Γιατί ο Μέγας Κωνσταντίνος είναι Άγιος και Ισαπόστολος; – Κωνσταντίνου Καραστάθη.

Μέγας Προστάτης της Εκκλησίας των Χριστιανών!

Ο Κων/νος, σαν έγινε αυτοκράτορας, δε βρήκε μονάχα μια κοινωνία σε αποσύνθεση, την οποία βάλθηκε ν’ αναδιοργανώσει με νόμους και διατάγματα˙ βρήκε και μια εκκλησία μικρή (10-15% του λαού ήσαν οι χριστιανοί), μαρτυρική λόγω των διωγμών, αλλά εξόχως θεία δυνάμει δυναμική.
Τη ζοφερή πραγματικότητα των μέχρι τότε σκληρότατων διωγμών εναντίον των χριστιανών μας δίνει ο μεγάλος θεολόγος της ορθοδοξίας πατριάρχης Ιεροσολύμων και ιστορικός Δοσίθεος (1669-1707 μ. Χ.) στο μεγάλο σύγγραμμά του «Δωδεκάβιβλον»:
«Τω ενδεκάτω έτει Διοκλητιανού, αυτός, και ο Μαξιμιανός Ερκούλιος διωγμόν μέγαν και φρικωδέστατον κατά των χριστιανών ήγειραν, και πολλάς μυριάδας μαρτύρων δια πολλών ειδών βασάνων εποίησαν. Τω δωδεκάτω έτει ο στρατοπεδάρχης Βετέριος ήλαυνε τους εις την στρατείαν χριστιανούς στρατιώτας, τω δε δεκάτω ογδόω ο Μαξιμιανός Γαλέριος (…) εξήγειρεν έτερον πόλεμον, και μετέγραψε τα άγια Ευαγγέλια εις γελοία και διεμοίρασεν αυτά εις τα σχολεία, ίνα αναγινώσκωσιν αυτά τα παιδιά των Ελλήνων δια παίγνια. Είτα, αφ’ ου ο Μαξιμιανός έλαβε την Βρεττανίαν και υπέταξε την Δύσιν, ο δε Διοκλητιανός τας συγχύσεις αίπερ ήσαν εις την Ανατολήν κατέπαυσε, εκίνησαν διωγμόν μέγαν κατά των Χριστιανών, τόσον ώστε κατά τον δέκατον έννατον χρόνον της βασιλείας του Διοκλητιανού εγένετο πρόσταγμα ίνα κρημνίζωνται αι εκκλησίαι όσαι ευρίσκοντο εις την Ανατολήν, και όσαι εις την Δύσιν, ίνα καύσωσι τα βιβλία της αγίας Γραφής έως αν γένωνται τέφρα, τους αρχιερείς και διδασκάλους και τους λοιπούς άρχοντας και αρχομένους χριστιανούς ίνα
αποκλείσωσιν αυτούς πείνη και δίψη, και είτα αναγκάσωσιν αυτούς θυσιάσαι τοις αψύχοις ειδώλοις, και όστις αυτών ου θυσιάζει, πρώτον βασανίζεσθαι, και έπειτα αποκτείνεσθαι, και όσοι των χριστιανών είχον αξίωμα, υστέρουν αυτό απ’ αυτών. Και όσοι χριστιανοί ήσαν αιχμάλωτοι, εγένετο δόγμα ίνα μη λαμβάνωσιν ελευθερίαν. Και οι στρατιώται, όσοι ήσαν χριστιανοί, ή αυτούς θυσιάσαι τοις μιαροίς ειδώλοις ή αποκτίνεσθαι. Εις δε την Φρυγίαν μίαν ολόκληρον πόλιν των χριστιανών κατέφθειραν…».
Ο Κων/νος ως νέος αξιωματικός κοντά στο Διοκλητιανό έζησε τους φοβερούς διωγμούς εναντίον των χριστιανών, που σίγουρα λειτούργησαν αποτρεπτικά στον εσωτερικό του κόσμο. Άλλωστε το έδαφος στην ψυχή του είχαν προετοιμάσει κατάλληλα η ευσεβέστατη μητέρα του Ελένη με τις παραινέσεις της και ο αύγουστος πατέρας του με το να μη εφαρμόζει τα σκληρά διατάγματα του Διοκλητιανού εναντίον των χριστιανών.
Με τον Κων/νο η ανθρωπότητα περνάει από την περίοδο του «αυτοκράτορα – θεού», στην περίοδο του «ελέω θεού αυτοκράτορα». Ο αυτοκράτορας βρήκε πια τις σωστές ανθρώπινες διαστάσεις του και την αποστολή του στην υπηρεσία του λαού. Ο Κων/νος θεωρούσε και αποκαλούσε τον εαυτό του «δούλο του Θεού», κάτι αδιανόητο για τους ανθρώπους της εποχής του, που είχαν συνηθίσει να βλέπουν και να λατρεύουν ως θεό τον αυτοκράτορα! Ομολογούσε πως ήταν ένας δούλος του Θεού, που Εκείνος, σε ανταπόδοση των υπηρεσιών του, τον είχε καταστήσει «κύριον, δεσπότην, νικητήν και αήττητον».
Διακήρυσσε ότι ο Θεός τον κάλεσε κοντά του εξαιτίας της δυσσέβειας που επικρατούσε και ότι είχε προορισμό να φέρει την ευσέβεια στο λαό. Σε επίκλησή του προς τον Θεό, που ενσωματώνεται σε Νόμο μετά τη μάχη στη Μουλβία, αναγράφονται τα εξής: «Εσέ τώρα παρακαλώ τον μέγιστο Θεό, να είσαι ευμενής και πράος στους ιδικούς Σου Ανατολικούς και να προσφέρεις σ’ αυτούς τη λύτρωση δι’ εμού του υπηρέτη Σου».
Προσδιόρισε τα όρια του έργου των επισκόπων και του αυτοκράτορα: «Εσείς μεν είσθε για τα εσωτερικά ζητήματα της εκκλησίας, εγώ δε έχω καταστεί από το Θεό επίσκοπος για τα εξωτερικά ζητήματά της». Στόχος του να επικρατήσει στο λαό η ευσέβεια για το Θεό και θεωρούσε τον εαυτό του «συν-θεράποντα», δηλαδή συνεργάτη των επισκόπων της εκκλησίας, αφού έχουν τον ίδιο σκοπό, την διάδοση του χριστιανισμού. Βέβαια, αυτή η καλοπροαίρετη παρέμβαση του Κων/νου στα της εκκλησίας, που αποσκοπούσε στην επίλυση των διαφόρων προβλημάτων και την προώθηση του έργου της, δημιούργησε τελικά ένα κακό προηγούμενο, διότι οι επόμενοι αυτοκράτορες, που δεν είχαν την ευσέβεια του Κων/νου, παρενέβαιναν στα εκκλησιαστικά πολύ συχνά και πολύ εύκολα και για θέματα που δεν ήταν της αρμοδιότητάς τους, δημιουργώντας έτσι μεγάλα προβλήματα και στην εκκλησία και στο κράτος.
Στα χρυσά νομίσματα (σόλιδα), που έκοψε ως μονοκράτορας, το βλέμμα στην εικόνα του είναι στραμμένο προς τα πάνω, κατ’ επιθυμίαν του ιδίου, για να φαίνεται προσευχόμενος, κάνοντας με τον τρόπο αυτό γνωστή την πίστη του στα πέρατα της Αυτοκρατορίας και διδάσκοντας το λαό.
Ο Κων/νος είναι ο πρώτος εστεμμένος μετά Χριστόν, που ευνόησε και προστάτεψε τη θρησκεία του Χριστού. Γράφει ο Δοσίθεος: «Κατελύθησαν λοιπόν οι τύραννοι και έφθασεν η ευλογημένη ώρα και ημέρα, καθ’ ην εβασίλευσεν ο Μέγας Κων/νος, του Χλωρού Κωνσταντίου και της Ελένης ο περιπόθητος υιός, πολλώ του Κύρου εκείνου αξιαγαστότερος, διότι έπαυσε την χρονίαν και συνεχή των τυράννων απανθρωπίαν, την επικρατήσασαν διακοσίους εβδομήκοντα χρόνους».
Ο Κων/νος συνέδεσε τ’ όνομά του με τον Τίμιο Σταυρό του Χριστού, καθιέρωσε το συνοδικό σύστημα στη διοίκηση της Εκκλησίας και θεμελίωσε την ορθοδοξία.
Στα χρόνια 331 – 335 μ. Χ. με τους νόμους, τις αποφάσεις και όλες τις ενέργειές του εφαρμόζει τη διδασκαλία του Χριστού.
Στους αγώνες του θεωρούσε τη συνεργία του Θεού ακαταμάχητη και ανίκητη και την προσφορά των οπλιτών και του στρατιωτικού πλήθους ως δευτερεύουσα, γιατί πίστευε ότι αυτά δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα, εάν απουσιάζει η βοήθεια του Θεού. Και αυτή τη βοήθεια του Θεού την επιζητούσε με τις θερμές προσευχές του. Μέγιστο μέλημά του η ειρήνη στην Εκκλησία. Μια μερίδα χριστιανών στην Βόρεια Αφρική, που ονομάστηκαν «δονατιστές» από τα όνομα του αρχηγού τους Δονάτου, μετά την κατάπαυση των διωγμών, στράφηκαν εναντίον των χριστιανών ιερέων, που είχαν υποκύψει κατά το διωγμό του Διοκλητιανού και προκάλεσαν μεγάλη αναταραχή. Η αναταραχή αυτή βάσταξε τέσσερα χρόνια (316 – 320 μ. Χ.) και χρειάστηκαν σκληροί νόμοι από τον Κων/νο για την καταστολή της.
Ακόμα και την ειρήνη στην αυτοκρατορία εξασφάλιζε με τις προσευχές του, καθώς μας πληροφορεί ο Ευσέβιος. Γιατί, ασχέτως αν καθυστέρησε να λάβει το άγιο βάπτισμα, προσευχόταν στο Σωτήρα Χριστό, ζούσε κατά Χριστόν και βίωνε τις χριστιανικές αλήθειες. Όταν άκουσε έναν από τους επισκόπους να τον εγκωμιάζει υπερβολικά, λέγοντας πως, όντας αντάξιος να κρατήσει οικουμενική και απόλυτη την αυτοκρατορία του σ’ αυτόν τον κόσμο, είναι προορισμένος να μοιραστεί και την αυτοκρατορία του Υιού του Θεού στην άλλη ζωή, ο Κων/νος αγανάκτησε˙ απαγόρευσε στον ομιλητή να χρησιμοποιεί τέτοια γλώσσα και τον παρακίνησε να προσεύχεται περισσότερο, ώστε είτε σ’ αυτή τη ζωή είτε στην άλλη, στην οποία θα πάει, ν’ αποδειχθεί άξιος δούλος του Θεού».
Στο παλάτι του είχε παρεκκλήσι, όπου αποσυρόταν καθημερινά τις νύχτες και προσευχόταν και διάβαζε την αγία Γραφή και έγραφε τους λόγους και τις παραινέσεις του προς το λαό για την αγάπη, την αλήθεια και την αρετή. Περνούσε, όπως γράφηκε παραπάνω, άυπνες νύχτες, για να εφοδιάζει το νου του με θεία γνώση, και ένα μεγάλο μέρος του χρόνου του το ανάλωνε στην σύνθεση ομιλιών, πολλές από τις οποίες παρέδωσε στο κοινό. Είχε επιτύχει εντυπωσιακή για αυτοκράτορα πολυμάθεια, όπως αυτή παρουσιάζεται στους λόγους του.
Στις εκστρατείες του είχε σκηνή για εκκλησία. Αργότερα επέβαλε στις λεγεώνες του να έχουν η καθεμιά τους τη δική της σκηνή – εκκλησία, τους ιερείς και διακόνους της. Και μολονότι πέρασε ολόκληρο το βίο σαν κατηχούμενος χριστιανός, μέρα την ημέρα η ζωή του γινόταν περισσότερο χριστιανική.
Μετά τη νίκη του στη Μουλβία Γέφυρα «εμφανίστηκε χάρη στην επιείκεια του Θεού ως γενική ευλογία στην ανθρωπότητα», γράφει ο βιογράφος του Ευσέβιος, ο οποίος μα πληροφορεί επιπροσθέτως:
Η συμπεριφορά του προς τους μάρτυρες της πίστεως είναι γεμάτη συμπόνια και στοργή. Απόδωσε τους τόπους των μαρτύρων στις εκκλησίες. Αποφυλάκισε τους κατάδικους χριστιανούς. Επανέφερε στον τόπο τους τους εξορίστους. Δικαίωσε τους αδικημένους. Επέστρεψε στους χριστιανούς ιδιοκτήτες τους όλα τα δημευμένα κτήματα. Αποζημίωσε γενναιόδωρα τους χριστιανούς της Ανατολής, για όσες ζημιές είχαν πάθει κατά τους διωγμούς.
Στην περίπτωση εκείνων, που είχαν χάσει τη ζωή τους κατά τους διωγμούς και η περιουσία τους ήταν δημευμένη, θέσπισε ότι η κληρονομιά πρέπει να μεταφερθεί στον κοντινότερο συγγενή, ή ελλείψει κληρονόμων, στην εκκλησία.
Διένειμε χρήματα και τρόφιμα και ιματισμό σε φτωχούς, χήρες και σε επαίτες του δρόμου, αγρούς σε φτωχούς καλλιεργητές. Προστάτεψε σαν πατέρας ορφανά αγόρια και κορίτσια, προίκισε και πάντρεψε τα δεύτερα. Και «όπως ο ήλιος», γράφει ο Ευσέβιος, «που ανεβαίνει πάνω από τη γη, μεταδίδει γενναιόδωρα τις ακτίνες του φωτός του σε όλα, έτσι και ο Κων/νος, αναβαίνοντας και λάμποντας υπεράνω των αυτοκρατορικών παλατιών, ωσάν να συνανέτειλε με τον φωστήρα του ουρανού, εξέλαμπε την καλοκαγαθία του σε όσους παραβρίσκονταν κοντά του».
Δε συνέβαινε κανείς να ζητήσει χάρη από το βασιλέα και ν’ αποτύχει του σκοπού του.
Υπέρ των Ομολογητών της πίστεως θέσπισε τα παρακάτω, που ο Ευσέβιος καταγράφει εναργέστατα: «Απλώνονταν και σε λόγους μας, όπως γινόταν πριν και στους άλλους λαούς, τα διατάγματα του αυτοκράτορα γεμάτα με το ανθρωπιστικό πνεύμα του και οι νόμοι του, που είχαν πλέον πνεύμα ευσέβειας προς το Θεό έδιναν πολλαπλές υποσχέσεις αγαθών, δωρίζοντας στους επαρχιώτες υπηκόους του σε κάθε έθνος τα καλά και ωφέλιμα, στις δε εκκλησίες του Θεού ορίζοντας όσα ταίριαζαν στις ανάγκες τους. Γιατί κατ’ αρχήν θυμήθηκαν εκείνους, που λόγω της άρνησής τους να ενωθούν με τους άλλους στη λατρεία των ειδώλων, οδηγήθηκαν στην εξορία ή είχαν πεταχτεί έξω από τα σπίτια τους από τους κυβερνήτες των αντίστοιχων επαρχιών τους. Ύστερα ανακούφισαν από τα φορτία τους εκείνους, που είχαν καταδικαστεί από τα δικαστήρια για τον ίδιο λόγο και αποκατέστησαν αποδίδοντάς τους πίσω την ιδιοκτησία. Όσοι είχαν καταδικαστεί στην επίπονη εργασία των ορυχείων ή παραδοθεί στη μοναξιά των νησιών, όλοι έλαβαν άμεση απελευθέρωση από τα βάρη, ενώ άλλοι, που η θρησκευτική τους σταθερότητα τους είχε κοστίσει την απώλεια της στρατιωτικής σταδιοδρομίας τους, προστατεύτηκαν από τη γενναιοδωρία του αυτοκράτορα που τους χορήγησε την εναλλακτική λύση είτε της επαναφοράς τους στο στράτευμα είτε, σε περίπτωση της προτίμησής τους, τη συνταξιοδότηση».
Αν και δεν απομάκρυνε κανέναν υπάλληλο ειδωλολάτρη από την κρατική μηχανή, ωστόσο, προτιμούσε να προαγάγει τους χριστιανούς. Επίσης όρισε κυβερνήτες των επαρχιών χριστιανούς.
Οι χριστιανοί δεν υποχρεώνονταν πλέον να συμμετέχουν σε γιορτές των ειδωλολατρών. Η χριστιανική εκκλησία ανασύρθηκε επιτέλους από τις σπηλιές και τις υπόγειες κατακόμβες και βγήκε στο φως του ήλιου. Και με την αυτοκρατορική προστασία η χριστιανική λατρεία εδραιώθηκε σε καλοφτειαγμένους χριστιανικούς ναούς. Ο Κων/νος άνοιξε τους κρουνούς του δημόσιου χρήματος για ανοικοδόμηση χριστιανικών ναών. Ανήγειρε τους ομορφότερους ναούς στο Θεό, όπως τη βασιλική του αγίου Ιωάννου στο Σεσσάριο του Λατερανού, τη βασιλική του αγίου Σεβαστιανού, τη βασιλική του αγίου Πέτρου στη Ρώμη (πρώτη κατασκευή), στο Τρίερ, στην Aquileia,στην Citra (Νουμιδία), στη Νικομήδεια, στην Αντιόχεια, στη Γάζα, στην Αλεξάνδρεια, ιδιαίτερα στις μητροπόλεις. Επίσης χρηματοδότησε την ανέγερση των ναών που έχτισε η μητέρα του αγία Ελένη στους αγίους Τόπους.
Αυτή την ενέργεια του Κων/νου οι εχθροί του, αδυνατώντας να κατανοήσουν τη σημασία της, του καταλογίζουν ως σπατάλη και ως «άσωτη καλοκαγαθία». Ο Jortin σημειώνει ότι τον αυτοκράτορα διακατείχε πνεύμα οικοδόμησης και καθώς ξόδευε τεράστια ποσά για παλάτια και εκκλησίες, υποχρεωνόταν να φορτώνει τους ανθρώπους με φόρους.
Δήλωνε ότι οι νίκες και όλες οι επιτυχίες του ανήκαν στο Θεό και όχι στον ίδιον. Και αυτό το «ανεκήρυττεν δια χαρακτήρων Ρωμαίας τε και Ελληνίδος φωνής εις έκαστον έθνος εν γραφή διαπεμφθείση: διακήρυττε τούτο εγγράφως σε κείμενο γραμμένο σε λατινικά και ελληνικά, το οποίο έστειλε σ’ όλες τις επαρχίες)».
Απέσυρε τα αγάλματά του από τους ειδωλολατρικούς ναούς και απαγόρευσε τις θυσίες ως προσφορά στον αυτοκράτορα.
Παραχώρησε στην Εκκλησία αξιόλογα προνόμια ακόμα και στο χώρο της δικαιοσύνης. Τα εκκλησιαστικά δικαστήρια δίκαζαν πολλές υποθέσεις κληρικών και μη. Και οι αποφάσεις των επισκόπων επικυρώνονταν από τα πολιτικά δικαστήρια και γίνονταν απ’ όλους υποχρεωτικά δεκτές, ακόμα και αν ο ένας των αντιδίκων δε συμφωνούσε καν με την εκδίκαση της υπόθεσης από τα δικαστήρια αυτά. Απάλλαξε τους κληρικούς από τη φορολογία, την υποχρεωτική εργασία και το στρατιωτικό καθήκον. Τους παραχώρησε ασυλία και όσα άλλα δικαιώματα είχαν και οι ειδωλολάτρες ιερείς. Παραχώρησε στις εκκλησίες το δικαίωμα να δέχονται κληρονομιές.
Ουδέποτε εξέδωσε διάταγμα βάσει του οποίου δώριζε στον πάπα της Ρώμης και στους διαδόχους του κυριαρχική και πνευματική εξουσία. Το πλαστό «διάταγμα», για το οποίο έγινε λόγος παραπάνω, κατασκευάστηκε κατά τον 8ο αιώνα και η πλαστότητα του αναγνωρίστηκε από τον πάπα Όθωνα Γ’.
Μετά το 312 αναφέρει την εκκλησία στα διατάγματά του πάντοτε με σεβασμό.
Έβγαλε τα σύμβολα του Δία, του Απόλωνα, του Άρη και του Ηρακλή από τα αυτοκρατορικά νομίσματα. Επέβαλε το σύμβολο του Σταυρού στα νομίσματα και στις εικόνες του.
Έδωσε στους γυιούς του χριστιανική εκπαίδευση.
Έθεσε θεμέλια επάνω στα οποία οι ηγέτες εκκλησιών έχουν χτίσει για αιώνες. Γράφει ο Will Durant: «Σοφότερος από το Διοκλητιανό, έδωσε νέα ζωή σε μια γηρασμένη αυτοκρατορία με μια νέα θρησκεία, μια σφριγηλή οργάνωση, μια φρέσκια ηθική. Από την ενίσχυσή του ο χριστιανισμός έγινε κράτος, καθώς επίσης και μια εκκλησία, και η φόρμα για δεκατέσσερις αιώνες της ευρωπαϊκής ζωής και σκέψης. Εάν εξαιρέσουμε τον Αύγουστο, η ευγνώμων εκκλησία, δίκαια ονόμασε αυτόν μέγιστο των αυτοκρατόρων».
Ενθάρρυνε και ενίσχυε με νόμους και με όλα τα μέσα τη διάδοση του Ευαγγελίου και την επέκταση του Χριστιανισμού. Κάτω από την διακυβέρνηση του Κων/νου, γράφει ο Σωζομενός, το όνομα του Χριστού διέτρεξε σε ολόκληρη την οικουμένη. Καθώς μάλιστα πλήθυνε η εκκλησία, η θρησκεία προχωρούσε και στους βαρβάρους˙ και οι φυλές γύρω από το Ρήνο, και οι Κέλτες, και οι κατοικούντες στα ενδότερα των Γαλατών και κοντά στον ωκεανό, και οι Γότθοι, και οι γείτονές τους, που πριν κατοικούσαν στις δύο όχθες του ποταμού Ίστρου, όλοι εκχριστιανίζονταν.
Ο Richardson, κλείνοντας τη μελέτη του για το Μέγα Κων/νο, προσθέτει: «Η συνοπτική κρίση μας είναι ότι ο Κων/νος, για την εποχή του, έκανε μια εκπληκτικά συγκρατημένη, σοφή και, γενικά, γενναιόδωρη χρήση της απόλυτης δύναμης, και στην ηθική, στις ευγενικές ιδιότητες, και, επιτέλους, στον πραγματικό χριστιανικό χαρακτήρα, πολύ ξεπερνώντας τους πολιτικούς του δέκατου ένατου αιώνα (σ.σ. της εποχής του γράφοντος), ιστάμενος στους σύγχρονους δημόσιους άνδρες ως Αθανάσιος στους σύγχρονους θεολόγους».
Με νομοθετικά μέτρα ο Κων/νος πέτυχε ενίσχυση των φτωχών, μέριμνα για τα αδύναμα μέλη της κοινωνίας (γυναίκες και παιδιά), που γίνονταν αντικείμενα εκμεταλλεύσεως ακόμα και από οικεία τους πρόσωπα, επίλυση θεμάτων οικογενειακού δικαίου, ενθάρρυνση προς χειραφέτηση των σκλάβων. Έδειξε επιείκεια στους καταδίκους.
Έδειξε ελεημοσύνη σ’ όσους είχαν ανάγκη, χριστιανούς και μη. Μείωσε επίσης κατά το ένα τέταρτο τον ετήσιο φόρο.
Κάθε πράξη του, κάθε έργο του ήταν σφραγισμένο από την πίστη του στο Θεό. Γράφει ο Σωζομενός, ότι ήταν ο επιτυχέστερος από οποιουδήποτε άλλους κυρίαρχους σε όλες τις επιχειρήσεις του. Και αποφθέγγεται: «Άνευ γαρ Θεού, εμοί δοκεί, ουκ επεχείρει».
Τα όσα θεόπνευστα θέσπισε η πρώτη οικουμενική σύνοδος της Νίκαιας – δικό του μέγα δημιούργημα και αυτή «κατ’ επίνευσιν της Θείας Βουλής», που γράφει ο άγιος Νεκτάριος – επικυρωμένα και με την υπογραφή του, τα υποστήριξε με όλες του τις δυνάμεις, ενίοτε και με σκληρά μέτρα κατά προσώπων, και εδραίωσε την εκκλησία. Οι πατέρες αναγνωρίζουν την τεράστια προσφορά του Μ. Κων/νου στην εκκλησία και όλοι δέχονται πως ο ίδιος ήταν σκεύος εκλογής του Θεού, όπως και ο Απόστολος Παύλος. Το ότι επί των ημερών του και κατόπιν σοφών του ενεργειών ο χριστιανισμός απέκτησε ελευθερία και αυτοκρατορική προστασία, για να κυριαρχήσει ειρηνικά πολύ γρήγορα και να παραμερίσει οριστικά το ριζωμένο από αιώνες πατροπαράδοτο δωδεκαθεϊσμό, ακόμα και το ότι οι αιρέσεις καταπολεμήθηκαν αποτελεσματικά, αυτά όλα είναι δυσθεώρητα επιτεύγματα που ξεπερνούν τα ανθρώπινα μέτρα.

Άγιος και Ισαπόστολος.

Από τον 5ο αιώνα οι πιστοί αναγνώρισαν την αγιότητα του Κων/νου, καθώς επίσης και της μητέρας του Ελένης, για την οποία γίνεται λόγος στα επόμενα κεφάλαια. Ο Ουρανός είχε δώσει σημεία για την αγιότητα του Κων/νου, «ου και η λάρναξ ιάσεις βρύει», καθώς ψάλλει ο εκκλησιαστικός μελωδός, όσο και της μητέρας του Ελένης.
Η αγία εκκλησία του Χριστού κατά τον 6ο αιώνα, αφού αναγνώρισε το μέγιστο αποστολικό και φιλανθρωπικό έργο των Κων/νου και Ελένης και αφού έλαβε υπ’ όψιν της όλα τα στοιχεία που αφορούσαν το βίο και το έργο των δύο, προφανώς πολύ περισσότερα, πιο ασφαλή και πιο θετικά, απ’ όσα εμείς γνωρίζουμε γι’ αυτούς σήμερα, δηλαδή χίλια τετρακόσια πενήντα χρόνια αργότερα, ανακήρυξε και τους δύο ως Αγίους και Ισαποστόλους και όρισε να τιμάται η μνήμη τους την 21η Μαΐου.
Ο Ευσέβιος, που άρχισε να γράφει το βίο του Μεγάλου Κωνσταντίνου ευθύς μετά το θάνατο εκείνου, απερίφραστα κάνει λόγο για την αγιότητά του: «Τώρα δε η σκέψη, εκτεινόμενη και έως τις ουράνιες αψίδες, φαντάζεται και εδώ την τρισμακάρια ψυχή να συνευρίσκεται με τον ίδιο το Θεό, ελεύθερη από κάθε γήινο περίβλημα και περίλαμπρη μέσα σε απαστράπτουσα στολή φωτός».
Ο ίδιος εκκλησιαστικός ιστορικός, συγκρίνοντας το Μέγα Κων/νο με τους προκατόχους και σύγχρονούς του πολυθεϊστές αυτοκράτορες, τονίζει την τεράστια προσφορά του στο λαό:
«Ενώ εκείνοι ανάγκαζαν τους υπηκόους τους να σέβονται θεούς, που δεν υπάρχουν, ετούτος παρακαλούσε τους δικούς του να γνωρίσουν τον μόνο υπάρχοντα Θεό. Ενώ εκείνοι χλεύαζαν με βλάσφημες φωνές τον Χριστό, εκείνος πρόβαλε ως νικητικό φυλακτήριο το τρόπαιο του Λαβάρου. Ενώ εκείνοι προχωρούσαν αφήνοντας δίχως σπίτια και δίχως εστίες τους λατρευτές του Θεού, ετούτος απέδιδε σπίτια και εστίες. Ενώ εκείνοι περιέβαλλαν τους υπηκόους των με ατιμίες, ετούτος καθιστούσε έντιμους και αξιοζήλευτους σε όλα γενικά. Ενώ εκείνοι δήμευαν αρπάζοντας άδικα το βιός των θεοσεβών, ετούτος το απέδιδε με πλούσιες δωρεές πολλών χαρισμάτων. Ενώ εκείνοι δήμευαν με έγγραφα διατάγματα εις εναντίον των προέδρων συκοφαντίες, ετούτος, ανυψώνοντάς τους ξανά, αποκαθιστούσε την αξιοπρέπειά τους με προγράμματα και νόμους. Ενώ εκείνοι γκρέμιζαν από τα θεμέλια τους χριστιανικούς ναούς, ετούτος νομοθετούσε να γίνου ψηλότεροι και μεγαλοπρεπέστεροι μα βασιλικά χρήματα.
Ενώ εκείνοι διάταζαν να ρίχνονται στη φωτιά τα θεόπνευστα βιβλία και να εξαφανίζονται, ετούτος διάταζε να πληθύνονται με χρήματα του βασιλιά μεγαλοπρεπή κατά την κατασκευή και πολλαπλάσια οικοδομήματα. Ενώ εκείνοι ουδέποτε πουθενά δεν ετόλμησαν να κάμουν συνόδους επισκόπων, ετούτος συγκροτούσε συνόδους καλώντας τους απ’ όλα τα έθνη και τους προσκαλούσε στα βασιλικά τραπέζια. Εκείνοι τιμούσαν τους δαίμονες με αναθήματα, ετούτος αποκάλυπτε την πλάνη. (…) Εκείνοι χιλιάδες έκαναν φόνους μαζί με αρπαγές και δημεύσεις, ο Κων/νος όμως σε ολόκληρη την αυτοκρατορία κάθε ξίφος ως άχρηστο κρεμάστηκε…».
Ο ίδιος ιστορικός, μιλώντας για τη θεοσέβεια του Κων/νου, κλείνει ως εξής την πολυτιμότατη συγγραφή του «Εις βίον του μακαρίου Κων/νου Βασιλέως»: «Ο Κωνσταντίνος είναι ο μόνος βασιλιάς των Ρωμαίων, που έχει τιμήσει με υπερβολική θεοσέβεια τον Παμβασιλέα Θεό, και ο μόνος που έχει κηρύξει σ’ όλους με παρρησία το Λόγο του Χριστού, και ο μόνος που μπορεί να πει ότι εδόξασε όσο κανείς άλλος μέσα στους αιώνες την εκκλησία Αυτού, και ο μόνος που καθαίρεσε την πολύθεη πλάνη, και μας απάλλαξε από την ειδωλολατρία με κάθε τρόπο, και μάλιστα είναι ο μόνος που αξιώθηκε για όλα αυτά και σ’ αυτή τη ζωή και μετά το θάνατο, των οποίων κανείς δεν μπορεί να γίνει μέτοχος».
Ο Μέγας Κων/νος, όπως γράψαμε ήδη, θεωρούσε τον εαυτό του ταγμένο από το Θεό ως επίσκοπο στα εκτός της εκκλησίας. Ο διαπρεπή θεολόγος της ορθοδοξίας και πατριάρχης Ιεροσολύμων και ιστορικός Δοσίθεος (1669 – 1707) γράφει «και βεβαιότατα Επίσκοπος ως αληθώς ην ο Μέγας Κωνσταντίνος». Και σ’ άλλο σημείο: «Όντως ιερεύς και βασιλεύς εχρημάτισεν ο Ισαπόστολος Κωνσταντίνος, δια το λειτούργημα της βασιλείας, και δια το Μύρον της Ιερωσύνης. Όθεν και η Εκκλησία ψάλλει εις το δοξαστικόν των ακροστίχων αυτού. «Δεξάμενος την γνώσιν του Πνεύματος, ιερεύς χρηματισθείς, και βασιλεύς, ελαίω εστήριξας την Εκκλησίαν του Θεού, ορθοδόξων βασιλέων, πατήρ». Και συσχετίζει την παραδοχή του με το λόγο της Αποκαλύψεως: «Και εποίησας ημάς τω Θεώ ημών βασιλείς και ιερείς, και βασιλεύσομεν επί της γης». Και αναρωτιέται με δικαιολογημένη απορία: «Και ει ιερεύς ελέγετο υπό των εθνικών όστις ανεκαίνιζε τον νόμον και την θυσίαν, πως μη κληθήναι τον Μέγαν Κων/νον Ιερέα και Αρχιθύτην τον την λειτουργίαν αυτής της Καινής Διαθήκης και την
λατρείαν στερεώσαντα και κηρύξαντα εις τα τετραπέρατα της Οικουμένης;»
Ο Δοσίθεος, που έζησε και έδρασε κατά θαυμαστό τρόπο στα χρόνια της τουρκοκρατίας, δικαιολογεί την παραδοχή του Μεγάλου Κων/νου ως επισκόπου της εκκλησίας, συνεπώς και την αγιότητά του, παραθέτοντας είκοσι επτά λόγους («τρόπους» τους αποκαλεί ο ίδιος), που δεν είναι άλλο από τα κοσμοϊστορικά μέτρα που έλαβε υπέρ της πίστεως, της εκκλησίας και του λαού, χωρίς κανένα από αυτά να είναι καταπιεστικό για το λαό, και τα οποία αναφέρουμε συνοπτικά: α) «Πρώτος ο μέγας Κων/νος το προσκυνητόν σημείον του τιμίου Σταυρού έβαλεν εις την σημαίαν, ήτοι εις το φλάμπουρον αυτού, ίνα ίδη πάσα σαρξ υψούμενον το σωτήριον του Θεού». β) Κατέλυσε την τυραννία των διωγμών και ελευθέρωσε τους φυλακισμένους. γ) Κατέλυσε τα είδωλα των εθνών. δ) Απαγόρευσε την αναστήλωση των ειδώλων). ε) Απαγόρευσε τις μυστικές τελετές. στ) Απαγόρευσε τις μονομαχίες. ζ) Απαγόρευσε να γίνονται παγανιστικές τελετές στην Αίγυπτο «δια την κατάβασιν του Νείλου». η) Κατήργησε τους νόμους που καταδίκαζαν την ατεκνία.
θ) Παραχώρησε στον καθένα εξουσία διαθήκης περιουσιακών στοιχείων του. Ι) Αποκάλυψε τους φόνους και τις ασέλγειες που έκαναν οι ειδωλολάτρες στις θυσίες τους, τις οποίες και κατήργησε. Ια) Έκλεισε ορισμένους ειδωλολατρικούς ναούς. Ιβ) Ανοικοδόμησε πολλές εκκλησίες. Ιγ) Ετίμησε τις εκκλησίες με πλήθος κληρικών. Ιδ) Ενίσχυσε τις εκκλησίες με πρόσοδα και σιτηρέσια. Ιε) Απάλλαξε τους κληρικούς από τα δημόσια τελέσματα και λειτουργήματα. Ιστ) Εφοδίασε τις εκκλησίες με βιβλία αγίας γραφής. Ιζ) Καθάρισε τους αγίους τόπους από τα είδωλα, έχτισε ναούς και τίμησε την αγία Πόλη με ξενώνες, πτωχοκομεία, γηροκομεία και νοσοκομεία. Ιη) Θέσπισε οι κληρικοί να δικάζονται από τον επίσκοπο και όχι από πολιτικό άρχοντα. Ιθ) Διέταξε να μη έχει Εβραίος χριστιανό δούλο. Κ) Στην Κων/πολη και σ’ άλλες πόλεις ίδρυσε διδασκαλεία για τη μάθηση των αγίων γραφών, τα οποία διέθεταν και σιτηρέσιο για τους μαθητές. κα) Για τους φτωχούς τις χήρες και τα ορφανά της Κων/πόλεως ίδρυσε συσσίτια και πρόσφερε και άλλες τακτές ελεημοσύνες.
Κβ) Την Κυριακή ετίμησε με αργία.
Κγ) Επέβαλε να ονομάζονται οι μέρες της εβδομάδος «κατά την γραφήν, πρώτην, δευτέραν, τρίτην κλπ.» και όχι από τα ονόματα των πλανητών. Κδ) Θέσπισε να μη καταδικάζεται κανείς σε σταυρικό θάνατο. Κε) Συνεκάλεσε εκκλησιαστικές συνόδους στη Ρώμη και στην Αρελάτη και την Α’ Οικουμενική σύνοδο στη Νίκαια. Κστ) Θέσπισε οι όροι των αγίων Πατέρων (οι αποφάσεις της Α’ Οικουμενικής συνόδου) να έχουν το κύρος πάντοτε και πανταχού. Και κζ) κήρυξε πόλεμο εναντίον των Περσών, «διότι ο Περσάρχης εβασάνιζεν τους εκείσε χριστιανούς και κατεσκεύασεν και εκεί ειρήνην εις τον λαόν του Θεού, όθεν εις τους καιρούς αυτού Ίβηρες, Ινδοί και άλλα έθνη, λαοί, φυλαί και γλώσσαι εχριστιάνισαν…».
Σημειωτέον ότι μολονότι η ανακήρυξη των Κων/νου και Ελένης ως αγίων της μίας, αγίας, καθολικής και αποστολικής εκκλησίας έγινε πολύ πριν από το σχίσμα των εκκλησιών, ωστόσο, σήμερα ο Μέγας Κων/νος τιμάται ως άγιος μονάχα από την ανατολική ορθόδοξο Εκκλησία.
Γράφει ο Δοσίθεος (1669- 1704 μ. Χ.): «Ου δύναμαι μη αποδείξαι ψεύστην τον καρδινάλιον Βαρόνιον, αποσκορακίζει γαρ από του καταλόγου των αγίων τον ισαπόστολον Κων/νον, εις αραχναία τινά εθνικά υφάσματα επιστηριζόμενος».
Ο ίδιος ιστορικός σημειώνει σε άλλο σημείο του βιβλίου του μια εξόχως ενδιαφέρουσα πληροφορία:
«Εις τον καιρόν του Ρώμης Ουρβανού του ογδόου (17ος αιώνας) εζητήθη ει έδει εορτάζεσθαι την μνήμην του μεγάλου Κων/νου, καθότι προς τα μέρη της Καλαβρίας εφαίνετο ναός παλαιός του Αγίου, και μόλις εδυνήθη ο Πάπας ειπείν το ναι, άλλ’ αεί έως του Ουρβανού ουκ ην γνώριμος δια άγιος ο Ισαπόστολος Κων/νος εις την Ιταλίαν, ως ότι έφερε τάχα τα σκήπτρα εις Βυζάντιον, και είχον εις αυτόν οι εν τω σχίσματι Πάπαι πάθος, ο άγιος υπήρχεν πάντοτε άγιος και ισαπόστολος, ότι ούτω καλεί η γνώσις και η πατροπαράδοτος δόξα της Εκκλησίας, και τα πρακτικά των οικουμενικών συνόδων».
Η αγιότητα του μεγάλου Κων/νου αμφισβητήθηκε από ορισμένους ιστορικούς εξαιτίας των φόνων του Κρίσπου και της Φαύστας που του καταλογίζουν, και για τους οποίους έχουμε κάνει ήδη εκτενή λόγο παραπάνω. Άλλ’ όσοι ισχυρίζονται αυτά, αν δεν είναι κακόπιστοι εχθροί του Κων/νου και της χριστιανικής πίστεως, δεν έχουν λάβει καν υπ’ όψιν τους τα γραφόμενα των χριστιανών συγγραφέων των 4ου , 5ου και 6ου αιώνων μ. Χ. Λακτάντιου, Σωκράτους, Σωζομενού, Θεοδώρητου, Γελάσιου, Ευάγριου και, πάνω απ’ όλα, του Ευσεβίου, για να γνωρίζουν κάτι από το πώς ο Κων/νος βίωνε τη χριστιανική πίστη του. Δεν έχουν μελετήσει τις επιστολές του, να γνωρίσουν τη σκέψη του, τις αγωνίες και τα οράματά του. Δεν έχουν λάβει υπ’ όψιν τους ότι, κατά την εποχή των τραγικών γεγονότων του 326 μ. Χ. ο Κων/νος μόλις είχε επιστρέψει από την οικουμενική σύνοδο, όπου από ογκόλιθους της χριστιανικής πίστεως είχε ακούσει μοναδικούς λόγους θεϊκής σοφίας.
Όπου ανάμεσα σε μεγάλους αγίους και μάρτυρες της πίστεως είχε βιώσει μοναδικές στιγμές θρησκευτικής ανάτασης και ζούσε ακόμα μέσα σε μια χριστιανική ατμόσφαιρα, έχοντας πλάι του ως στενό σύμβουλό του τον επίσκοπο της Κορδούης (Γκόρντοβας) άγιο Όσιο και άλλους σοφούς και συνετούς ιερωμένους, που θα τον απότρεπαν να παρασυρθεί από κάποια στιγμιαία ενδεχομένως έκρηξη της οργής του. Δεν έλαβαν υπ’ όψιν τους ότι ήταν ένας άνθρωπος που προσευχόταν αδιάλειπτα, που ξαπόλυε επιστολές προς τους υπηκόους του γραμμένες μέσα σ’ ένα απόλυτο χριστιανικό πνεύμα. Που κήρυττε το λόγο του Θεού σε συνάξεις υπηκόων του. Που διαισθανόταν τη θεϊκή παρουσία να κατευθύνει τα βήματά του σε κάθε δύσκολη ώρα του. Που αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του στη διάδοση του ευαγγελίου.
Όταν κανείς έχει ενημερωθεί στα παραπάνω, εύλογα θ’ αναρωτιέται: Είναι δυνατόν ο θεοσεβέστατος Κων/νος να έχει καταδικάσει σε θάνατο τη σύζυγο και το γυιό του σ’ αυτή την κατ’ εξοχήν μεστή χριστιανικών βιωμάτων περίοδο της ζωής του; Είναι δυνατόν να έχει… ξανά εξοντώσει το μικρό ανιψιό του Λικινιανό ένα δωδεκάχρονο παιδάκι (που γράφτηκε πως είχε εξοντώσει σε νεαρή ηλικία μαζί με τον πατέρα του στη Θεσσαλονίκη), για να εξασφαλίσει τη διαδοχή του θρόνου στα παιδιά του, αφού εκείνα έτσι ή αλλιώς ήσαν οι νόμιμοι διάδοχοί του και βρίσκονταν ακόμη στην παιδική τους ηλικία; Συνάδουν όλ’ αυτά προς την ευαισθησία, τη συμπεριφορά και το χαρακτήρα του Κων/νου, όπως διαφάνηκαν μέσα από τις προηγούμενες σελίδες; Μπορούσε να ματώσει τα χέρια του ο άνθρωπος, που ως «σκεύος εκλογής του Θεού», είχε δεχτεί την κλήση, όπως ο Παύλος, και είχε εγκολπωθεί το χριστιανικό πνεύμα από τις 28 Οκτωβρίου 312 μ. Χ. στη Μουλβία Γέφυρα;
Μπορούσε έτσι εύκολα ν’ αφαιρεί ζωές ο ηγέτης, που αγάπησε το συνάνθρωπό του, όπως τον εαυτό του, που έκανε τόσα πολλά για τους κατατρεγμένους, που καταφιλούσε τους βασανισμένους των διωγμών στις ουλές των τραυμάτων τους;
Αν τελικά ο Μέγας Κων/νος έδωσε εντολές εκτέλεσης του Κρίσπου και της Φαύστας, η παροιμιώδης αυτοσυγκράτησή του θα είχε χαθεί για λίγες στιγμές… Φυσικό να τον έπνιγε το συναίσθημα μιας απέραντης αδικίας ύστερα από τις αλλεπάλληλες προδοσίες εναντίον του.
Τέσσερα ως τότε άτομα του στενού οικογενειακού του περιβάλλοντος είχαν επιδιώξει το θάνατό του με δολοφονίες και επαναστάσεις. Τα γεγονότα αυτά είχαν αφήσει ανεπούλωτα τραύματα στην ψυχή του. Η γυναίκα του Φαύστα, ειδωλολάτρισσα, ποτέ δεν τον είχε ακολουθήσει στο νέο δρόμο του Χριστού που εκείνος είχε επιλέξει. Και το μεγάλο του γυιό τον είχε ανυψώσει σε καίσαρα πριν από αρκετά χρόνια. Και αυτός; Η αγανάκτησή του θα ξεπέρασε τα όρια του ελέγχου του. Η οργή του θα κυβέρνησε για λίγες τραγικές στιγμές τη βούλησή του… Πιθανόν εκείνες τις ημέρες να διέπραξε και εκείνος τα μεγάλα λάθη της ζωής του, κάτι που δεν έχουμε τη δυνατότητα ούτε να επιβεβαιώσουμε ούτε να διαψεύσουμε, ούτε εμείς ούτε κανένας άλλος. Είναι βέβαιο όμως ότι βρήκε τη λύτρωση μέσα από τη μετάνοια και την προσευχή, για την οποία τόσο συχνά μιλούσε, και από το βάπτισμα.
Οι αχαλίνωτες, φθονερές, άδικες ως επί το πλείστον και μισαλλόδοξες ομοβροντίες κάποιων δυτικών κατά του μεγάλου Κων/νου, πέρα από το ότι υποδηλώνουν και κάποια μεγάλη αχαριστία, ουδόλως μειώνουν τη μεγαλοσύνη του και στέκονται ανίσχυρες να πείσουν τον ορθόδοξο κόσμο να επανακαθορίσει τη στάση του έναντι του μεγάλου αναμορφωτή του κόσμου Αγίου και Ισαποστόλου Κωνσταντίνου.
Θα ήταν, βεβαίως, παράδοξο και ανεδαφικό να υποστηρίζαμε ότι ο Κων/νος υπήρξε άμεμπτος ή ότι δεν είχε ανθρώπινες αδυναμίες ή δε δυσαρέστησε υπηκόους του με αυστηρά κάποτε μέτρα, αφού παρέμεινε τριάντα ένα δύσκολα χρόνια στον καταματωμένο θρόνο της Ρώμης και κυβέρνησε μιαν απέραντη αυτοκρατορία, αντιμετωπίζοντας χίλια δυο προβλήματα (έξωθεν επιθέσεις, εξεγέρσεις, κινήματα, επαναστάσεις, εμφύλιος πολέμους, δολοπλοκίες, δολοφονικές απόπειρες κ.λ.π.). Ειδικά στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του και πριν ακόμα ο φωτεινός Σταυρός της Μουλβίας φωτίσει το δρόμο του, είναι αδύνατο να διανοηθούμε ότι θα μπορούσε να εδραιωθεί στο θρόνο του χωρίς επίδειξη στιβαρής πυγμής.
Όμως οι πατέρες αναγνώρισαν την αγιότητά του από τα «σημεία» που έδειξαν οι Ουρανοί» ( η λάρνακά του «έβρυε ιάσεις»), και από τη συνολική προσφορά του στην ορθόδοξη εκκλησία και στον άνθρωπο.
Ο καθηγητής Βλάσιος Φειδάς δίνει ευκρινέστατα την επί του θέματος θεολογική του άποψη. Γράφει ότι το θέμα της εξέχουσας θέσης του Μ. Κων/νου στη συνείδηση της εκκλησίας ως «αγίου» και «ισαποστόλου» αναφέρεται κυρίως στην προσωπική πίστη του και στη σημασία της για την ιστορική αποστολή της εκκλησίας. Προσθέτει: «Οι γνωστές πράξεις βίας και ωμότητας, οι οποίες απέρρεαν από την άσκηση της ιδιότητας του αυτοκράτορα, ερμηνεύτηκαν ως ευθύνη της εξουσίας και όχι ως προσωπική του ευθύνη». Και παρακάτω προσθέτει ότι η διδασκαλία της εκκλησίας για το βάπτισμα, σύμφωνα με την οποία ο βαπτιζόμενος καθαίρεται από το προπατορικό και κάθε άλλο αμάρτημα του χριστιανού, ίσχυσε δίχως αμφιβολία και για το Μ. Κων/νο, που βαπτίστηκε στο τέλος της ζωής του.
Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει και η γνώμη του μεγάλου μας ιστορικού Κων/νου Παπαρρηγόπουλου για τον άγιο Κων/νο τον Μέγα: «Μετά τους άμεσους Μαθητές του Σωτήρος, κανείς δεν έπραξε περισσότερα για την διάσωση και παγίωση της ιερής πίστεώς μας. Αλλά ο Κων/νος γεννήθηκε και έζησε μέσα σε ολέθριες συνήθειες και παραδόσεις. Και αν ακόμα διέπραξε και κάποια ανομήματα, αυτό δεν οφείλεται σε αγριότητα της ψυχής, αλλά γιατί ο ίδιος γεννήθηκε κι έζησε μέσα σε καθιερωμένες από αιώνες ολέθριες έξεις και παραδόσεις. Οι προκάτοχοι και οι συνάρχοντές του κανένα δε σεβάστηκαν θείο ή ανθρώπινο νόμο. Ώστε δεν είναι απορίας άξιο πως και εκείνος αμάρτησε κάποτε. Απορίας άξιο και θαυμαστό είναι οτιδήποτε καταδεικνύει την εξαίσια δύναμη του χαρακτήρα του, είναι το πώς, κατανικώντας τόσο μεγάλους πειρασμούς, κατόρθωσε να κατανοήσει και να ομολογήσει τις αρχές του Ευαγγελίου, έστω και αν κάποτε δεν τις τήρησε».
Ο Χρήστος Γιανναράς γράφει ότι η εκκλησία δεν ανακηρύσσει τους αγίους της με μέτρα ατομικής ηθικής τελειότητας ούτε στα πρόσωπα των αγίων βλέπει τα κοσμικά πρότυπα ενός άψογου ηθικού βίου. Και επισημαίνει ως εξής τα ουσιαστικά κριτήρια της εκκλησίας στην ανακήρυξη των αγίων της: «Η εκκλησία βλέπει (στα πρόσωπα των αγίων της) την ενσάρκωση της αλήθειας της, την ένσαρκη μαρτυρία της σωτηρίας, τους πρώτους καρπούς της βασιλείας του Θεού, τις «απαρχές» της ζωής προς την οποία ολόκληρη η εκκλησία οδεύει. Η ατομική αρετή δε συνιστά αγιότητα, αν δεν υπηρετεί τη φανέρωση και μαρτυρία της αλήθειας της εκκλησίας. Ενώ η μετάνοια του ληστή την τελευταία στιγμή της ζωής του, χωρίς καμιά ορθολογική επανόρθωση των κακουργημάτων του βίου του, τον αναδείχνει άγιο της εκκλησίας, υπόδειγμα και μέτρο του «καινού τρόπου της υπάρξεως» – της ερωτικής επιστρεπτικής φοράς του ανθρώπου στο Θεό – πρώτο πολίτη της βασιλείας.
Μόνο αυτή η σύνδεση της αγιότητος με την αλήθεια της εκκλησίας, και όχι με την ατομική αρετή, μπορεί να μας οδηγήσει σε μία σωστή κατανόηση του γεγονότος της αγιοποίησης του Μεγάλου Κων/νου. Αν στα πρόσωπα των Αποστόλων είδε η εκκλησία τους «θεμελίους» της θείας οικοδομής της «όντος ακρογωνιαίου αυτού του Χριστού» – τους θεμελιωτές της φανέρωσης – βασιλείας του Θεού πάνω στη γη – στο πρόσωπο του Μεγάλου Κων/νου είδε τον Ισαπόστολο, τον θεμελιωτή της ορατής καθολικότητας και οικουμενικότητας της εκκλησίας».
Η εξήγηση του Γιανναρά εξηγεί καλύτερα όχι μονάχα την αναγνώριση ως αγίου του Μεγάλου Κων/νου, για τον οποίο κάνει το παραπάνω σχόλιο, αλλά και του αγίου Μωυσή, που εφόνευσε τον Αιγύπτιο, και του Προφήτη Ηλία, που έγινε αιτία να φονευθούν 850 ειδωλολάτρες ιερείς του Βάαλ, και του Δαυίδ, και του Λογγίνου, που ήταν επικεφαλής του εκτελεστικού αποσπάσματος κατά τη Σταύρωση του Κυρίου, και του ληστή Μωυσή, του Αιθίοπα, που μετενόησε και κλείστηκε στο μοναστήρι κ.ά.
Τέλος και ο Ακαδημαϊκός π. Ιωάννης Ζηζιούλας γράφει σχετικώς ότι η αγιότητα είναι θεοκεντρική και όχι ανθρωποκεντρική. Ότι δεν εξαρτάται από τα ηθικά επιτεύγματα του ανθρώπου, όσο σημαντικά και αν είναι αυτά, αλλά από τη δόξα και τη χάρη του Θεού, από το βαθμό της προσωπικής σχέσεώς μας με τον προσωπικό Θεό. Ότι για τον ίδιο λόγο και η Θεοτόκος ονομάζεται «Παναγία» ή και «Υπεραγία» όχι για τις αρετές Της, αλλά γιατί αυτή περισσότερο από κάθε άλλον άνθρωπο ενώθηκε προσωπικά με τον άγιο Θεό, δίνοντας σάρκα και αίμα στον Υιό του Θεού. Και συνεχίζει: «Η αγιότητα λοιπόν δεν είναι για την εκκλησία ατομικό κτήμα κανενός, όσο «άγιος» και αν είναι κανείς στη ζωή του, αλλά θέμά σχέσεως προσωπικής με το Θεό. Ο Θεός κατά την ελεύθερη βούλησή Του αγιάζει όποιον Εκείνος θέλει, χωρίς να εξαρτάται ο αγιασμός από κάτι άλλο, παρά μόνο από την ελεύθερη βούληση του αγιασμένου».
Ο Κων/νος δεν άνοιξε μονάχα το δρόμο για να φτάσει στους λαούς η Αλήθεια του Χριστού και να γίνει αυτή ο θεμελιακός νόμος τους, αλλά και δόμησε τις κοινωνίες με το χριστιανικό πνεύμα και θεία επινεύσει θεσμοθέτησε συνένωση Κράτους και Εκκλησίας και σφυρηλάτησε επί μία εικοσιπενταετία το μεταξύ τους δεσμό και την αγαστή σύμπνοια και συνεργασία, έτσι ώστε στα χίλια επτακόσια χρόνια που πέρασαν από τότε, περά τα πολλά προβλήματα, οι λαοί εκπολιτίστηκαν, εμβολίασαν τον πατροπαράδοτο πολιτισμό τους με το χριστιανισμό και ανυψώθηκαν σε θαυμαστά σημεία προόδου και ανθρωπισμού.
Αυτός ο ιερός θεσμός – δεσμός τα τελευταία χρόνια βάλλεται σε ορισμένα κράτη της γηραιάς ηπείρου από μηδενιστικές μειονότητες, που προσπαθούν να υποβιβάσουν και απαξιώσουν το ρόλο της εκκλησίας και να την αποκόψουν από το κράτος. Πού προσπαθούν δηλαδή να επιτύχουν την αποθρησκειοποίηση των κρατών και των κοινωνιών. Επίσης από τους ίδιους ή από άλλους, που εμπιστεύονται μονάχα την επιστήμη, την οποία μάλιστα έχουν και θρησκειοποιήσει με τα δικά τους θνησιγενή ιδεολογήματα (!), προσπαθούν να την καταστήσουν υποκατάστατο της χριστιανικής θρησκείας! (Τουλάχιστον με τα φτηνά αυτά καμώματά τους αποδεικνύουν πόση ανάγκη του Θεού έχει η ψυχή).
Αλλά και στην πατρίδα μας τελευταία ορισμένοι επιχειρούν να δοκιμάσουν την αντοχή του πανίσχυρου αυτού δεσμού, που για το ελληνικό κράτος και την ορθόδοξη εκκλησία υπήρξε πολλές φορές αμοιβαία σωτήριος! Θα ήταν ολέθριο λάθος γι’ αυτόν τον τόπο, αν οι ξενοκίνητοι αυτοί άνθρωποι πετύχαιναν το σκοπό τους. Γιατί οι κάτοικοι τούτου του ακρωτηρίου επέζησαν πολλούς αιώνες δίχως κράτος, αλλά ποτέ δίχως τα ιερά και τα όσιά τους. και η θεόπνευστη ένωση αυτών, που θέσπισε ο Κων/νος, ο μοναδικός ηγέτης στην ιστορία, ο οποίος «ουκ εξ ανθρώπων την κλήσιν δεξάμενος», και που κληροδότησε μαζί με ολόκληρο το θεόπνευστο έργο του στους Έλληνες, πρέπει να διαφυλαχθεί όπως η κόρη του ματιού, αφού μ’ αυτή την ένωση το ελληνικό γένος αναστήθηκε από μια μακρά δουλεία στους Ρωμαίους, μεγαλούργησε με μια όλο δική του χιλιόχρονη αυτοκρατορία, επιβίωσε στα τετρακόσια μαύρα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας και πορεύεται με ασφάλεια στα διακόσια χρόνια της ελεύθερης ζωής του προς ένα δυσσοίωνο μέλλον.

Τον άγιο και Ισαπόστολο Κωνσταντίνο το Μέγα η Εκκλησία μας τιμά με ύμνους όπως τον παρακάτω:
«Σέλας φαεινότατον, κομήτης εσπερώτατος,
εξ απιστίας εις πίστιν θεότητος μεταμοσχευθείς,
ήχθης αγιάσαι λαόν και πόλιν˙ και τύπον Σταυρού
εν Ουρανώ κατοπτεύσας ήκουσας εκείθεν˙
Όθεν δεξάμενος την γνώσιν του Πνεύματος,
ιερεύς τε χρισθείς και βασιλεύς ελαίω,
εστήριξας την Εκκλησίαν του Θεού,
ορθοδόξων βασιλέων πατήρ, ου και λάρναξ ιάσεις βρύει.
Κωνσταντίνε ισαπόστολε, πρέσβευε υπέρ των ψυχών ημών».

 

Από το βιβλίο: Μέγας Κωνσταντίνος : Κατηγορίες και αλήθεια, του Κωνσταντίνου Καραστάθη. Αθήναι, Απρίλιος του 2012 Εκδόσεις «ΑΘΩΣ».

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.

 

ΠΗΓΗ: https://www.orp.gr