Υπό αρχιμ. Βασιλείου Μπακογιάννη 

Τον Ιούλιο του 1979 καμιά δωδεκαριά νεαροί (άλλοι μοναχοί, άλλοι λαϊκοί), επισκεφθήκαμε τον Όσιο Παϊσιο (+1994) έχοντας σαν «αρχηγό» στην παρέα μας τον τότε πανοσιολογιώτατο αρχιμανδρίτη Μελέτιο Καλαμαρά και μετέπειτα Μητροπολίτη Νικοπόλεως (+2012). Θυμάμαι:

Ήταν 2 Ιουλίου κατά τις εννέα το πρωί, όταν φθάσαμε στο κελλί του Παϊσίου. «Απουσιάζω. Θα γυρίσω το απόγευμα», έγραφε απέξω στο κελλί του.

«Ας περιμένουμε λίγο, και αν είναι θέλημα Θεού, θα έρθει», είπε ο π. Μελέτιος.

Μερικοί από την παρέα μας περίμεναν έξω στην αυλή του κελλιού του, ενώ οι υπόλοιποι ανεβήκαμε λίγο παραπάνω, μέσα στο δάσος· μαζί μας ήταν και ο π. Μελέτιος.

Δεν θα είχαν περάσει δέκα-δεκαπέντε λεπτά, και η παρέα που ήταν απέξω στην αυλή, είδε τον Όσιο να κατεβαίνει από το βουνό.

«Έρχεται, έρχεται!», φώναζε ενθουσιασμένη, (γιατί, υπενθυμίζουμε, είχε ανακοινώσει ότι θα ερχόταν το απόγευμα). Και τι έκανε ο Όσιος; Δεν ακολούθησε το δρομάκι που οδηγούσε στην αυλή του, αλλά έστριψε αριστερά μέσα στο δάσος, χωρίς να υπάρχει δρόμος, και χωρίς να βλέπει κανέναν, σαν κάτι να έψαχνε εναγωνίως. Έψαχνε για τον π. Μελέτιο!

Μόλις τον «ανακάλυψε» (πέρασε από μπροστά μας, χωρίς καθόλου να μας δώσει «σημασία») και έτρεξε κατεπάνω του! Τον προσκύνησε, και του κατασπάσθηκε το χέρι, αφήνοντάς μας άφωνους!

Στη συνέχεια κατεβήκαμε στην αυλή του («αρχονταρίκι» του). Μπήκε στα γρήγορα στο κελλί του, έβαλε το καλό του ράσο, ξαναγύρισε. Καθίσαμε όλοι μαζί, πάνω στα «κουτσουρα», που είχε σαν καθίσματα, και κάτω από τα δενδράκια που είχε απέξω στην αυλή του. Και άρχισε η συζήτηση!

-Είχατε έρθει πάλι, πριν πέντε χρόνια, (είπε στον π. Μελέτιο· ας τον έβλεπε για πρώτη φορά!). Αλλά τότε ήμουν πάνω στο βουνό, και έγραφα το βιβλίο για τον π. Αρσένιο.

-Πάτερ Παϊσιε (του είπε ο π. Μελέτιος) όπως βλέπετε, είμαστε εδώ μια παρέα, και προσπαθούμε να κάνουμε, ο,τι μπορούμε για την ψυχή μας, πέστε μας λόγο ψυχωφέλιμο.

-Εγώ είμαι καλόγηρος, είπε. Εννοώντας, ότι δεν είναι σωστό, να κάνει το δάσκαλο παρουσία ιερέως.

Όμως υπάκουσε, και είπε λόγια ψυχωφέλιμα. Ένώ περιμέναμε να μας ειπεί για τον μοναχισμό (ο π. Μελέτιος με τη συνοδεία του είχε αποφασίσει να μονάσει στην Ιερά Μονή Μεγίστη Λαύρας, Αγίου Όρους), μίλησε για ιεραποστολή στον κόσμο και ιδιαίτερα για τα μοναστήρια στον κόσμο. (Και μετά από οχτώ μήνες, Φεβρουάριο 1980, ο π. Μελέτιος εξελέγη Μητροπολίτης Νικοπόλεως.

Έκανε ιεραποστολή στον κόσμο, έφτιαξε μοναστήρια, με πρώτους μοναχούς τους νέους που επισκέφθηκαν τον Όσιο Παϊσιο!).


«Αν ζούσε σήμερα ο Μ. Βασίλειος (συνέχισε ο Όσιος) δεν θα έφτιαχνε τη Βασιλειάδα, γιατί αυτό είνα δουλειά του Κράτους, αλλά θα έκανε προσευχή για τον κόσμο, και θα τον ανέπαυε ψυχικά» (εννοώντας, πως ιεραποστολή δεν είναι ανέγερση κτιρίων, αλλά «ανέγερση» ψυχών).

«Έρχονται (πρόσθεσε) δύσκολα χρόνια, και ο Θεός κάνει «επιστράτευση».

«Μου λέει ο λογισμός, πως η μάνα που κλαίει και πονάει, επειδή ο γυιός της πάει μοναχός, θα έχει πιο μεγάλο μισθό από την μάνα που χαίρεται, που ο γυιός της γίνεται μοναχός, γιατί αυτή πονάει».

Όταν ήρθε η ώρα να φύγουμε, ξεπροβόδισε τον π. Μελέτιο μέχρι εκεί που ήταν το ποταμάκι (τόσο μακριά!), συζητώντας «αχόρταγα» καθ’ οδόν. Σίγουρα ο χαρισματούχος Όσιος κάτι το μεγάλο είδε στο πρόσωπο του ιερομονάχου τότε Μελετίου.

Το πρώτο που οσφράνθηκε θα ήταν τα «αρώματα» (τις αρετές), που είχε ο Μελέτιος.

«Εκείνοι που έχουν καλή όσφρησι, μπορούν να αντιληφθούν κάποιον που έχει επάνω του κρυμμένα αρώματα» λέει ο Όσιος Ιωάννης της Κλίμακος (Λόγος 26: 53).

Ας μου επιτραπεί να προσθέσω και τα εξής: Την άλλη μέρα, το απόγευμα, επισκέφθηκα από μόνος μου τον Όσιο Παϊσιο. Ήταν μόνος του. Συζητήσαμε. Μεταξύ των άλλων του είπα: «Εδώ στην ερημιά είστε μακρυά από πειρασμούς, ενώ εμείς στον κόσμο έχουμε πειρασμούς».

Μου απάντησε: «Όπου υπάρχουν πειρασμοί, ο Θεός βοηθεί πιο πολύ».

Του είπα επίσης: «Προβληματίζομαι για τον ποιόν δρόμο θα ακολουθήσω· να γίνω άγαμος ιερέας, η έγγαμος». Μου είπε: «Ο,τι πράγμα κάνεις στη ζωή σου, να το κάνεις με ταπείνωση». (Σωτήρια συμβουλή!).

Στη συνέχεια μίλησε γι’ αυτούς που κυνηγάνε αξιώματα, λέγοντας μάλιστα το εξής χαρακτηριστικό: «Σε έναν πεθαμένο άνθρωπο, όσα βαρέλια και να βάλεις πάνω του, δεν θα ειπεί δεν αντέχω. Αν όμως αυτά τα βαρέλια τα βάλεις πάνω σε άνθρωπο ζωντανό, θα φωνάξει, δεν αντέχω άλλο! Ο πεθαμένος είναι ο αναίσθητος, που όσο μεγάλο αξίωμα και αν του δώσεις, δεν θα ειπεί όχι. Ενώ ο ζωντανός είναι αυτός που έχει συναίσθηση της αδυναμίας του· νιώθει το βάρος των ευθυνών του, γι’αυτό και αποφεύγει τα αξιώματα».

Τη στιγμή εκείνη κατέφθασε ένας επισκέπτης, λαϊκός, κάπου εβδομήντα ετών, γνωστός του π. Παϊσίου. Αυτός (ο λαϊκός) δεν έκλεινε με τίποτε το στόμα του. Και τι δεν έλεγε στον Όσιο!

Τον συμβούλευε ακόμα πόσο να τρώει και πόσο να κοιμάται.

Και ο Όσιος τον άκουγε με προσοχή, χωρίς γογγυσμό, και χωρίς να τον διακόπτει.

Κάποια στιγμή του μίλησε για έναν κοινό τους φίλο, οικογενειάρχη από την Κόνιτσα Ηπείρου Ο Όσιος τον άκουγε, κουνώντας με νόημα το κεφάλι του.

Όμως κάποια στιγμή βόγγησε, κραύγασε (λες και τον έσφαζες!), λέγοντας εκ βαθέων της καρδίας του: «Εγώ δεν μοιάζω με αυτόν ούτε τόσο δα!», δείχνοντας την άκρη του μικρού δακτύλου του! Τον λυπήθηκα (!) πραγματικά, με τον τρόπο που το έλεγε! Αυτή η σκηνή δεν μου φεύγει από το μυαλό μου. Είδα πια με τα μάτια μου, τι σημαίνει ταπείνωση…! Όπως επίσης είδα, ότι άγιος είναι αυτός που πιστεύει εκ βαθέων της καρδίας του, ότι δεν αξίζει τίποτε…!

«Όσιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών» .