Αυτός τα εννοούσε όλα όσα έλεγε. Αυτοί που αφή­νουν τη ζωή τους στα χέρια Του θα γίνουν τέλειοι, όπως κι Αυτός είναι τέλειος – τέλειοι στην αγάπη, τη σοφία, την ομορφιά και την αθανασία. Η αλλαγή δε θα ολοκληρωθεί σ’ αυτή τη ζωή, μιας και ο θάνατος είναι συστατικό στοιχείο της όλης θεραπείας. Ο βαθμός που θα έχει προχωρήσει μέσα σε κάθε χριστιανό η αλλαγή, πριν τον βρει ο θάνατος, είναι άδηλος.
Νομίζω πως ήρθε πια η κατάλληλη στιγμή να εξετά­σουμε ένα ερώτημα που έχω επανειλημμένως διατυπώ­σει: Αν ο χριστιανισμός κατέχει την αλήθεια, τότε γιατί οι χριστιανοί δεν είναι πέρα για πέρα καλύτεροι από τους μη χριστιανούς; Αυτό που κρύβεται πίσω από το εν λόγω ερώτημα είναι εν μέρει απόλυτα εύλογο και εν μέρει εντελώς παράλογο. Το εύλογο σημείο είναι το εξής: Αν η μεταστροφή στο χριστιανισμό δε βελτιώνει καθόλου τη συμπεριφορά ενός ανθρώπου -αν δηλαδή συνεχίζει να είναι το ίδιο φαντασμένος, κακεντρεχής, μοχθηρός ή φιλόδοξος όπως και πριν-, τότε νομίζω πως πρέπει να υποθέσουμε πως η «μεταστροφή» του ήταν εν πολλοίς φανταστική. Πρόκειται εδώ για τη δο­κιμή στην οποία πρέπει να υποβάλλει ο καθένας τον εαυτό του μετά την αρχική του μεταστροφή και κάθε φορά που πιστεύει ότι έχει κάνει κάποια πρόοδο. Τα ευγενή συναισθήματα, οι καινούριες ενοράσεις και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τη «θρησκεία» δεν είναι τίποτα εάν δε βελτιώνουν την πραγματική μας συμπε­ριφορά. Όπως ακριβώς και σε μια αρρώστια, το γεγο­νός ότι «αισθανόμαστε καλύτερα» δεν ωφελεί και πολύ εάν το θερμόμετρο δείχνει ότι η θερμοκρασία μας συ­νεχίζει ν’ ανεβαίνει. Υπ’ αυτήν την έννοια, ο έξω κό­σμος έχει απόλυτα δίκιο να κρίνει το χριστιανισμό με βάση τ’ αποτελέσματα του. Ο Χριστός μάς είπε να κρί­νουμε με βάση τ’ αποτελέσματα. Ένα δέντρο το κατα­λαβαίνουμε από τους καρπούς του, ή, όπως λέμε, δοκί­μασε και θα καταλάβεις. Όταν εμείς οι χριστιανοί συ­μπεριφερόμαστε άσχημα ή αποτυγχάνουμε να συμπε­ριφερθούμε σωστά, παρουσιάζουμε ένα χριστιανισμό αναξιόπιστο στον έξω κόσμο. Οι αφίσες κατά τη διάρ­κεια του πολέμου μάς έλεγαν ότι «οι ασύνετες κουβέ­ντες κοστίζουν ζωές». Είναι εξίσου αληθινό ότι «η απρόσεκτη ζωή κοστίζει σχόλια». Η απρόσεκτη ζωή μας κάνει τους άλλους να μας σχολιάζουν. Έτσι, τους δίνουμε ερείσματα να μιλούν κατά τρόπο που θέτει υπό αμφισβήτηση την ίδια την αλήθεια του χριστιανι­σμού.
Εντούτοις, υπάρχει άλλος ένας τρόπος να απαιτεί κανείς αποτελέσματα και σύμφωνα με τον οποίο ο έξω κόσμος μπορεί να είναι εντελώς παράλογος. Ο έξω κό­σμος ενδέχεται να ζητά όχι απλώς να βελτιωθεί η ζωή του κάθε ανθρώπου που γίνεται χριστιανός· ενδέχεται επίσης να ζητά, πριν πιστέψει στο χριστιανισμό, να δει ολόκληρο τον κόσμο χωρισμένο ακριβώς σε δύο στρα­τόπεδα -τους χριστιανούς και τους μη χριστιανούς-, και όλοι όσοι βρίσκονται στο πρώτο να είναι σε οποια­δήποτε δεδομένη στιγμή καλύτεροι από όλους όσοι θα βρίσκονται στο δεύτερο. Αυτή η θέση είναι παράλογη για αρκετούς λόγους:
1) Καταρχάς η κατάσταση του πραγματικού κόσμου είναι πολύ πιο σύνθετη από το εν λόγω σχήμα. Ο κό­σμος δεν αποτελείται από 100% χριστιανούς και 100% μη χριστιανούς. Υπάρχουν άνθρωποι (πάρα πολλοί μά­λιστα) που παύουν σιγά σιγά να είναι χριστιανοί, αλλά οι οποίοι αυτοαποκαλούνται ακόμα έτσι – ορισμένοι μάλιστα από αυτούς είναι και κληρικοί. Υπάρχουν άλ­λοι που σιγά σιγά γίνονται χριστιανοί, παρόλο που δεν αυτοαποκαλούνται ακόμα έτσι. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν αποδέχονται το πλήρες χριστιανικό δόγμα σχετικά με το Χριστό, αλλά τους οποίους η μορφή Του τους ελκύει τόσο πολύ, που είναι δικοί Του μ’ έναν πο­λύ πιο βαθύ τρόπο απ’ όσο μπορούν να φανταστούν. Υπάρχουν άνθρωποι σ’ άλλες θρησκείες που καθοδη­γούνται από την ανεξιχνίαστη ενέργεια του Θεού, έτσι ώστε να επικεντρώνονται σε κείνα τα στοιχεία της θρη­σκείας τους που βρίσκονται σε συμφωνία με το χρι­στιανισμό. Αυτοί λοιπόν ανήκουν στο Χριστό δίχως καν.να το ξέρουν. Για παράδειγμα, ένας βουδιστής με καλή διάθεση μπορεί να οδηγηθεί στο να εστιάσει την προσοχή του όλο και περισσότερο στη βουδιστική δι­δασκαλία σχετικά με το έλεος και ν’ αφήσει πίσω του -παρόλο που μπορεί να συνεχίσει να λέει ότι τα πι­στεύει- κάποια άλλα βουδιστικά στοιχεία. Πολλοί απο τους ενάρετους ειδωλολάτρες, πολύ πριν από τη γέννη­ση του Χριστού, μπορεί κάλλιστα να βρέθηκαν στην ίδια θέση. Άλλωστε πάντα υπάρχουν πάρα πολλοί άν­θρωποι που είναι απλούστατα μπερδεμένοι και έχουν μέσα στο μυαλό τους ένα σωρό ασύμβατες πεποιθή­σεις. Κατά συνέπεια δεν ωφελεί και πολύ να προσπα­θούμε να διατυπώσουμε κρίσεις για τους χριστιανούς και τους μη χριστιανούς γενικά κι αόριστα. Είναι κά­πως χρήσιμο να συγκρίνουμε γενικά τις γάτες με τους σκύλους ή ακόμα και τους άντρες με τις γυναίκες, γιατί σ’ αυτή την περίπτωση ξέρει κανείς τι είναι το καθετί. Επιπλέον, ένα ζώο μετατρέπεται -είτε σταδιακά είτε ξαφνικά- από γάτα σε σκύλο. Όταν όμως συγκρίνουμε τους χριστιανούς γενικά με τους μη χριστιανούς, συνή­θως δε μιλάμε για πραγματικούς ανθρώπους που τους γνωρίζουμε, αλλά απλώς για δύο θολές ιδέες που έχου­με αποκομίσει από μυθιστορήματα και εφημερίδες. Αν θέλετε να συγκρίνετε τον κακό χριστιανό με τον καλό αθεϊστή, θα πρέπει να σκεφτείτε δύο συγκεκριμένες περιπτώσεις που έχετε πραγματικά συναντήσει. Αν δεν επικεντρωθούμε με τον τρόπο αυτό στα γεγονότα αυτά καθεαυτό, απλούστατα σπαταλάμε το χρόνο μας.
2) Ας υποθέσουμε ότι έχουμε επικεντρωθεί στα γε­γονότα αυτά καθεαυτό και μιλάμε πια όχι για κάποιον φανταστικό χριστιανό και κάποιον φανταστικό μη χρι­στιανό, αλλά για δύο πραγματικούς ανθρώπους που μένουν στη γειτονιά μας. Ακόμα και σ’ αυτή την περί­πτωση θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί στη διατύπω­ση του σωστού ερωτήματος. Αν ο χριστιανισμός έχει την αλήθεια, τότε πρέπει να συμβαίνουν τα εξής: α) κάθε χριστιανός θα πρέπει να είναι καλύτερος άνθρω­πος απ’ ό,τι εάν δεν ήταν χριστιανός και β) κάθε άν­θρωπος που γίνεται χριστιανός θα πρέπει να είναι κα­λύτερος από πριν. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, αν ισχύ­ουν τα διαφημιστικά της οδοντόκρεμας Whitesmile, τότε θα πρέπει να ισχύουν τα εξής: α) καθε άνθρωπος που
τη χρησιμοποιεί θα πρέπει να έχει καλύτερα δόντια απ’ ό,τι εάν δεν τη χρησιμοποιούσε και β) αν κάποιος αρχίσει να τη χρησιμοποιεί, θα δει βελτίωση στα δό­ντια του. Τονίζοντας όμως το γεγονός ότι εγώ ο ίδιος, ο οποίος χρησιμοποιώ τη Whitesmile (κι έχω κληρονομή­σει επίσης κι απ’ τους δυο μου γονείς πολύ κακή οδο­ντοστοιχία), δεν έχω τόσο καλά δόντια όσο ένας νεα­ρός και υγιής νέγρος που ποτέ του δε χρησιμοποίησε οποιαδήποτε οδοντόκρεμα, δεν είναι κάτι που από μό­νο του αποδεικνύει ότι τα σχετικά διαφημιστικά είναι απάτη. Η χριστιανή δεσποινίς Μπέιτς μπορεί να χρησι­μοποιεί πιο άσχημη γλώσσα απ’ ό,τι ο μη χριστιανός Ντικ Φέρκιν. Αυτό από μόνο του δε μας λέει αν ο χρι­στιανισμός έχει αποτελέσματα ή όχι. Το ζήτημα είναι τι είδους γλώσσα θα χρησιμοποιούσε η δεσποινίς Μπέιτς εάν δεν ήταν χριστιανή και πώς θα μιλούσε ο Ντικ εάν γινόταν χριστιανός. Η δεσποινίς Μπέιτς και ο Ντικ, ως αποτέλεσμα φυσικών αιτίων και της πρώιμης ανατροφής τους, έχουν ο καθένας μια συγκεκριμένη ιδιοσυγκρασία: ο χριστιανισμός επαγγέλλεται ότι μπο­ρεί να υποβάλει και τις δύο ιδιοσυγκρασίες σ’ έναν καινούριο χειρισμό, εφόσον βέβαια του το επιτρέψουν. Αυτό που δικαιούσαι να ρωτήσεις είναι εάν αυτός ο χειρισμός, εφόσον βέβαια του επιτραπεί να επενεργή­σει, βελτιώνει τα πράγματα. Όλοι ξέρουν ότι αυτό που γίνεται αντικείμενο χειρισμού στην περίπτωση του Ντικ Φέρκιν είναι πολύ «καλύτερο» από το αντίστοιχο στην περίπτωση της δεσποινίδος Μπέιτς. Το ζήτημα όμως δεν έγκειται εκεί. Για να κρίνεις τη διαχείριση ενός εργοστασίου, πρέπει να λάβεις υπόψη σου όχι μό­νο την παραγωγή αλλά και τις εγκαταστάσεις. Εξετά­ζοντας τις εγκαταστάσεις του εργοστασίου Α, ίσως να εκπλαγείς που παράγει έστω και κάτι-εξετάζοντας τον εξαιρετικό εξοπλισμό του εργοστασίου Β, η παραγωγή του, αν και υψηλή, ενδέχεται να είναι πολύ μικρότερη απ’ όσο θα έπρεπε να είναι. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο καλός διευθυντής του εργοστασίου Α θα εγκατα­στήσει καινούρια μηχανήματα το ταχύτερο δυνατό, αλ­λά αυτό είναι κάτι που απαιτεί χρόνο. Στο μεταξύ η χα­μηλή παραγωγή δεν αποδεικνύει ότι έχει αποτύχει.
3) Τώρα ας προχωρήσουμε λίγο πιο βαθιά. Ο διευ­θυντής θα εγκαταστήσει καινούρια μηχανήματα: πράγ­ματι, πριν τελειώσει ο Χριστός με τη δεσποινίδα Μπέιτς, αυτή όντως θα είναι «καλή». Αν όμως μείνου­με εκεί, θα ακουστεί σαν ο μόνος σκοπός του Χριστού να ήταν να ανεβάσει τη δεσποινίδα Μπέιτς στο επίπε­δο που βρισκόταν πάντοτε ο Ντικ . Στην πραγματικότη­τα, μιλάμε τόση ώρα σαν ο Ντικ να είναι μια χαρά· σαν ο χριστιανισμός να αποτελείται από κάτι δύστροπους ανθρώπους, ενώ οι καλοί να μπορούν να τα καταφέ­ρουν και χωρίς τη βοήθεια του- τέλος, σαν η καλοσύνη να είναι το μοναδικό πράγμα που ζητάει ο Θεός. Κάτι τέτοιο όμως θα ήταν θανάσιμο σφάλμα. Η αλήθεια εί­ναι ότι στα μάτια του Θεού ο Ντικ Φέρκιν χρειάζεται τη «σωτηρία» τόσο όσο και η δεσποινίς Μπέιτς. Υπό μία έννοια, την οποία θα επεξηγήσω λίγο πιο κάτω, η καλοσύνη μετά βίας παίζει ρόλο στο όλο ζήτημα.
Δεν μπορείς να περιμένεις ότι ο Θεός θα αντιμετω­πίσει τον ήρεμο τρόπο και τη φιλική διάθεση του Ντικ έτσι όπως τα αντιμετωπίζουμε εμείς. Τα γνωρίσματα αυτά οφείλονται σε φυσικά αίτια τα οποία δημιουργεί ο ίδιος ο Θεός. Επειδή λοιπόν είναι εντελώς ιδιοσυ-γκρασιακά, θα εξαφανιστούν μονομιάς με το που θα αλλάξει η πέψη του Ντικ. Στην πραγματικότητα, η κα­λοσύνη αποτελεί δώρο του Θεού στον Ντικ κι όχι δώρο του Ντικ στο Θεό. Κατά τον ίδιο τρόπο, ο Θεός έχει επιτρέψει σε διάφορα φυσικά αίτια, στα πλαίσια της επενέργειας τους μέσα σ’ έναν κόσμο που έχει φθαρεί από αιώνες αμαρτίας, να παραγάγουν μέσα στην ψυχή της δεσποινίδος Μπέιτς τη στενοκεφαλιά και τα τετα­μένα νεύρα, που ευθύνονται για το μεγαλύτερο μέρος της δυστροπίας της. Ο ίδιος ο Θεός προτίθεται, όταν κρίνει κατάλληλες τις περιστάσεις, να βελτιώσει αυτό το κομμάτι του εαυτού της. Δεν είναι όμως αυτό, για το Θεό, το κρίσιμο στοιχείο του έργου Του. Απλούστατα γιατί δεν παρουσιάζει καμιά δυσκολία. Δεν είναι αυτό για το οποίο ανησυχεί τόσο. Αυτό που παρακολουθεί, περιμένει κι αποζητά είναι κάτι που ούτε για το Θεό δεν είναι εύκολο, αφού λόγω της φύσεως της όλης υπό­θεσης ούτε καν Αυτός δεν μπορεί να το προκαλέσει χρησιμοποιώντας απλώς τη δύναμη Του. Περιμένει και παρακολουθεί με αυτό ακριβώς το σκεπτικό τόσο τη δεσποινίδα Μπέιτς όσο και τον Ντικ Φέρκιν. Πρόκει­ται για κάτι που μπορούν να Του το δώσουν ελεύθερα ή να Του το αρνηθούν εξίσου ελεύθερα. Θα στραφούν ή δε θα στραφούν σ’ Αυτόν, εκπληρώνοντας έτσι το μο­ναδικό σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκαν; Η ελεύ­θερη βούληση τους τρεμοπαίζει μέσα τους, όπως η βε­λόνα της πυξίδας. Όμως, σε τελική ανάλυση, πρόκειται για μια βελόνα που μπορεί να επιλέξει. Μπορεί να στραφεί προς τον αληθινό της Βορρά- δεν είναι όμως αναγκασμένη. Άραγε η βελόνα θα γυρίσει και θα καρ­φωθεί στο Θεό;
Αυτός μπορεί να τη βοηθήσει να το κάνει. Δεν μπο­ρεί όμως να την εξαναγκάσει. Δεν μπορεί, για να το πω έτσι, να απλώσει το χέρι Του και να τη στρέψει προς τη σωστή κατεύθυνση, γιατί τότε δε θα ήταν πια ελεύθερη. Άραγε θα στραφεί προς το Βορρά; Από αυ­τό το ερώτημα εξαρτώνται τα πάντα. Θα προσφέρουν η δεσποινίς Μπέιτς και ο Ντικ τον εαυτό τους στο Θεό; Το ζήτημα κατά πόσο η φύση που θα προσφέρουν ή θα κρατήσουν για τον εαυτό τους είναι τη δεδομένη στιγ­μή καλή ή κακή έχει μονάχα δευτερεύουσα σημασία. Ο Θεός είναι σε θέση να επιληφθεί αυτού του προβλήμα­τος.
Μη με παρανοήσετε. Βέβαια, ο Θεός θεωρεί μια δύστροπη φύση ως κάτι το κακό και θλιβερό. Και βέ­βαια θεωρεί μια καλή φύση ως κάτι το αγαθό: αγαθό όπως το ψωμί, τη λιακάδα ή το νερό. Αυτά όμως είναι τα αγαθά που Αυτός μας δίνει και μεις τα λαμβάνουμε. Αυτός δημιούργησε το συγκρατημένο χαρακτήρα και την καλή πέψη του Ντικ, ενώ υπάρχουν κι άλλα πολύ περισσότερα πράγματα που επίσης προέρχονται από τον Ίδιο. Δεν κοστίζει τίποτα στο Θεό, όσο τουλάχι­στον γνωρίζουμε, να δημιουργεί πάσης φύσεως αγαθά. Το να μεταστρέψει όμως εξεγερμένες θελήσεις θα Του κοστίσει τη σταύρωση. Απ’ την άλλη, επειδή ακριβώς είναι θελήσεις, μπορούν -τόσο στους καλούς όσο και στους κακούς ανθρώπους- να απορρίψουν το αίτημα Του. Τότε, επειδή αυτή η καλοσύνη του Ντικ δεν είναι παρά ένα απλό στοιχείο της φύσης, αργά ή γρήγορα θα καταλήξει να γίνει κομμάτια. Η Φύση αυτή καθεαυτή θα παρέλθει. Τα φυσικά αίτια συγκλίνουν στην περί­πτωση του Ντικ και δημιουργούν ένα ευχάριστο ψυχο­λογικό πλαίσιο, όπως ακριβώς συγκλίνουν στο ηλιοβα­σίλεμα και φτιάχνουν ένα ευχάριστο μοτίβο από χρώ­ματα. Επί του παρόντος (γιατί έτσι εργάζεται η φύση) θα αποσυντεθούν και πάλι, με αποτέλεσμα το πλαίσιο και στις δυο περιπτώσεις να εξαφανιστεί. Ο Ντικ ε’χει την ευκαιρία να μετατρέψει (ή, καλύτερα, να επιτρέψει στο Θεό να μετατρέψει) αυτό το προσωρινό πλαίσιο σ’ ένα πανέμορφο αιώνιο πνεύμα: μια ευκαιρία που δεν έχει ακόμα εκμεταλλευτεί.
Εδώ υπάρχει ένα παράδοξο. Όσο ο Ντικ δε στρέ­φεται στο Θεό, νομίζει πως η καλοσύνη που έχει είναι εντελώς δική του· κι όσο σκέφτεται έτσι, δεν είναι κα­θόλου δική του. Όταν ο Ντικ συνειδητοποιήσει ότι η καλοσύνη που διαθέτει δεν είναι δική του αλλά δώρο του Θεού, κι όταν την προσφέρει και πάλι στο Θεό, μό­νο τότε θ’ αρχίσει να συνειδητοποιεί ότι είναι πραγμα­τικά δική του. Διότι στην περίπτωση αυτή ο Ντικ αρχί­ζει να μετέχει στην ίδια τη δημιουργημένη υπόσταση του. Τα μόνα πράγματα που μπορούμε να κρατήσουμε είναι εκείνα που ελεύθερα προσφέρουμε στο Θεό. Αυ­τό που προσπαθούμε να κρατήσουμε για τον εαυτό μας είναι αυτό ακριβώς που πρόκειται να χάσουμε.
Συνεπώς δε θα πρέπει να εκπλαγούμε αν ανάμεσα στους χριστιανούς συναντήσουμε και ορισμένους που είναι ακόμα δύστροποι. Άλλωστε, αν το καλοσκεφτού-με, μπορεί ακόμα και να υπάρχει κάποιος λόγος για το ότι είναι αναμενόμενο να μεταστρέφονται στο χριστια­νισμό περισσότερο δύστροποι απ’ ό,τι καλοσυνάτοι άν­θρωποι. Αυτή άλλωστε υπήρξε μία από τις ενστάσεις των ανθρώπων απέναντι στο Χριστό κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής Του: έδινε την εντύπωση πως προ­σελκύει «πολύ φαύλους ανθρώπους». Αυτή είναι η έν­σταση που διατυπώνεται ακόμα και σήμερα και θα διατυπώνεται πάντοτε. Δεν καταλαβαίνετε το γιατί; Ο Χριστός είπε «μακάριοι οι πτωχοί» και «πόσο δύσκολο
είναι για τους πλούσιους να εισέλθουν στη βασίλεια;» Κι αναμφίβολα, καταρχάς εννοούσε τους οικονομικά πλούσιους και τους οικονομικά φτωχούς. Άραγε τα λό­για Του δεν αναφέρονται και σ’ ένα άλλο είδος πλού­του και φτώχειας; Ένας από τους κινδύνους του πλού­του είναι ότι ενδέχεται κανείς να είναι απόλυτα ικανο­ποιημένος με τις χαρές που μπορούν να προσφέρουν τα χρήματα, κι έτσι να μην μπορεί να νιώσει την ανά­γκη για το Θεό. Αν τα πάντα δίνουν την αίσθηση πως εξαρτώνται από την απλή υπογραφή μιας επιταγής, ίσως να λησμονήσεις πως ανά πάσα στιγμή εξαρτάσαι εντελώς από το Θεό. Με τον ίδιο τρόπο, πολύ απλά, τα φυσικά χαρίσματα φέρουν έναν ανάλογο κίνδυνο. Αν είσαι ήρεμος, ευφυής, υγιής, αγαπητός στους άλλους και με καλή ανατροφή, είναι πολύ πιθανόν να νιώσεις απόλυτα ικανοποιημένος με την προσωπικότητα σου έτσι όπως είναι. Θα ρωτήσεις πιθανόν «γιατί να μπλέ­ξουμε σ’ αυτό το Θεό;». Ένα κάποιο επίπεδο καλής συμπεριφοράς επιτυγχάνεται σχετικά εύκολα. Δεν ανήκετε άλλωστε σε κείνο το είδος των διεφθαρμένων πλασμάτων που συνέχεια εγκλωβίζονται στα δίχτυα του σεξ, της διψομανίας, της νευρικότητας ή των κα­κών τρόπων. Όλοι λένε πως είστε ένα καλό ανθρωπάκι και (μεταξύ μας) συμφωνείτε μαζί τους. Κάτω από αυ­τές τις συνθήκες είναι πολύ πιθανόν να πιστέψετε ότι όλη αυτή η καλοσύνη αποτελεί προσωπικό σας κατόρ­θωμα- από κει και πέρα είναι πολύ εύκολο να μην αι­σθανθείτε την ανάγκη για κάποιο ανώτερο είδος καλο­σύνης. Συχνά άνθρωποι που έχουν όλες αυτές τις φυσι­κές εκδηλώσεις καλοσύνης δυσκολεύονται να φτάσουν στο σημείο να αναγνωρίσουν την ανάγκη τους για το Χριστό, μέχρις ότου κάποια μέρα η φυσική καλοσύνητους εγκαταλείπει, διαλύοντας την αυτοικανοποίησή τους. Με άλλα λόγια, είναι δύσκολο γι’ αυτούς που εί­ναι «πλούσιοι» με αυτή την έννοια να εισέλθουν στη Βασιλεία των Ουρανών.
Τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά με τους δύ­στροπους ανθρώπους – τους ασήμαντους και περιφρο­νημένους, τους δειλούς και διεστραμμένους, τέλος, τους νωθρούς και μοναχικούς ανθρώπους ή τους αν­θρώπους που είναι γεμάτοι πάθη, αισθησιασμό και εσωτερική σύγχυση. Αν κάνουν οποιαδήποτε προσπά­θεια να γίνουν καλοί, μαθαίνουν σε χρόνο μηδέν ότι χρειάζονται βοήθεια. Γι’ αυτούς υπάρχει ή ο Χριστός ή το τίποτα. Τους μένει να σηκώσουν το σταυρό τους και να τον ακολουθήσουν ή, αλλιώς, η απόγνωση. Αυτοί εί­ναι τα απωλολότα πρόβατα: αυτούς ειδικά ήρθε να βρει ο Χριστός. Αυτοί είναι (υπό μία πολύ ρεαλιστική και τρομακτική έννοια) οι «πτωχοί». Ο Χριστός αυτούς ευλόγησε. Αυτοί είναι η «φοβερή παρέα» με την οποία τριγυρίζει ο Χριστός – και βέβαια οι Φαρισαίοι λένε ακόμη, όπως έλεγαν από την αρχή, «αν υπήρχε κάτι σωστό στο χριστιανισμό, αυτοί οι άνθρωποι δε θα ήταν χριστιανοί».
Στο σημείο αυτό υπάρχει είτε μια προειδοποίηση είτε μια ενθάρρυνση προς τον καθένα από εμάς. Αν εί­σαι ένας καλός άνθρωπος -αν η αρετή μοιάζει να πη­γάζει από τη φύση σου- πρόσεξε πολύ! Πολλά απαι­τούνται από εκείνους στους οποίους δίδονται πολλά. Αν θεωρήσεις προσωπικό σου κατόρθωμα το δώρο που σου έδωσε ο Θεός μέσω της φύσης, κι αν είσαι ικανοποιημένος με το να είσαι απλώς καλός, συνεχί­ζεις να παραμένεις ένας εξεγερμένος: κι όλα αυτά τα χαρίσματα θα κάνουν απλούστατα την πτώση σου πιο τρομερή, τη διαφθορά σου πιο σύνθετη, το κακό παρά­δειγμα που θα δώσεις πιο καταστροφικό. Ο ίδιος ο Διάβολος ήταν κάποτε ένας αρχάγγελος· τα φυσικά του χαρίσματα ήταν τόσο ανώτερα απ’ τα δικά σου, όσο είναι τα δικά σου ανώτερα από εκείνα ενός χιμπα­ντζή.
Εντούτοις, αν είσαι ένα φτωχό πλάσμα δηλητηρια­σμένο από μια κακή ανατροφή μέσα σ’ ένα σπίτι γεμά­το από χυδαίες ζήλιες και παράλογους καβγάδες· στιγ­ματισμένο, δίχως να την έχεις επιλέξει εσύ, με κάποια αηδιαστική σεξουαλική διαστροφή και βασανιζόμενος ασταμάτητα από κάποιο σύμπλεγμα κατωτερότητας που σε κάνει να περιφρονείς τους καλύτερους φίλους σου, ας μη σε πνίγει η απόγνωση. Ο Θεός τα γνωρίζει όλα αυτά. Είσαι ένας από τους φτωχούς που ευλόγησε. Ξέρεις τι είδους καταραμένο όχημα είναι αυτό που προσπαθείς να οδηγήσεις. Συνέχισε. Κάνε ό,τι μπο­ρείς. Κάποια μέρα (ίσως σ’ έναν άλλο κόσμο, αλλά πι­θανότατα πολύ πιο γρήγορα) θα το πετάξει πάνω στα σκουπίδια και θα σου δώσει ένα καινούριο. Τότε λοι­πόν ίσως να μας καταπλήξεις όλους, και κυρίως τον εαυτό σου. Κι αυτό γιατί έμαθες να οδηγείς σ’ ένα πο­λύ δύσκολο σχολείο. Κάποιοι από τους τελευταίους θα έρθουν πρώτοι και κάποιοι από τους πρώτους τελευ­ταίοι.)
Η «καλοσύνη» -η συγκροτημένη και ολοκληρωμένη προσωπικότητα- είναι κάτι το εξαιρετικό. Πρέπει να προσπαθούμε με κάθε ιατρικό, εκπαιδευτικό, οικονο­μικό και πολιτικό μέσο έχουμε στη διάθεση μας να δη­μιουργήσουμε έναν κόσμο στον οποίο θα μεγαλώνουν όσο το δυνατόν περισσότεροι «καλοί» άνθρωποι· όπως ακριβώς πρέπει να προσπαθούμε να δημιουργήσουμε

Δεν πρέπει όμως να φανταστούμε πως άπαξ και τους κάνουμε όλους «καλούς» αυτόματα σώσαμε και τις ψυ­χές τους. Ένας κόσμος από καλούς ανθρώπους, οι οποίοι είναι ικανοποιημένοι με την καλοσύνη τους και δεν κοιτάζουν πιο μακριά, αλλά, αντίθετα, έχουν απο­μακρυνθεί από το Θεό, θα είχε την ίδια απελπιστική ανάγκη για σωτηρία όπως κι ένας αξιοθρήνητος κό­σμος· μπορεί κάλλιστα ένας τέτοιος κόσμος να ήταν πιο δύσκολο να σωθεί.
Άλλωστε η απλή βελτίωση δε συνιστά απολύτρωση, παρόλο που η απολύτρωση πάντα βελτιώνει τους αν­θρώπους και θα τους βελτιώσει τελικά σε βαθμό που δεν μπορούμε να φανταστούμε. Ο Θεός έγινε άνθρω­πος για να μεταμορφώσει τα πλάσματα Του σε υιούς, όχι απλώς για να δημιουργήσει έναν καλύτερο άνθρω­πο που θα συνέχιζε να ανήκει στο παλιό είδος, αλλά ένα εντελώς καινούριο είδος ανθρώπου. Δεν πρόκειται για την εκμάθηση ενός αλόγου σχετικά με το πώς θα κάνει όλο και πιο καλά άλματα, αλλά για τη μεταμόρ­φωση του αλόγου σ’ ένα πλάσμα φτερωτό. Βέβαια, με το που θα αποκτήσει τα φτερά του, θα πετάει πάνω από φράχτες που ποτέ δε θα μπορούσε να πηδήσει, κι έτσι θα νικήσει το φυσικό άλογο στο ίδιο του το παιχνί­δι. Εντούτοις, μπορεί να υπάρξει κάποια περίοδος που τα φτερά μόλις που θα έχουν φανεί και δε θα μπορεί ακόμα να τα κάνει όλα αυτά- σ’ αυτή λοιπόν τη φάση τα εξογκώματα θα είναι στους ώμους -κανείς δε θα μπορεί να φανταστεί ότι πρόκειται να γίνουν φτερά-μπορεί να το κάνουν να φαίνεται κάπως περίεργο.
Ίσως όμως να επιμείναμε περισσότερο απ’ όσο θα ‘πρεπε σ’ αυτό το ζήτημα. Αν αυτό που θέλετε είναι ένα επιχείρημα κατά του Χριστιανισμού (και θυμάμαι καλά πόσο πολύ ήθελα να βρω εγώ τέτοια επιχειρήμα­τα όταν άρχισα να φοβάμαι πως έχει την αλήθεια με το μέρος του), μπορείτε εύκολα να βρείτε κάποιον ανόητο και ανεπαρκή χριστιανό και να του πείτε: «Ώστε αυτός λοιπόν είναι ο περίφημος καινός άνθρωπος! Δώσ’ μου το παλιό είδος». Από τη στιγμή όμως που θ’ αρχίσετε να διαπιστώνετε ότι από μια άλλη οπτική ο χριστιανι­σμός προβάλλει ως πιθανός, τότε θα έχετε την εσωτε­ρική μαρτυρία πως ο παραπάνω λόγος απλώς αποφεύ­γει το θέμα. Τι μπορείς άραγε να ξέρεις για την ψυχή των άλλων ανθρώπων; Για τους πειρασμούς, τις ευκαι­ρίες και τον αγώνα τους; Μία είναι η ψυχή σε ολόκλη­ρο το σύμπαν που πραγματικά ξέρεις, και είναι η μο­ναδική, το πεπρωμένο της οποίας βρίσκεται στα χέρια σου. Αν υπάρχει Θεός, τότε υπό μία έννοια είσαι μό­νος απέναντι Του. Δεν μπορείς να Τον αποφύγεις με εικασίες όσον αφορά στους γείτονες της διπλανής πόρ­τας ή αναμνήσεις σχετικά με διάφορα που έχεις διαβά­σει σε περιοδικά. Πόσο θ’ αξίζουν άραγε αυτή η φλυα­ρία και το κουτσουμπολιό (άραγε θα τα θυμάσαι;) όταν το αναισθητικό της ομίχλης που ονομάζουμε «φύ­ση» ή «πραγματικό κόσμο» εξανεμιστεί, και η Παρου­σία του Θεού, μέσα στην οποία πάντοτε βρισκόσουν, γίνει ψηλαφητή, άμεση και αναπότρεπτη;



Πηγή: C.S.Lewis, Χριστιανισμός απλώς, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, σ.282-295