­πο­μέ­νως, μπο­ρεί να πη τον λο­γι­σμό του ως ε­λεύ­θε­ρος άν­θρω­πος, αλ­λά κα­νείς δεν εί­ναι ε­λεύ­θε­ρος, ε­άν δεν μπο­ρή να υ­πο­τά­ξη την γνώ­μη του στην θέ­λη­σί του. Έ­τσι δεν υ­πάρ­χει ε­πι­θυ­μί­α η ο­ποί­α δη­μι­ουρ­γεί δυ­στυ­χί­α στην ζω­ή μας.
Α­κό­μη, το κρι­τή­ριο δεν εί­ναι η ε­πι­τη­δει­ό­της. Στον κό­σμο ο έ­ξυ­πνος μπαί­νει στο πα­νε­πι­στή­μιο, ό­ποι­ος δεν εί­ναι έ­ξυ­πνος μέ­νει έ­ξω και υ­πο­φέ­ρει για να ζή­ση. Στο μο­να­στή­ρι έ­ξυ­πνος, σο­φός, ά­σο­φος, μορ­φω­μέ­νος, κα­τηρ­τι­σμέ­νος, κα­λός, κα­κός, α­δύ­να­τος, άρ­ρω­στος, ο,τι­δή­πο­τε και αν εί­ναι, δεν λαμ­βά­νε­ται υ­π’ ό­ψιν. Αυ­τό το ο­ποί­ο κυ­ρί­ως λαμ­βά­νε­ται υ­π’ ό­ψιν εί­ναι το πνευ­μα­τι­κό συμ­φέ­ρον του μο­να­χού. Προ­σπα­θεί το μο­να­στή­ρι να δη ποι­ο εί­ναι το συμ­φέ­ρον της ψυ­χής, η ο­ποί­α ήλ­θε εις τον Χρι­στόν, για να κερ­δί­ση την αι­ω­νι­ό­τη­τα και τον πα­ρά­δει­σο. Αυ­τό το δι­α­κό­νη­μα τον βο­η­θά­ει, το άλ­λο τον κου­ρά­ζει, θα τον βά­λω­με, χω­ρίς να το ξεύ­ρη, στο δι­α­κό­νη­μα που τον βο­η­θά­ει.
Ε­πί­σης, λαμ­βά­νε­ται υ­π’ ό­ψιν το συμ­φέ­ρον της α­δελ­φό­τη­τος. Εί­δα­τε ό­τι α­νέ­φε­ρα την λέ­ξι δι­α­κό­νη­μα και ό­χι ε­πάγ­γελ­μα, δι­ό­τι στο μο­να­στή­ρι με την ερ­γα­σί­α μου δι­α­κο­νώ τον α­δελ­φό μου, γί­νο­μαι υ­πη­ρέ­της του, α­πο­κτώ το ε­πάγ­γελ­μα του Ι­η­σού Χρι­στού, ο ο­ποί­ος «ουκ ήλ­θε δι­α­κο­νη­θή­ναι, αλ­λά δι­α­κο­νή­σαι»(7). Ο μο­να­χός δι­α­κα­τέ­χε­ται α­πό αυ­τήν την ε­πι­θυ­μί­α της δι­α­κο­νί­ας των άλ­λων. Ε­πο­μέ­νως, το δεύ­τε­ρο κρι­τή­ριο εί­ναι η δι­α­κο­νί­α, το συμ­φέ­ρον της α­δελ­φό­τη­τος.
Εν συ­νε­χεί­α η ει­ρή­νη των με­λών. Ας υ­πο­θέ­σω­με ό­τι έ­χο­με έ­ναν κα­θη­γη­τή, ο ο­ποί­ος ευ­ρί­σκε­ται σε δι­ά­στα­σι με τον γυ­μνα­σιά­ρχη. Τι δι­α­πλη­κτι­σμοί, τι ύ­βρεις, τι α­μαρ­τί­ες, τι α­πά­τες, τι δι­κα­στή­ρια μπο­ρούν να γί­νουν! Στο μο­να­στή­ρι ό­ταν δού­με ό­τι δυ­ο άν­θρω­ποι δεν τα πά­νε κα­λά, ως α­δύ­να­τοι που μπο­ρεί να εί­ναι, ε­άν δεν κα­τα­φέ­ρου­με να τους κά­νω­με πο­λύ δυ­να­τούς -και εί­ναι φυ­σι­κό να μην εί­ναι ό­λοι δυ­να­τοί- τό­τε, ό­ταν έλ­θη η ώ­ρα να δώ­σω­με και πά­λι τα δι­α­κο­νή­μα­τα, ο κα­θέ­νας θα πά­ρη δι­α­φο­ρε­τι­κό δι­α­κό­νη­μα. Τα πάν­τα λύ­νον­ται ει­ρη­νι­κά.
Βλέ­πε­τε ό­τι η ευ­θύ­νη δεν εί­ναι του μο­να­χού. Αυ­τός εί­ναι ή­ρε­μος, α­πηλ­λαγ­μέ­νος α­πό κά­θε φρον­τί­δα και μέ­ρι­μνα. Κά­νει υ­πα­κο­ή με την ο­ποί­α δι­α­κο­νεί το σώ­μα της α­δελ­φό­τη­τας και οι­κο­δο­μεί την ψυ­χή του. Έ­χει την καρ­διά του χα­ρού­με­νη και ε­λεύ­θε­ρη, για να μπο­ρή να προ­σεύ­χε­ται.
Μι­λή­σα­με για την ι­δι­ο­κτη­σί­α και την ερ­γα­σί­α, ας δού­με τώ­ρα την δι­και­ο­σύ­νη. Λέ­γουν οι ση­με­ρι­νοί άν­θρω­ποι ό­τι δεν μας χρει­ά­ζε­ται α­γά­πη• μας χρει­ά­ζε­ται δι­και­ο­σύ­νη. Και ε­μείς λέ­με ό­τι την δι­και­ο­σύ­νη θα την βρού­με ε­πά­νω στον ου­ρα­νό• ε­δώ μας χρει­ά­ζε­ται η α­γά­πη. Ε­πει­δή ξεύ­ρο­με ό­τι η δι­και­ο­σύ­νη ε­ξαρ­τά­ται α­πό την α­λη­θι­νή α­γά­πη, η δι­και­ο­σύ­νη μας ο­δη­γεί και δί­νει το σκή­πτρο στην α­γά­πη.
Η α­γά­πη εί­ναι μί­α δω­ρε­ά του Χρι­στού προς το σώ­μα του(8) και, εν προ­κει­μέ­νω, προς την α­δελ­φό­τη­τα. Πράγ­μα­τι, χω­ρίς α­γά­πη δεν ζη κα­μί­α μο­να­χι­κή α­δελ­φό­τη­τα. Οι μο­να­χοί ζουν δι­ό­τι α­γα­πούν. Η α­γά­πη εί­ναι μί­μη­σις του Χρι­στού, δι­ό­τι «αυ­τός πρώ­τος η­γά­πη­σεν η­μάς»(9). Ε­πο­μέ­νως, ό­ταν α­γα­πώ, ση­μαί­νει ό­τι έ­χω πά­ρει δω­ρε­ά, έ­χω πά­ρει χά­ρι α­πό τον Θε­όν και ό­τι μι­μού­μαι τον Χρι­στόν. 
Η α­γά­πη α­πο­σκο­πεί στο να μπο­ρή ο έ­νας να δί­νη χα­ρά στον άλ­λον να στε­ρού­μαι ε­γώ ε­κου­σί­ως, για να έ­χη πε­ρισ­σό­τε­ρα ο άλ­λος• να θυ­σιά­ζω τον ε­αυ­τό μου, για να νοι­ώ­θη ο άλ­λος ά­νε­τα, να νοι­ώ­θη α­σφά­λεια στην ζω­ή του. Η α­γά­πη εί­ναι έ­νας συ­νε­κτι­κός δε­σμός που μας δέ­νει με την Εκ­κλη­σί­α και ταυ­τό­χρο­να με τον Χρι­στόν. Πώς το πε­τυ­χαί­νο­με αυ­τό; Με το «α­νε­χό­με­νοι αλ­λή­λων εν α­γά­πη», ό­πως λέ­γει ο α­πό­στο­λος Παύ­λος(10)• με το να δε­χώ­με­θα τον άλ­λον ό­πως εί­ναι. Μουρ­μου­ρί­ζει; Ά­φη­σέ τον να μουρ­μου­ρί­ζη. Ε­άν θέ­λης να τον κά­νης να μη μουρ­μου­ρί­ζη, ε­κεί­νος θα μουρ­μου­ρί­ζη πιο πο­λύ και ε­σύ θα στε­νο­χω­ρι­έ­σαι και θα φω­νά­ζης. Ο άλ­λος ση­κώ­νε­ται, κά­νει πο­λύ θό­ρυ­βο και σε ξυ­πνά. Κά­τι α­νά­λο­γο θα κά­νης και ε­σύ, αλ­λά δεν το κα­τα­λα­βαί­νεις. Ά­φη­σέ τον, για­τί, αν προ­σπα­θή­σης να τον δι­ορ­θώ­σης, θα θε­λή­ση να δι­ορ­θώ­ση και ε­κεί­νος τα δι­κά σου σφάλ­μα­τα. Μό­νον ο Γέ­ρον­τας δι­ορ­θώ­νει τους αν­θρώ­πους στο μο­να­στή­ρι• πο­τέ ο μο­να­χός, ε­κτός ε­άν τον ε­πη­ρε­ά­ζη πο­νη­ρό δαι­μό­νιο, ο­πό­τε κά­νει πα­ρα­τη­ρή­σεις, συμ­βου­λεύ­ει, λέ­γει στον άλ­λον κά­νε αυ­τό, κά­νε ε­κεί­νο. Ο α­λη­θής μο­να­χός πο­τέ δεν συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται έ­τσι. Στο μο­να­στή­ρι έ­νας εί­ναι ο πα­τέ­ρας και ό­λοι οι άλ­λοι εί­ναι α­δελ­φοί. Βλέ­πε­τε με πό­ση θαλ­πω­ρή τα έ­χει φρον­τί­σει η Εκ­κλη­σί­α μας; Γι’ αυ­τό λεί­πουν οι θυ­μοί, οι κραυ­γές που προ­έρ­χον­ται α­πό τις δι­α­φω­νί­ες, λεί­πει η κα­κί­α, η εκ­δί­κη­σις και ό­λοι γί­νον­ται χρη­στοί. Τι ση­μαί­νει χρη­στός; Ε­κεί­νος, του ο­ποί­ου η α­που­σί­α δεν περ­νά­ει α­πα­ρα­τή­ρη­τη, δι­ό­τι εί­ναι χρή­σι­μος και εύ­σπλαγ­χνος. Πώς γί­νον­ται ό­λοι χρη­στοί; «Χα­ρι­ζό­με­νοι ε­αυ­τοίς»(11). Κα­τα­λα­βαί­νω, πα­ρα­δείγ­μα­τος χά­ριν, ό­τι ο άλ­λος εί­ναι θυ­μω­μέ­νος μα­ζί μου. Δεν του μι­λώ ά­σχη­μα. Του συμ­πε­ρι­φέ­ρο­μαι με πολ­λή ευ­γέ­νεια και α­γά­πη μι­μού­με­νος τον Κύ­ριον.
Α­κό­μη, εκ­φρά­ζο­με την α­γά­πη μας με το να τι­μά­με ο έ­νας τον άλ­λον. Πο­τέ δεν κα­θό­μα­στε ε­νώ­πιον με­γα­λυ­τέ­ρου, πα­ρά μό­νον ε­άν μας το πη ή ε­άν πά­ρω­με την ά­δειά του. Ε­άν κά­ποι­ος έ­χη μί­α α­πο­τυ­χί­α, κά­νη έ­να σφάλ­μα, έ­χη έ­ναν πό­νο, θα του δεί­ξω­με με­γά­λη α­γά­πη, ώ­στε να ι­σορ­ρο­πή­ση και να α­παλ­λα­γή α­πό τα προ­βλή­μα­τα, φρον­τί­ζον­τας έ­τσι «τα ε­τέ­ρων έ­κα­στος», ό­πως λέ­γει και ο α­πό­στο­λος Παύ­λος εις τους Φι­λιπ­πη­σί­ους(12). Ο κα­θέ­νας μας ας κά­νη ε­κεί­νο που θέ­λει ο άλ­λος. Ο άν­δρας, αυ­τό που θέ­λει η γυ­ναί­κα. Η γυ­ναί­κα, αυ­τό που θέ­λει ο άν­δρας.
Βλέ­πε­τε, α­δελ­φοί μου, πό­ση λε­πτό­τη­τα υ­πάρ­χει στην Εκ­κλη­σί­α και μά­λι­στα στους α­γί­ους; Οι ά­γιοι εί­ναι προ­σε­κτι­κοί, δι­ό­τι έ­χουν γευ­θή την γλυ­κύ­τη­τα και την ει­ρή­νη του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος και, ε­άν δεν τα προ­σέ­ξουν αυ­τά, θα χά­σουν την ει­ρή­νη. Οι ά­γιοι προ­σπα­θούν πάν­το­τε να μη λυ­πή­σουν κα­νέ­ναν άν­θρω­πο, ού­τε και τα ζώ­α. Βλέ­πουν τον άλ­λον σαν να εί­ναι ο Χρι­στός(13). Και εί­ναι πράγ­μα­τι ο Χρι­στός, δι­ό­τι εί­ναι ει­κό­να του Θε­ού. Ε­πο­μέ­νως, α­γα­πούν τον άν­θρω­πο, ε­πει­δή εί­ναι ει­κό­να του Θε­ού. Έ­τσι ο Χρι­στός και ο άν­θρω­πος γί­νον­ται έ­να στην καρ­διά τους, στα έγ­κα­τά τους.
Ό­ταν ο άν­θρω­πος μας δί­νη την α­γά­πη του Θε­ού, την ευ­γέ­νεια, την λε­πτό­τη­τα, αυ­τό εί­ναι κοι­νω­νί­α Θε­ού. Θέ­λεις να κοι­νω­νάς σώ­μα και αί­μα Χρι­στού; Κοι­νώ­νη­σε. Υ­πάρ­χουν ό­μως και άλ­λοι τρό­ποι κοι­νω­νί­ας. Να τι λέ­γει έ­νας α­πό τους μο­να­χι­κούς κα­νό­νες του Με­γά­λου Αν­τω­νί­ου: «Πο­τέ μη δυ­σκο­λέ­ψης τον άλ­λον, πο­τέ μην προ­σπα­θή­σης να ε­πι­μεί­νης στον λό­γο σου»(14). Εί­πες κά­τι και ο άλ­λος σου α­παν­τά: Ό­χι, δεν εί­ναι έ­τσι ό­πως το λες. Μην προ­σπα­θή­σης να α­πο­δεί­ξης ό­τι έ­χεις δί­και­ο, αλ­λά βρες έ­ναν ευ­γε­νή τρό­πο να κα­τα­λά­βη ό­τι εί­ναι ο νι­κη­τής. Δι­ό­τι, ε­άν δεν νοι­ώ­ση ό­τι αυ­τός εί­ναι ο νι­κη­τής, θα δη­μι­ουρ­γη­θή μέ­σα του πι­κρί­α, αν­τί­δρα­σις, φαρ­μά­κι, εκ­δι­κη­τι­κό­της, μει­ο­νε­ξί­α και τό­σα άλ­λα. Θα υ­πο­χω­ρή­σης χω­ρίς να το δεί­ξης, χω­ρίς να το κα­τα­λά­βη, ώ­στε να νο­μί­ση ό­τι σε έ­πει­σε. Ε­σύ βε­βαί­ως θα πα­ρα­μεί­νης στα­θε­ρός στην α­λή­θεια. Ε­άν δεν συμ­πε­ρι­φε­ρώ­με­θα έ­τσι, θα μας κυ­βερ­νά το πο­νη­ρόν, ό­πως συ­νε­χί­ζει ο κα­νό­νας του Με­γά­λου Αν­τω­νί­ου.
Ας δού­με ε­πί­σης τι λέ­γει ο Μέ­γας Α­θα­νά­σιος για τον Μέ­γαν Αν­τώ­νιο, ο ο­ποί­ος, πα­ρ’ ό­τι ή­ταν γέ­ρων, νή­στευ­ε κά­θε η­μέ­ρα. Αυ­τός, που ζού­σε σκλη­ρή ζω­ή και κα­θη­με­ρι­νά πά­λευ­ε με τους δαί­μο­νες και έ­μει­νε ε­ξά­μη­να ο­λό­κλη­ρα χω­ρίς να τον βλέ­πη άν­θρω­πος, ό­ταν ε­πέ­στρε­φε στους αν­θρώ­πους, ή­ταν «χα­ρί­εις», γε­μά­τος χά­ρι, «και πο­λι­τι­κός», δη­λα­δή δι­πλω­μά­της με την κα­λή έν­νοι­α της λέ­ξε­ως. Δεν λέ­με ευ­θέ­ως την α­λή­θεια. Δεν την αν­τέ­χει ο άλ­λος. Ε­πι­στρέ­φει, ε­πί πα­ρα­δείγ­μα­τι, ο σύ­ζυ­γος στο σπί­τι και η σύ­ζυ­γος έ­χει κά­νει κά­ποι­ο λά­θος. Τό­τε της ε­πι­τί­θε­ται ο σύ­ζυ­γος: «Λά­θος έ­κα­νες. Αυ­τή εί­ναι η α­λή­θεια. Η α­λή­θεια να λέ­γε­ται!» Δεν εί­ναι αυ­τή η α­λή­θεια. Δεν εί­ναι αυ­τό α­γά­πη. Αυ­τό εί­ναι ε­γω­ι­σμός. Αυ­τό ση­μαί­νει ό­τι δεν α­γα­πάς την γυ­ναί­κα σου που την αγ­κα­λιά­ζεις κά­θε η­μέ­ρα, α­φού της δί­νεις μια στο κε­φά­λι και στην καρ­διά της. Πώς συμ­βι­βά­ζον­ται αυ­τά; Το ί­διο ι­σχύ­ει και για την γυ­ναί­κα με τον άν­δρα, για τον Γέ­ρον­τα με τον υ­πο­τα­κτι­κό, τον υ­πο­τα­κτι­κό με τον Γέ­ρον­τα, τον α­δελ­φό με τον α­δελ­φό. Και συ­νε­χί­ζει ο Μέ­γας Α­θα­νά­σιος: «Τον δε λό­γον εί­χεν ηρ­τυ­μέ­νον τω θεί­ω α­λά­τι». Ό­ταν μι­λού­σε ο Μέ­γας Αν­τώ­νιος, έ­νοι­ω­θες μί­α χά­ρι, μί­α γλυ­κύ­τη­τα, μί­α ευ­φρο­σύ­νη. Εύ­ρι­σκε τό­σο ό­μορ­φες λέ­ξεις, τό­σο ω­ραί­α νο­ή­μα­τα, τέ­τοι­ον ω­ραί­ο τρό­πο, ώ­στε α­να­ρω­τι­ό­σουν: Σο­φός εί­ναι; πώς μι­λά­ει τό­σο ω­ραί­α; Αν κά­ποι­ος έ­χη ε­πι­σκε­φθή τον π.Πα­ΐ­σιο, συ­νήν­τη­σε έ­ναν τέ­τοι­ον άν­θρω­πο. Εί­ναι χα­ρι­έ­στα­τος. Ό­λα ό­σα λέ­γει α­ξί­ζει να κα­τα­γρα­φούν. «Δι’ αυ­τό», συ­νε­χί­ζει ο Μέ­γας Α­θα­νά­σιος, «κα­νείς δεν φθο­νού­σε τον Μέ­γαν Αν­τώ­νιο, ού­τε τον ζή­λευ­ε, αλ­λά χαί­ρον­ταν και έ­τρε­χαν ό­λοι κον­τά του»(15). Να λοι­πόν τι ση­μαί­νει ευ­γέ­νεια.
Οι ά­γιοι Πα­τέ­ρες το­νί­ζουν ό­τι, για να μπο­ρού­με να εί­με­θα τέ­τοι­οι άν­θρω­ποι, δεν πρέ­πει πο­τέ να λέ­με ό­χι στον άλ­λον αλ­λά μό­νον στον ε­γω­ι­σμό μας. Κα­λώς σου φέ­ρε­ται ο άλ­λος; Κα­λύ­τε­ρα να φερ­θής ε­σύ. Κα­κώς σου φέ­ρε­ται ο άλ­λος; Κάλ­λι­στα να φερ­θής ε­σύ, δι­ό­τι αυ­τό α­παι­τεί η άρ­νη­σις του ε­γώ σου. Να νοι­ώ­ση ο άλ­λος ό­τι κά­θο­μαι και τον α­κού­ω με σε­βα­σμό.
Έ­τσι, α­δελ­φοί μου, η α­γά­πη γί­νε­ται, κα­τά τον ά­γιο Ι­ω­άν­νη της Κλί­μα­κος, έ­νας «δε­σμός ά­λυ­τος». Ό,τι και αν κά­νης, δεν μπο­ρεί να λυ­θή. Δέ­νει ό­λους ε­μάς που εί­μα­στε δι­α­φο­ρε­τι­κοί άν­θρω­ποι, αλ­λά γι’ αυ­τό εί­μα­στε χρή­σι­μοι. Κα­νέ­νας α­πό ε­μάς δεν εί­ναι ό­μοι­ος με τον άλ­λον. Αυ­τή η α­γά­πη δι­ορ­θώ­νει τα πάν­τα. Και συ­νε­χί­ζει ο ά­γιος Ι­ω­άν­νης που ή­ταν ε­ρη­μί­της: «μη πλή­ξαι α­δελ­φού συ­νεί­δη­σιν έν τι­νι»(16)• πο­τέ μην πλη­γώ­σης άν­θρω­πο, ού­τε για κα­λό ού­τε για κα­κό. Ό­λα λοι­πόν, και η πνευ­μα­τι­κή πο­ρεί­α και τα χρι­στι­α­νι­κά α­θλή­μα­τα και η α­ρε­τή και η προ­σευ­χή, έ­χουν την αρ­χή τους στην ευ­γέ­νεια και την κοι­νω­νι­κό­τη­τα του αν­θρώ­που.
Ας α­να­φέ­ρω­με με­ρι­κά πα­ρα­δείγ­μα­τα α­πό το μο­να­στή­ρι, για να δή­τε πώς τα­κτο­ποι­εί­ται ε­κεί η κα­θη­με­ρι­νή ζω­ή των μο­να­χών, θέ­λει κά­ποι­ος να πά­η στο κελ­λί ε­νός α­δελ­φού; θα α­να­λο­γι­σθή: Μή­πως εί­ναι ώ­ρα προ­σευ­χής; Αν εί­ναι ώ­ρα προ­σευ­χής, δεν θα πά­η, θα τον σε­βα­σθή. Αν κα­τα­λά­βη ό­τι ε­κεί­νη την ώ­ρα δι­α­βά­ζει ή κά­νει κά­τι άλ­λο, θα κτυ­πή­ση την πόρ­τα και θα πη: «Δι’ ευ­χών των α­γί­ων Πα­τέ­ρων η­μών». Βά­ζω τους α­γί­ους μπρο­στά και μπαί­νω μέ­σα, για να εί­ναι οι ά­γιοι που θα μας ε­νώ­νουν. Εί­δα­τε πό­σο ω­ραί­α συ­νή­θεια εί­ναι αυ­τή;
Ε­πί­σης, ο Μέ­γας Βα­σί­λει­ος σε έ­ναν κα­νό­να του για τους μο­να­χούς λέ­γει ό­τι δεν ε­πι­τρέ­πε­ται πο­τέ να αρ­γο­λο­γή κα­νείς εις βά­ρος άλ­λου. Συ­ναν­τι­ό­μα­στε, λό­γου χά­ριν, με κά­ποι­ον, χαι­ρε­τι­ό­μα­στε και ρω­τά­με: Τι κά­νεις; Τι κά­νει ο Κώ­στας; Και α­παν­τά ο άλ­λος: Α, τον κα­η­μέ­νο τι έ­πα­θε! Έ­τσι κι έ­τσι… Αυ­τά που λες για «τον κα­η­μέ­νο» εί­ναι α­ρε­τή; Εί­ναι έ­παι­νος; Εί­ναι τι­μή για ε­κεί­νον; Για­τί α­να­φέ­ρεις το ό­νο­μά του, α­φού μά­λι­στα δεν εί­ναι μπρο­στά σου; Ε­άν ή­ταν, θα φο­βό­σουν να μι­λή­σης• τώ­ρα που δεν εί­ναι, για­τί δεν σέ­βε­σαι και δεν φο­βά­σαι τον άγ­γε­λό του που εί­ναι πα­ρών, τον Χρι­στόν που εί­ναι α­νά­με­σα μας; Και συ­νε­χί­ζει ο ί­διος κα­νό­νας ό­τι κα­νείς δεν ε­πι­τρέ­πε­ται να γε­λά­ση εις βά­ρος άλ­λου. Ας υ­πο­θέ­σω­με ό­τι κά­ποι­ος έ­κα­νε κά­τι ά­σχη­μο. Το βλέ­πω ε­γώ, κά­νω νό­η­μα να το δουν και οι άλ­λοι για να γε­λά­σουν. Αν κά­νης κά­τι τέ­τοι­ο, έ­χεις «α­φο­ρι­σμόν μί­αν ε­βδο­μά­δα», λέ­γει ο Μέ­γας Βα­σί­λει­ος(17). Για­τί; Δι­ό­τι ε­γέ­λα­σες εις βά­ρος άλ­λου. Με τον Χρι­στόν μπο­ρού­με να γε­λά­με; Με την ει­κό­να του Χρί­στου πώς μπο­ρού­με να γε­λά­με;
Λέ­γει α­κό­μη ο Μέ­γας Βα­σί­λει­ος ό­τι δεν πρέ­πει κα­νείς να δι­ορ­θώ­νη τον άλ­λον ή να δι­α­πλη­κτί­ζε­ται. Μου λες ε­σύ, σου α­παν­τώ ε­γώ. Αν­τα­παν­τάς ε­σύ, σου φέρ­νω ε­γώ ε­πι­χει­ρή­μα­τα. Ε­πι­μέ­νεις ε­σύ και σου λέ­γω: Έ­λα πά­λι αύ­ριο να δι­α­βά­σω και να τα ξα­να­πού­με. Έ­τσι ού­τε άν­θρω­ποι εί­μα­στε, ού­τε σε κα­νέ­να άλ­λο βα­σί­λει­ο α­νή­κο­με. Χρει­ά­ζε­ται να προ­σέ­χω­με πο­λύ. Δεί­τε και κά­τι σχε­τι­κό με αυ­τό. Πας, πα­ρα­δείγ­μα­τος χά­ριν, σε έ­να συγ­γε­νι­κό σπί­τι, σε μί­α ε­ξα­δέλ­φη σου, και αρ­χί­ζεις και λες, λες… Νυ­στά­ζει η κα­η­μέ­νη, κοι­τά­ζει πό­τε θα φύ­γης, ε­σύ αρ­χί­ζεις πά­λι τον λό­γο α­πό την αρ­χή, ε­κεί­νη κά­νει τον σταυ­ρό της μή­πως φύ­γης, αλ­λά ε­σύ ε­πι­μέ­νεις. Γί­νε­σαι φορ­τι­κός άν­θρω­πος. Πο­τέ να μην εί­σαι «φορ­τι­κός», λέ­γει ο Μέ­γας Βα­σί­λει­ος που ή­ταν τό­σο με­γά­λος α­σκη­τής. Πα­ρ’ ό­λο πού εί­χε γί­νει καμ­πού­ρης α­πό την ά­σκη­σι, ή­ταν τό­σο κοι­νω­νι­κός άν­θρω­πος! Και συ­νε­χί­ζει: Να εί­σθε «ευ­προ­σή­γο­ροι εν ταις εν­τεύ­ξε­σι»• ό­ταν κου­βεν­τι­ά­ζε­τε, το πρό­σω­πο σας να γε­μί­ζη θυ­μη­δί­α, χα­μό­γε­λο. «Γλυ­κύς εν ταις ο­μι­λί­αις»• ό­ταν ο­μι­λής, να ρέ­η γλυ­κύ­τη­τα, να τρέ­χη μέ­λι α­πό το στό­μα σου. Και πο­τέ να μη μι­λή­σης σκλη­ρά και βα­ριά• «ου­δα­μού το τρα­χύ, καν ε­πι­τι­μή­σαι δέ­η»(18)• και αν χρεια­σθή να κά­νης στον άλ­λον πα­ρα­τή­ρη­σι, να τον δι­ορ­θώ­σης, ε­πει­δή εί­σαι δά­σκα­λος, κα­θη­γη­τής, πνευ­μα­τι­κός, πα­τέ­ρας, μη­τέ­ρα, ας τον δι­ορ­θώ­σης με με­γά­λη γλυ­κύ­τη­τα• για­τί ά­μα πλη­γω­θή, θα κλεί­ση η καρ­διά του και θα γί­νη χει­ρό­τε­ρα.
Έ­νας άλ­λος κα­νό­νας για τους μο­να­χούς, του α­γί­ου Θε­ο­δώ­ρου του Στου­δί­του, λέ­γει: «Ό­ταν κα­τη­γο­ρή­σης έ­ναν άν­θρω­πο, ό­ταν κα­τα­λα­λή­σης, τέσ­σε­ρις μή­νες ξη­ρο­φα­γί­α»(19). Τι ση­μαί­νει ξη­ρο­φα­γί­α; Λί­γο ψω­μά­κι και λί­γο νε­ρά­κι. Βλέ­πε­τε πό­σο τι­μά τον άν­θρω­πο; Και άλ­λος κα­νό­νας λέ­γει: «Ο κα­τά­λα­λος σα­ράν­τα η­μέ­ρες δεν θα κοι­νω­νή­ση»(20). Και να σκε­φθή­τε ό­τι κοι­νω­νού­σαν κά­θε η­μέ­ρα οι μο­να­χοί. Ό­ταν ε­μείς κοι­νω­νά­με τέσ­σε­ρις φο­ρές τον χρό­νο, ση­μαί­νει δέ­κα χρό­νια α­κοι­νω­νη­σί­α. Και κά­τι χει­ρό­τε­ρο: η εκ­δί­κη­σις. Μου έ­κα­νες έ­να κα­κό και ε­γώ το θυ­μά­μαι. Με­τά α­πό έ­να δύ­ο χρό­νια έρ­χε­σαι να μου ζη­τή­σης κά­τι και σου λέ­γω: Θυ­μά­σαι που δεν μου εί­χες δώ­σει ε­κεί­νο που σου ζή­τη­σα; Για την εκ­δί­κη­σι ο ά­γιος Νε­ό­φυ­τος ο έγ­κλει­στος έ­λε­γε στους μο­να­χούς του: «Ε­άν εκ­δι­κη­θής, τό­τε α­φο­ρι­σμόν δι’ ό­λην σου την ζω­ήν»(21). Α­φο­ρι­σμός ση­μαί­νει να βγά­λουν τον μο­να­χό α­πό την α­δελ­φό­τη­τα και να τρώ­η ξέ­χω­ρα• να μην έ­χη κοι­νω­νί­α με τους άλ­λους. Αυ­τό εί­ναι πο­λύ βα­ρύ!
Ο Μέ­γας Βα­σί­λει­ος κά­νει και μί­α άλ­λη πα­ρα­τή­ρη­σι, ι­δι­αί­τε­ρα για τις γυ­ναί­κες. Πολ­λά λέ­γει γι’ αυ­τές, αλ­λά δεν σας τα λέ­γω, για να μη σας πι­κρά­νω. Α­να­φε­ρό­με­νος στις μο­να­χές λέ­γει: «Η εν­νεύ­σα­σα ο­φθαλ­μούς σχή­μα­τι πο­νη­ρώ προς το λυ­πή­σαι τη πλη­σί­ον α­φο­ρι­ζέ­σθω ε­βδο­μά­δα μί­αν»(22)• ο­ποί­α κά­νει νο­ή­μα­τα με το μά­τι, για να λυ­πή­ση την άλ­λη, έ­χει α­φο­ρι­σμό μί­α ε­βδο­μά­δα. Βλέ­πε­τε την ευ­γέ­νεια των με­γά­λων Πα­τέ­ρων της Εκ­κλη­σί­ας;
Να πού­με και για τις ε­πι­σκέ­ψεις που κά­νο­με στα σπί­τια ή με­τα­ξύ μας ε­μείς οι μο­να­χοί; Προ­σέξ­τε τρί­α πράγ­μα­τα που θα σας α­να­φέ­ρω. Εί­ναι πο­λύ α­πλά. Ό­ταν, λέ­γει ο ό­σιος Νεί­λος που ή­ταν με­γά­λος α­σκη­τής και θε­ο­λό­γος, συ­ναν­τι­έ­σαι με κά­ποι­ον ή ό­ταν πη­γαί­νης σε έ­να σπί­τι, «μη α­να­μέ­νω­μεν πρώ­τοι προ­σα­γο­ρευ­θή­ναι»• μην πε­ρι­μέ­νης να σου πη ο άλ­λος κα­λη­μέ­ρα. Ε­σύ να πης πρώ­τος, ε­σύ να τα­πει­νω­θής• μην πε­ρι­μέ­νης να τα­πει­νω­θή ο άλ­λος. «Η­μείς πρώ­τοι α­εί προ­σα­γο­ρεύ­σω­μεν εί­τε φί­λον, εί­τε έ­χθρόν»(23). Και αν εί­ναι ε­χθρός, και αν εί­ναι φί­λος, ε­μείς θα συμ­πε­ρι­φερ­θού­με με τον ί­διο τρό­πο.
Έ­νας άλ­λος α­σκη­τής, ο αβ­βάς Η­σα­ΐ­ας, λέ­γει: «Ε­άν α­πέλ­θης ε­πί ξέ­νης εις οί­κόν τι­νος», αν πας στο σπί­τι μιας γνω­στής σου ή ε­νός γνω­στού σου, «και ε­ξέλ­θη και ε­ά­ση σε κα­τά μό­νας», και ο νοι­κο­κύ­ρης βρε­θή στην α­νάγ­κη να σε α­φή­ση μό­νο σου, μη ση­κώ­σης το πρό­σω­πό σου και τα μά­τια σου και αρ­χί­σης να πε­ρι­ερ­γά­ζε­σαι τα πάν­τα. Ού­τε να α­νοί­ξης το συρ­τά­ρι για να δης τι έ­χει, «μή­τε θυ­ρί­δα», ού­τε κα­νέ­να πα­ρά­θυ­ρο για να δης μη τυ­χόν α­νοί­γη δι­α­φο­ρε­τι­κά, «εί­τε αγ­γεί­ον, εί­τε βι­βλί­ον», για­τί μπο­ρεί μέ­σα στο βι­βλί­ο να έ­χη έ­να γράμ­μα δι­κό του. Μπο­ρεί στο αγ­γεί­ο να έ­χη κά­τι, που δεν θέ­λει να το δης ε­σύ. «Εί­πε δε αυ­τώ ε­ξερ­χο­μέ­νω»• και για να εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­νυ­πο­ψί­α­στος ο νοι­κο­κύ­ρης, ό­ταν φεύ­γη, πες του: Σε πα­ρα­κα­λώ, έ­χεις να μου δώ­σης να κά­νω κά­τι μέ­χρι να ε­πι­στρέ­ψης(24); Για να νοι­ώ­ση ό­τι δεν μέ­νεις μό­νος σου, αλ­λά ό­τι τον αι­σθά­νε­σαι πα­ρόν­τα.
Ο προ­η­γού­με­νος ά­γιος, ο ά­γιος Νεί­λος ο α­σκη­τής, λέ­γει ό­τι, ό­ταν ευ­ρί­σκε­σαι με κά­ποι­ον, να εί­σαι τό­σο σο­βα­ρός και ό­μορ­φος και χα­ρι­τω­μέ­νος, ώ­στε να εί­σαι ι­ε­ρο­πρε­πής, να εί­σαι σε­βα­στός. Το βά­δι­σμά σου να εί­ναι αν­δρο­πρε­πές, έ­στω και αν εί­σαι γυ­ναί­κα. «Εν τη με­τα­λή­ψει το ο­λι­γο­δί­αι­τον»• ό­ταν συ­ναν­τη­θής με κά­ποι­ον και σου βά­λη να φας, ο­πωσ­δή­πο­τε θα σου πα­ρά­θε­ση με ό­λη την καρ­διά του τα κα­λύ­τε­ρα φα­γη­τά. Μην αρ­χί­σης και τρως λαί­μαρ­γα, δι­ό­τι θα του δη­μι­ουρ­γή­σης ά­σχη­μη εν­τύ­πω­σι. Μην προ­σβά­λης τον ε­αυ­τό σου. Και αν α­κό­μη πει­νάς, να εί­σαι ο­λι­γο­δί­αι­τος• φά­γε λί­γο α­πό ό­λα και αυ­τό φθά­νει. Για­τί λέ­γει ο­λι­γο­δί­αι­τος; Δι­ό­τι πρέ­πει να εί­σαι μα­θη­μέ­νος να τρως λί­γο, για να μπό­ρε­σης να συγ­κρα­τη­θής. Αν εί­σαι μα­θη­μέ­νος δια­ρκώς να τρως, δεν θα μπό­ρε­σης να φας λί­γο. «Εν τω κα­θεύ­δειν το σύμ­με­τρον»• αν χρεια­σθή να σε φι­λο­ξε­νή­σουν, μην πέ­σης ε­σύ πρώ­τος να κοι­μη­θής και οι άλ­λοι δεν θα ξεύ­ρουν τι να κά­νουν μέ­σα στο σπί­τι. Να κοι­μη­θής λι­γώ­τε­ρο α­πό ό­σο κοι­μά­σαι στο σπί­τι σου, δι­ό­τι πρέ­πει να κά­νης πα­ρέ­α τους αν­θρώ­πους που σε φι­λο­ξε­νούν, να κου­βεν­τιά­σης μα­ζί τους, να δεί­ξης την α­γά­πη σου, να δώ­σης τα δώ­ρα που έ­φε­ρες και μα­ζί με αυ­τά να δεί­ξης «προ­θυ­μί­α και συν­το­νί­α»(25).
Δη­λα­δή να τους κά­νης να νοι­ώ­σουν ό­τι μπή­κε στο σπί­τι τους έ­νας α­λη­θι­νός άγ­γε­λος.
Και έ­να τε­λευ­ταί­ο, το ο­ποί­ο α­να­φέ­ρει ο αβ­βάς Η­σα­ΐ­ας. Πα­ρ’ ό­τι ή­ταν α­σκη­τής, οι λό­γοι του εί­ναι κοι­νω­νι­κώ­τα­τοι και συγ­χρό­νως πνευ­μα­τι­κοί και θε­ο­λο­γι­κοί. Λέ­γει λοι­πόν ό­τι, ε­άν κά­ποι­ος, ο α­δελ­φός σου ή η μη­τέ­ρα σου ή η γυ­ναί­κα σου, σου ψή­ση φα­γη­τό και δεν ε­πι­τύ­χη, «μη ει­πής αυ­τώ, ό­τι κα­κώς έ­ψη­σας»• μην πης ό­τι δεν εί­ναι ό­πως το πε­ρί­με­να• «θά­να­τος γάρ ε­στι τη ψυ­χή σου»• εί­ναι θά­να­τος για την ψυ­χή σου. Εί­ναι με­γά­λο α­μάρ­τη­μα να πης ό­τι το φα­γη­τό δεν εί­ναι κα­λό, δι­ό­τι η γυ­ναί­κα εί­ναι α­δύ­να­τος άν­θρω­πος• μπο­ρεί να έ­χη κά­ποι­ο πρό­βλη­μα, να έ­χη κά­ποι­α δυ­σκο­λί­α. Μπο­ρεί ο α­δελ­φός, ο μο­να­χός, να ή­ταν άρ­ρω­στος, κου­ρα­σμέ­νος, να σκε­πτό­ταν κά­τι και να κά­η­κε λί­γο το φα­γη­τό. Δεν χά­λα­σε ο κό­σμος. Έ­τσι ευ­λο­γεί ο Θε­ός το μο­να­στή­ρι, έ­τσι ευ­λο­γεί και τα σπί­τια μας• δι­ό­τι και το σπί­τι μας εί­ναι μο­να­στή­ρι. Πλη­γώ­νε­ται ο άλ­λος. Γι’ αυ­τό λέ­γει• «ε­ρεύ­νη­σον σε­αυ­τόν ει ης συ α­κού­σας πα­ρ’ άλ­λου πώς έ­μελ­λες θλί­βε­σθαι, και α­να­παύ­η». Δεν ξεύ­ρεις ό­τι, αν σου το έ­λε­γαν αυ­τό ε­σέ­να, θα στε­νο­χω­ρι­ό­σουν; Για­τί ε­σύ στε­νο­χω­ρείς την γυ­ναί­κα σου ή τον α­δελ­φό σου;
Και συ­νε­χί­ζει ο αβ­βάς Η­σα­ΐ­ας: «Ε­άν ψάλ­λη­τε με­τ’ αλ­λή­λων», ε­άν ψάλ­λε­τε, ε­άν τρα­γου­δά­τε, «και εις πλα­νη­θή εις λέ­ξιν», και κά­ποι­ος κά­νει λά­θος, «μη τα­χέ­ως εί­πη­τε αυ­τώ και τα­ρά­ξη­τε αυ­τόν»(26), μην του πή­τε «σώ­πα, λά­θος έ­κα­νες», δι­ό­τι θα τον τα­ρά­ξε­τε και ό­ταν θα θε­λή­ση να ψά­λη ή να τρα­γου­δή­ση, θα κά­νη συ­νε­χώς λά­θη. Έ­τσι δη­μι­ουρ­γούν­ται τα προ­βλή­μα­τα στις ψυ­χές των αν­θρώ­πων.
Βε­βαί­ως, αυ­τά ι­σχύ­ουν για τους μο­να­χούς, εί­ναι ό­μως υ­πό­δειγ­μα και για την οι­κο­γέ­νεια που δη­μι­ουρ­γούν οι σύ­ζυ­γοι. Ας δού­με ό­μως ει­δι­κώ­τε­ρα την ζω­ή μας μέ­σα στον κό­σμο.
Κά­πο­τε που τα­ξί­δευ­α νύ­κτα με τραί­νο και χά­λα­σε και μας κα­τέ­βα­σε άλ­λου, συ­νήν­τη­σα έ­ναν η­λι­κι­ω­μέ­νο ι­ε­ρέ­α, με μια ι­ε­ρο­πρε­πε­στά­τη γε­νειά­δα. Με πλη­σιά­ζει -ή­μουν α­κό­μη νέ­ος, μό­λις εί­χα χει­ρο­το­νη­θή, ού­τε γέ­νεια σχε­δόν δεν εί­χα- και με πο­λύ σε­βα­σμό με ρω­τά: Εί­σθε ι­ε­ρεύς; Εί­σθε αρ­χι­μαν­δρί­της; Αρ­χι­μαν­δρί­της, του α­παν­τώ, και έ­σκυ­ψε να μου φι­λή­ση το χέ­ρι αυ­τός ο άν­θρω­πος, για τον ο­ποί­ον έ­μα­θα εκ των υ­στέ­ρων ό­τι ή­το ά­γιος. Τό­τε τον ε­ρω­τώ: Ε­σείς τι εί­σθε; Εί­μαι η­γού­με­νος δε­κα­τεσ­σά­ρων παι­δι­ών, ε­πτά εν τη ζω­ή και ε­πτά η­σφα­λι­σμέ­νων εν τω ου­ρα­νώ. Τα ε­πτά τα ε­ξη­σφά­λι­σα και πα­λεύ­ω να ε­ξα­σφα­λί­σω τα άλ­λα ε­πτά.
Ό­λοι μας ζού­με την ί­δια ζω­ή, στην αγ­κα­λιά του Ι­η­σού Χρι­στού. Υ­πάρ­χει ό­μως μια δι­α­φο­ρά α­νά­με­σα στο μο­να­στή­ρι και στον γά­μο. Στο μο­να­στή­ρι εί­ναι ό­λα φτι­αγ­μέ­να εύ­κο­λα, ε­νώ στον γά­μο εί­ναι δύ­σκο­λα. Χρει­ά­ζε­ται να γυ­μνά­ζω­με πο­λύ κα­λά τα μπρά­τσα μας και τις καρ­δι­ές μας, για να αν­τέ­χω­με στις δυ­σκο­λί­ες της ζω­ής. Στο μο­να­στή­ρι αλ­λοι­ώς ζη, αλ­λοι­ώς πο­ρεύ­ε­ται ο άν­θρω­πος. Να σας πω έ­να πα­ρά­δειγ­μα.
Έ­χο­με στο Ά­γιον Ό­ρος έ­ναν η­γού­με­νο. Χα­ρι­τω­μέ­νος άν­θρω­πος, να του φι­λάς και τα δύ­ο χέ­ρια. Εί­ναι α­πλός, ό­χι πο­λύ μορ­φω­μέ­νος. Πώς ήλ­θε στο Ά­γιον Ό­ρος; Ό­ταν ή­ταν δε­κα­έ­ξι ε­τών, βλέ­πει την Πα­να­γί­α να τον ε­πι­σκέ­πτε­ται και να του λέ­γη: Θα σου δεί­ξω κά­τι που δεν το γνω­ρί­ζεις. Θα σου δεί­ξω το Ά­γιον Ό­ρος. Και σε ό­ρα­μα του έ­δει­ξε ό­λο το Ά­γιον Ό­ρος. Ύ­στε­ρα του έ­βα­λε μπρο­στά του έ­να συγ­κε­κρι­μέ­νο μο­να­στή­ρι και του λέ­γει: Θέ­λω να πας σε αυ­τό το μο­να­στή­ρι. Πώς λέ­γε­ται, Πα­να­γί­α μου, το μο­να­στή­ρι αυ­τό; Του εί­πε το ό­νο­μα του μο­να­στη­ριού, δεν σας το λέ­γω ό­μως, για­τί ά­μα σας το πω, θα κα­τα­λά­βε­τε ποι­ος εί­ναι. Φεύ­γει α­πό το σπί­τι το παι­δί -Θε­ό­κλη­τος, Μα­ρι­ό­κλη­τος, Πα­να­γι­ό­κλη­τος, πώς να τον ο­νο­μά­ση κα­νείς, α­φού τον κά­λε­σε η Πα­να­γί­α! – και πά­ει στο μο­να­στή­ρι. Βλέ­πε­τε, άλ­λος εί­ναι ο τρό­πος με τον ο­ποί­ον πη­γαί­νουν οι μο­να­χοί στα μο­να­στή­ρια, άλ­λα τα σκιρ­τή­μα­τα, άλ­λες οι α­φε­τη­ρί­ες, άλ­λα τα βι­ώ­μα­τα. Τον κα­τα­λα­βαί­νει ο πα­τέ­ρας του και τρέ­χει για να τον προ­λά­βη. Το παι­δί μπαί­νει σε έ­να κα­ρά­βι για να τα­ξι­δέ­ψη. Ο πα­τέ­ρας το υ­πο­ψι­ά­σθη­κε και μπαί­νει και αυ­τός. Το παι­δί έ­βλε­πε τον πα­τέ­ρα, αλ­λά ο πα­τέ­ρας δεν το έ­βλε­πε. Του σκέ­πα­ζε τα μά­τια ο Θε­ός. Στο ί­διο κα­ρά­βι ή­ταν, περ­νού­σε ο έ­νας δί­πλα στον άλ­λον, πή­γαι­ναν να φά­νε, ο πα­τέ­ρας δεν έ­βλε­πε το παι­δί. Πα­ρα­πο­νι­ό­ταν σε ό­λους, φώ­να­ζε: Έ­να παι­δί και μου φεύ­γει και αυ­τό, για να πά­η στο μο­να­στή­ρι. Ό­μως δεν τον εί­δε, δι­ό­τι τον προ­στά­τευ­ε η Πα­να­γί­α. Εν συ­νε­χεί­α, φθά­νει σε έ­να λι­μα­νά­κι, σε έ­ναν δεύ­τε­ρο αρ­σα­νά. Θαύ­μα­ζε, δι­ό­τι ό­λα του ή­ταν γνω­στά. Του τα εί­χε δεί­ξει ό­λα η Πα­να­γί­α. Τε­λι­κά έ­φθα­σε στο μο­να­στή­ρι, που η Πα­να­γί­α του χά­ρι­σε. Ε­πο­μέ­νως, το μο­να­στή­ρι εί­ναι έ­νας γά­μος μυ­στι­κός με τον Χρι­στόν.
Ο γά­μος τι εί­ναι; Εί­πα­με ό­τι και ο γά­μος εί­ναι έ­να άλ­λο μο­να­στη­ρά­κι. Εί­ναι έ­να μυ­στή­ριο, δι­ό­τι με τον γά­μο γι­νό­μα­στε «σάρ­κα μί­α»(27). Τι ση­μαί­νει αυ­τό; Ό­τι, ό­πως ε­μέ­να μου δί­νει ο Θε­ός χά­ρι­σμα να γί­νω μο­να­χός στο συγ­κε­κρι­μέ­νο μο­να­στή­ρι και να ε­πι­τύ­χω σε αυ­τό, έ­τσι δί­νει χά­ρι­σμα και στον έγ­γα­μο άν­θρω­πο. Οι δύ­ο γί­νον­ται έ­νας άν­θρω­πος ε­νώ­πιον του Θε­ού. Τους α­να­λαμ­βά­νει ο ί­διος ο Χρι­στός και τους φορ­τώ­νε­ται στην δι­κή του σάρ­κα.
Ο α­πό­στο­λος Πέ­τρος, α­να­φε­ρό­με­νος στο μυ­στή­ριο του γά­μου και α­πευ­θυ­νό­με­νος στις γυ­ναί­κες, λέ­γει ό­τι ο στο­λι­σμός της γυ­ναί­κας συ­νί­στα­ται «εν τω α­φθάρ­τω του πρα­έ­ος και η­συ­χί­ου πνεύ­μα­τος, ο ε­στίν ε­νώ­πιον του Θε­ού πο­λυ­τε­λές»(28) Η γυ­ναί­κα πρέ­πει να δεί­χνη στον άν­δρα της πρα­ό­τη­τα και η­ρε­μί­α. Να μην καυ­γα­δί­ζη με τον άν­δρα, να μην ε­πι­τί­θε­ται, να μην ε­κνευ­ρί­ζε­ται, να μη στε­νο­χω­ρι­έ­ται. Να εί­ναι πρά­ος άν­θρω­πος. Για­τί το λέ­γει αυ­τό στις γυ­ναί­κες, ε­νώ δεν λέ­γει στον άν­δρα να εί­σαι πρά­ος, να εί­σαι ή­ρε­μος; Δι­ό­τι οι άν­δρες εί­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κοί, έ­χουν άλ­λη καρ­διά, άλ­λον ψυ­χι­σμό. Αυ­τοί μπο­ρούν εύ­κο­λα να ε­ξά­πτων­ται, έ­χουν ε­γω­ι­σμό. Ά­μα του πη κά­τι η γυ­ναί­κα, το κρα­τά­ει μέ­σα του και αρ­χί­ζει να την υ­πο­ψι­ά­ζε­ται. Συμ­βου­λεύ­ει λοι­πόν την γυ­ναί­κα: Να εί­σαι ή­ρε­μη, να έ­χης πρα­ό­τη­τα, να κά­νης ό,τι σου λέ­γει ο άν­δρας σου. Και αν σε κτυ­πή­ση, χα­μο­γέ­λα­σέ του, φί­λη­σέ τον και θα τον κά­νης αρ­νά­κι. Ε­άν δεί­ξης στα­θε­ρό­τη­τα, τό­τε έ­χεις έ­να πο­λυ­τι­μό­τα­το α­πό­κτη­μα, έ­χεις έ­να σπου­δαί­ο πλε­ο­νέ­κτη­μα ε­νώ­πιον του Θε­ού και των αν­θρώ­πων, δι­ό­τι η συ­ζυ­γί­α σας θα εί­ναι κα­θη­με­ρι­νή α­γά­πη.
Εν συ­νε­χεί­α λέ­γει στους άν­δρες: «Οι άν­δρες συ­νοι­κούν­τες κα­τά γνώ­σιν». Ε­σύ δη­λα­δή που α­πέ­κτη­σες γυ­ναί­κα και ζης μα­ζί της, να ζης «κα­τά γνώ­σιν». Να ξεύ­ρης τι ζη­τά­ει η καρ­διά της γυ­ναί­κας, να ξεύ­ρης την ι­στο­ρί­α της που σου δι­η­γή­θη­κε α­πό την πρώ­τη η­μέ­ρα που σε γνώ­ρι­σε, να μην ξε­χά­σης τί­πο­τε α­πό ό­σα σου εί­πε. Α­κό­μη, να ξεύ­ρης την ψυ­χο­λο­γί­α της, δι­ό­τι ο άν­δρας και η γυ­ναί­κα δεν εί­ναι το ί­διο πράγ­μα. Άλ­λα θέ­λω ε­γώ, άλ­λα θέ­λει ε­κεί­νη. Αλ­λού τρέ­χω ε­γώ, αλ­λού τρέ­χει ε­κεί­νη. Αλ­λοι­ώς μας έ­πλα­σε ο Θε­ός. Άρ­σεν και θή­λυ έ­πλα­σε, για να συν­δέ­ων­ται, να συ­νε­νούν­ται τα δι­α­φο­ρε­τι­κά και να προ­κύ­πτη μί­α τε­λει­ό­τη­τα. Ε­πί­σης, να δεί­χνης ό­τι α­γα­πάς την γυ­ναί­κα σου, ό­τι την θυ­μά­σαι, ό­τι προ­σέ­χεις κά­θε α­νάγ­κη της. Πώς ό­μως; Ό­χι με υ­πε­ρη­φά­νεια αλ­λά «ως α­σθε­νε­στέ­ρω σκεύ­ει τω γυ­ναι­κεί­ω α­πο­νέ­μον­τες τι­μήν»(29). Στην γυ­ναί­κα λέ­γει να έ­χη πρα­ό­τη­τα προς τον άν­δρα. Στον άν­δρα λέ­γει να τι­μά την γυ­ναί­κα του. Ό­ταν δεν τι­μάς την γυ­ναί­κα σου, μπο­ρεί να σπά­ση σαν έ­να πο­τη­ρά­κι, χω­ρίς μά­λι­στα να το κα­τα­λά­βης. Ε­σύ θα θέ­λης κά­τι, θα ε­πι­μέ­νης, θα φω­νά­ζης, θα υ­βρί­ζης, θα πα­ρε­ξη­γή­σαι, «μα δεν μου το έ­κα­νες αυ­τό, μα δεν μου το έ­δω­σες», αλ­λά δεν κα­τά­λα­βες ό­τι έ­σπα­σε η καρ­διά της γυ­ναί­κας σου. Και ά­μα σπά­ση, έ­στω και αν ρα­γί­ση, δύ­σκο­λα α­πο­κα­θί­στα­ται. Τι ω­ραί­α που τα λέ­γει ο Α­πό­στο­λος! Πού τα ή­ξευ­ραν αυ­τά οι ευ­λο­γη­μέ­νοι ά­γιοι; Μα, α­πό την α­γι­ό­τη­τα πη­γά­ζουν και α­πορ­ρέ­ουν αυ­τά.
Θέ­λει λοι­πόν τι­μή η γυ­ναί­κα, δι­ό­τι εί­ναι λε­πτή και ευ­αί­σθη­τη. Πρέ­πει ε­σύ, άν­δρα, να το κά­νης αυ­τό, δι­ό­τι «εί­σθε συγ­κλη­ρο­νό­μοι χά­ρι­τος ζω­ής», δι­ό­τι πή­ρα­τε έ­να χά­ρι­σμα και οι δυ­ο μα­ζί. Το λα­χεί­ο που σας έ­δω­σε ο Θε­ός, δεν εί­ναι μό­νον για σέ­να ή μό­νον για ε­κεί­νην, εί­ναι και για τους δυ­ο σας. Εί­σθε συγ­κλη­ρο­νό­μοι, θα κλη­ρο­νο­μή­σε­τε μα­ζί την αι­ώ­νια ζω­ή. Και ό­λα αυ­τά τα λέ­γει, «εις το μη εγ­κό­πτε­σθαι τας προ­σευ­χάς υ­μών»(30). Ε­άν δη­λα­δή ε­σύ, γυ­ναί­κα, δεν εί­σαι πρά­ος άν­θρω­πος και αν ε­σύ, άν­δρα, δεν σέ­βε­σαι την γυ­ναί­κα σου, δεν την τι­μάς, δεν θα μπο­ρέ­σε­τε πο­τέ να κά­νε­τε προ­σευ­χή. Δι­ό­τι η μί­α σαρξ -«εις σάρ­κα μί­αν έ­σον­ται»- γί­νε­ται πολ­λές σάρ­κες. Γί­νε­ται μί­α κα­τα­πλη­γω­μέ­νη σάρ­κα. Και ε­πο­μέ­νως, έ­χο­με συ­νε­χώς συγ­κρού­σεις, προ­βλή­μα­τα, πα­ρά­πο­να. Έ­χω πα­ρά­πο­να ε­γώ α­πό ε­σέ­να, ε­σύ α­πό ε­μέ­να. Ε­γώ θα πά­ω στον φί­λο μου να πα­ρα­πο­νε­θώ για την γυ­ναί­κα μου και συ θα πας στην φί­λη σου να πα­ρα­πο­νε­θής για τον άν­δρα σου. Έ­τσι, ε­πει­δή δεν θα έ­χω­με η­ρε­μί­α, χα­ρά και ει­ρή­νη, δεν θα μπο­ρού­με να προ­σευ­χη­θού­με και η ζω­ή μας θα εί­ναι γε­μά­τη μι­ζέ­ρια. Αν θέ­λω­με να φθά­σω­με στον Θε­όν, λέ­γει, πρέ­πει να σκε­πτώ­με­θα κοι­νω­νι­κά. Βλέ­πε­τε ό­τι το μο­να­στή­ρι εί­ναι και μέ­σα στον κό­σμο;
Η μο­να­χι­κή ζω­ή εί­ναι υ­πό­δειγ­μα αν­θρω­πί­νης κοι­νω­νί­ας. Ού­τε η δη­μο­κρα­τί­α μπο­ρεί να έ­χη την τε­λει­ό­τη­τα αυ­τή, ού­τε η βα­σι­λεί­α ού­τε ο σο­σι­α­λι­σμός. Κα­νέ­να σύ­στη­μα δεν ε­πι­τυγ­χά­νει την τε­λει­ό­τη­τα της μο­να­χι­κής πο­λι­τεί­ας. Δι­ό­τι εί­ναι πραγ­μα­τι­κά μί­α κοι­νω­νί­α αγ­γε­λι­κή, θα έ­λε­γα πα­τε­ρι­κή, δη­λα­δή ό­πως ζού­σαν οι Πα­τέ­ρες της Εκ­κλη­σί­ας. Αλ­λά και η έγ­γα­μος κοι­νω­νί­α μας, οι σχέ­σεις μας στον κό­σμο εί­ναι μυ­στη­ρια­κές.
Ε­άν δεν ζού­με ει­ρη­νι­κά αλ­λά με έ­ρι­δες, «ου­χί σαρ­κι­κοί ε­στε;» λέ­γει ο α­πό­στο­λος Παύ­λος(31). Ό­ταν φι­λο­νει­κή­τε, ό­ταν πλη­γώ­νε­σθε, δεν εί­σθε σαρ­κι­κοί άν­θρω­ποι; Πό­σο βα­ρύς εί­ναι αυ­τός ο λό­γος του α­πο­στό­λου Παύ­λου!
Για να γί­νη λοι­πόν κα­νείς μο­να­χός, πρέ­πει να εί­ναι κοι­νω­νι­κός, χα­ρι­τω­μέ­νος, να α­νέ­χε­ται ό,τι κά­νουν οι άλ­λοι, να τι­μά τους άλ­λους, να έ­χη την προ­αί­ρε­σι του άλ­λου, δη­λα­δή να μην αρ­νή­ται την γνώ­μη των άλ­λων, έ­στω και αν έ­χη ε­κεί­νος την ορ­θή γνώ­μη. Ό­μως πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο πρέ­πει να εί­μα­στε κοι­νω­νι­κοί και χα­ρι­τω­μέ­νοι στον κό­σμο, ό­που οι άλ­λοι βι­ά­ζον­ται, κου­ρά­ζον­ται, τρώ­ει ο έ­νας τον άλ­λον.
Ε­άν ζού­με σύμ­φω­να με ό­σα μας λέ­γουν οι ά­γιοι, τό­τε, θέ­λο­με δεν θέ­λο­με, η καρ­διά μας θα γε­μί­ση α­πό ου­ρά­νια προ­σευ­χή. Ε­πί­σης, θα μπο­ρού­με να λέ­με για το σπί­τι μας, «ο Χρι­στός εν τω μέ­σω η­μών», ο Χρι­στός εί­ναι α­νά­με­σά μας, ό­πως λέ­γουν οι ι­ε­ρείς. Δεν θα το πού­με αυ­τό, ό­ταν κά­νω­με με­γά­λες προ­σευ­χές, με­γά­λες νη­στεί­ες, πά­με στην εκ­κλη­σί­α, στα προ­σκυ­νή­μα­τα, κά­νω­με κα­τη­χη­τι­κά. Ό­λα αυ­τά εί­ναι κα­λά, αλ­λά θε­μέ­λιο αυ­τών εί­ναι ό­σα μας λέ­γουν ε­δώ οι ά­γιοι. Τε­λει­ώ­νον­τας θα σας δι­α­βά­σω δυ­ο γραμ­μές α­πό έ­ναν λό­γο του Με­γά­λου Βα­σι­λεί­ου: «Προ­πη­δά­τω ο της πα­ρα­κλή­σε­ως λό­γος των λοι­πών σου ρη­μά­των, κυ­ρών σου την του πλη­σί­ον α­γά­πην»(32). Ε­σύ που εί­σαι στο μο­να­στή­ρι, ό­ταν πλη­σί­α­σης τον α­δελ­φό σου, ε­σύ που εί­σαι σύ­ζυ­γος, ό­ταν πλη­σί­α­σης τον ή την σύ­ζυ­γό σου, ε­σύ που εί­σαι πα­τέ­ρας, μη­τέ­ρα, ό­ταν πλη­σί­α­σης το παι­δί σου, «προ­πη­δά­τω ο της πα­ρα­κλή­σε­ως λό­γος». Ό,τι θα του πης, ό,τι σκέ­πτε­σαι να του πης, πες το, α­φού πρώ­τα του πης δυ­ο κου­βέν­τες που θα του δώ­σουν χα­ρά, πα­ρη­γο­ριά, μια α­νά­σα. Να τον κά­νης να πη, α­να­κου­φί­σθη­κα, χά­ρη­κα! Να κά­νε­τε τους άλ­λους να σας κα­μα­ρώ­νουν, να σας α­γα­πούν, να χο­ρο­πη­δούν α­πό την χα­ρά τους, ό­ταν σας συ­ναν­τούν. Δι­ό­τι ό­λοι οι άν­θρω­ποι στην ζω­ή τους, στο σπί­τι τους, στο σώ­μα τους και στην ψυ­χή τους έ­χουν πό­νο, αρ­ρώ­στι­ες, δυ­σκο­λί­ες, βά­σα­να, και ο κα­θέ­νας κρύ­βει τον πό­νο μέ­σα στο πουγ­γί του το κρυ­φό, μέ­σα στην καρ­διά του, στο σπί­τι του, για να μην τον ξεύ­ρουν οι άλ­λοι. Έ­τσι ε­γώ δεν ξεύ­ρω τι πό­νο έ­χεις ε­σύ και ε­σύ δεν ξεύ­ρεις τι πό­νο έ­χω ε­γώ. Μπο­ρεί να γε­λώ, να φω­νά­ζω, να παί­ζω, αλ­λά κα­τά βά­θος πο­νώ και γε­λώ και φω­νά­ζω, για να σκε­πά­σω την λύ­πη μου. Γι’ αυ­τό δώ­σε στον άλ­λον πρώ­τα έ­να χα­μό­γε­λο.
Και συ­νε­χί­ζει: «Τι­θέ­σθω… εν φαι­δρώ τω προ­σώ­πω, ί­να δως ευ­φρο­σύ­νην τω σοι δι­α­λε­γο­μέ­νω». Α­φού κά­νης τον άλ­λον να χα­μο­γε­λά­ση, το πρό­σω­πό σου ας μη στα­μα­τή­ση να εί­ναι χα­μο­γε­λα­στό• αυ­τό ση­μαί­νει «εν φαι­δρώ τω προ­σώ­πω». Ή­λιος ο­λό­λαμ­προς να εί­ναι το πρό­σω­πό σου, ώ­στε και κα­τά την συ­ζή­τη­σι που θα κά­νης να συ­νε­χί­ζη να νοι­ώ­θη την ί­δια ευ­φρο­σύ­νη. «Εν παν­τί κα­τορ­θώ­μα­τι του πλη­σί­ον σου ευ­φραί­νου»• για ό­ποι­ο κα­τόρ­θω­μα και χά­ρι­σμα έ­χει ο πλη­σί­ον, να χαί­ρε­σαι μα­ζί του. «Σα γάρ ει­σι τα ε­κεί­νου κα­τορ­θώ­μα­τα, ως και τα σα ε­κεί­νου». Να γί­νε­σθε ο έ­νας συμ­μέ­το­χος του άλ­λου.
Με αυ­τόν τον τρό­πο γί­νε­ται η συ­νάν­τη­σις των μο­να­χών και των εγ­γά­μων, των α­γί­ων και των α­μαρ­τω­λών, μέ­σα σε αυ­τόν τον κοι­νω­νι­κό στί­βο, ώ­στε να μας δί­νη το δι­καί­ω­μα και την δυ­να­τό­τη­τα να κά­νω­με προ­σευ­χή. Και ό­ταν κά­νω­με προ­σευ­χή, λέ­γον­τας την ευ­χή, βά­ζο­με ό­λους τους αν­θρώ­πους μέ­σα στο «Κύ­ρι­ε Ι­η­σού Χρι­στέ, ε­λέ­η­σόν με». Τον άν­δρα μου πρώ­τα, τον α­δελ­φό μου, το παι­δί μου και ό­λον τον κό­σμο. Βλέ­πον­τας ο Θε­ός αυ­τήν την α­γά­πη­σι, αυ­τόν τον πα­ρά­δει­σο στην καρ­διά μου, η καρ­διά μου να τους έ­χη χω­ρέ­σει ό­λους, τό­τε ο Θε­ός εί­ναι α­δύ­να­τον να μη χω­ρέ­ση στον πα­ρά­δει­σο και ε­μέ­να και ε­σάς.
Ση­μει­ώ­σεις
*. Ο­μι­λί­α στην Λάρ­να­κα Κύ­πρου, 23 ‘Οκτωβρίου 1988.
1. Συ­να­ξά­ριον 23ης Ο­κτω­βρί­ου • ΣΑΒΒΑ ΑΓΌΥΡΙΔΗ, Ι­ά­κω­βος Α­δελ­φό­θε­ος, ΘΗΕ, τ. 6, στ. 624-626.
2. Γέν. 3,4.
3. Πράξ. 15• Γαλ. 2, 11-21• βλ. σχε­τι­κώς και ΣΑΒΒΑ ΑΓΟΥΡΙΔΗ, «Ι­ε­ρου­σα­λήμ», η Α­πο­στο­λι­κή Σύ­νο­δος, ΘΗΕ, τ. 6, στ. 827-829.
4. Υ­πό­μνη­μα εις τον ά­γιον Ι­ά­κω­βον Α­πό­στο­λον και Α­δελ­φό­θε­ον, PG 115, 201ΑΒ• ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, «Ερ­μη­νεί­α εις τας ε­πτά κα­θο­λι­κάς α­πο­στο­λάς», εκδ. Ορ­θό­δο­ξος Κυ­ψέ­λη, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1986, σελ. 33.
5. Α ‘ Κορ. 12, 26-27.
6. Βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, «Εις την Γέ­νε­σιν ο­μι­λί­α» 33, 3, PG53, 309.
7. Ματθ. 20, 28.
8. Βλ. Εφ. 5, 25.
9. Α’ Ι­ω. 4, 19.
10. Εφ. 4, 2.
11. Εφ. 4,32.
12. Φι­λιππ. 2,4.
13. «Α­πο­φθέγ­μα­τα Γε­ρόν­των, αβ­βά Α­πολ­λώ 3, PG 65, 136Β.
14. Βλ. Μ. ΑΝΤΩΝΙΟΥ, Το κεί­με­νον των κα­νό­νων 62• ΔΗΜ. Α. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΥ, «Οι μο­να­χι­κοί θε­σμοί εν τη, Α­πο­στο­λι­κή Ορ­θο­δό­ξω Εκ­κλη­σί­α», Εν Λει­ψί­α 1907, σελ. 41.
15. Βλ. Μ. Α­θΑ­ΝΑ­ΣΙ­Ο­Υ, «Βί­ος και Πο­λι­τεί­α του ο­σί­ου Αν­τω­νί­ου 73», PG 26, 945Α.
16. ΙΩΑΝΝΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ, «Κλί­μαξ 4, Πε­ρί της μα­κα­ρί­ας και α­ει­μνή­στου υ­πα­κο­ής», PG 88, 685Α.
17. Ε­πι­τί­μια 5», PG 3 1, 1305D.
18. «Ε­πι­στο­λή 2, 5», PG 32, 229C-232A.
19. Βλ. «Πε­ρί ε­ξα­γο­ρεύ­σε­ως και των ταύ­της δι­α­λύ­σε­ων κα­νό­νες 3», PG 99, 1724Α.
20. Βλ. «Τα κα­θη­με­ρι­νά ε­πι­τί­μια των μο­να­χών 44», PG 99, 1753Β.
21. Βλ. «Συγ­γράμ­μα­τα, Τυ­πι­κή Δι­α­θή­κη, α­πό των ε­πι­τό­μων του Με­γά­λου Βα­σι­λεί­ου κα­νό­νων ε­κλο­γή 9», τ. 2, (εκδ.) Ι. Ε. Στε­φα­νής, εκδ. Ι. Μ. Α­γί­ου Νε­ο­φύ­του, Πά­φος 1998, σελ. 65, στιχ. 15-16.
22. «Έ­πι­τί­μια εις τας Κα­νο­νι­κάς 16», PG 31, 1316C.
23. «Ε­πι­στο­λή 2, 312, PG 79, 353Α.
24. Λό­γος 3, 4, σσ. 45-46.
25. Ε­πι­στο­λή 4, 41, PG79, 569C.
26. Λό­γος 5, σελ. 61
27. Εφ. 5,31.
28. Α ‘ Πέ­τρ. 3, 4.
29. Α’ Πε­τρ. 3, 7.
30. Α’ Πέ­τρ. 3,7.
31. Α’ Κορ. 3,4.

32. Λό­γος α­σκη­τι­κός 8, PG 31, 644Β.